Πολιτικά μηνύματα από την έκθεση Μπολκενστάιν

Καμία συντονισμένη αντίδραση σοσιαλιστών

Ιωάννης Δ. Κουκιάδης, Ελευθεροτυπία, 16/02/2006

Η έκθεση Bolkenstein στην αρχική της σύλληψη είχε ξεκάθαρο στόχο μη ευθέως ομολογημένο. Με το πρόσχημα τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας, επεδίωξε να επιβάλει τη φιλελεύθερη αντίληψη για την ενοποίηση της Ευρώπης. Ολες οι άλλες αξίες για κοινωνική συνοχή, όπως καταγράφονται στις συνθήκες και στο κείμενο της Λισαβόνας, ξεχάστηκαν.

Βέβαια, οι συντάκτες της οδηγίας ήξεραν ότι η οδηγία δεν θα περνούσε χωρίς τροπολογίες. Ομως δεν περίμεναν μία σε τέτοια έκταση αντίδραση που εκφράστηκε, πέρα από τις κινητοποιήσεις, και με τις 1.200 και πλέον τροπολογίες που κατατέθηκαν. Αυτό με όρους κοινοβουλευτισμού αποτελεί πολιτική αποτυχία και αν δεν υπήρχε έλλειμμα δημοκρατίας στην Ευρώπη θα έπρεπε ο εισηγητής επίτροπος να είχε παραιτηθεί. Το πρώτο ερώτημα που τίθεται λοιπόν είναι αν η Ε.Ε. μπορεί να λειτουργεί χωρίς πολιτική ευθύνη.

Εισηγήτρια από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για την οδηγία αυτή ορίστηκε η κυρία Gebhardt, που ανέλαβε όλο το βάρος της εξομάλυνσης του περιεχομένου της. Το γεγονός ότι το βασικό αυτό έργο ανατέθηκε σε έναν εκπρόσωπο της σοσιαλιστικής ομάδας, δεν είναι συμπτωματικό. Παρά τις διαφοροποιήσεις και στο εσωτερικό της, αυτή παραμένει η κύρια πολιτική δύναμη για τη διαφύλαξη της Ευρώπης των κοινωνικών αξιών. Σε κάποια φάση απειλήθηκε η καταψήφιση της έκθεσης της εισηγήτριας. Οι κινητοποιήσεις ισχυροποίησαν πολιτικά τη θέση της, γεγονός που πιστοποιεί, ότι χωρίς τη δημιουργία ενός ευρωπαϊκού δήμου, ο στόχος της πολιτικής Ευρώπης είναι ανέφικτος. Στη συνέχεια, άρχισε ο μαραθώνιος των συμβιβασμών, με αποτέλεσμα να αντικατασταθούν επικίνδυνες διατάξεις. Το αποτέλεσμα αυτό δείχνει ότι μόνο με την ευρύτερη συνεργασία των αριστερών δυνάμεων υπάρχει δυνατότητα αναχαίτισης της φιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης.

Μετά τις παραπάνω εξελίξεις, εύλογα τίθεται το ερώτημα, για το αν τελικά πρέπει να καταψηφιστεί ή όχι η οδηγία. Είναι αλήθεια ότι το νέο περιεχόμενο της οδηγίας φαίνεται ότι έχει εξαλείψει τα περισσότερα θέματα αιχμής. Η αποκλειστικότητα της εφαρμογής της αρχής της χώρας της καταγωγής, που με απλά λόγια σημαίνει άρνηση κάθε εξουσίας της χώρας στην οποία παρέχεται η υπηρεσία, παρακάμφθηκε. Με τις τροπολογίες ικανοποιήθηκαν δύο βασικά αιτήματα των εργαζομένων. Το ένα είναι η εφαρμογή των νόμων και των συλλογικών συμβάσεων της χώρας όπου προσφέρουν εργασία οι μετακινούμενοι εργαζόμενοι.

Το άλλο, αφορούσε τη διατήρηση της υπεροχής, της Σύμβασης της Ρώμης, που δίνει προτεραιότητα στην εφαρμογή ευνοϊκότερων εργατικών νόμων όταν συγκρούονται τα δίκαια δύο χωρών. Ακόμα διευκρινίστηκε ότι διατηρείται το κεκτημένο από προϋπάρχουσες τομεακές οδηγίες και διασφαλίστηκε η διατήρηση των κανόνων από την οδηγία και την απόσπαση εργαζομένων. Παράλληλα, για το καυτό θέμα των υπηρεσιών κοινής ωφέλειας προβλέφθηκε για ορισμένες μεν από αυτές η εξαίρεσή τους από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας, για άλλες δε, τις λεγόμενες γενικού οικονομικού συμφέροντος, η διατήρηση της εξουσίας του κράτους υποδοχής των υπηρεσιών να θέτει φραγμούς για λόγους δημοσίου συμφέροντος.

Από την άλλη μεριά, προσεκτική ανάγνωση της οδηγίας δείχνει ότι εξακολουθεί να περιέχει πολλές αμφισημίες, που δημιουργούν ένα αίσθημα ανασφάλειας για το τι ακριβώς θα ισχύσει. Μεγαλύτερες ακόμα επιφυλάξεις δημιουργεί το γεγονός, που δεν έχει με έμφαση επισημανθεί, ότι η οδηγία αποτελεί ουσιαστικά την πόρτα για να περάσει η απελευθέρωση όλων των κλειστών επαγγελμάτων, που φημολογείται από καιρό αλλά που καμία κυβέρνηση δεν την υλοποίησε.

Πέραν όμως από τα επιμέρους αυτά θέματα, που λίγο ώς πολύ μπορούν να διευθετηθούν, ο βασικός πολιτικός λόγος, που θα δικαιολογούσε μία μαζική αρνητική κρίση, είναι άλλος. Αυτός πρέπει να αναζητηθεί στις υποκρυπτόμενες προθέσεις για το μέλλον της κοινωνικής Ευρώπης. Πράγματι, εκείνο που διακυβεύεται κατά πρώτο λόγο, από τον τρόπο προώθησης της παραπάνω οδηγίας, είναι το μέλλον της πολιτικής της εναρμόνισης των κοινωνικών όρων προς τα άνω, της σύγκλισης προς τα άνω, που αποτελεί βασικό στόχο ενσωματωμένο σε όλες τις μέχρι σήμερα συνθήκες για την Ευρωπαϊκή Ενωση. Η οδηγία Bolkenstein ήλθε πρόωρα, προτού δηλαδή αποκρυσταλλωθεί ένα σχέδιο πολιτικής για την κοινωνική σύγκλιση. Η είσοδος των δέκα νέων χωρών αποτέλεσε πηγή διεύρυνσης των ανισοτήτων και κατέστησε τον θεμελιώδη στόχο της εναρμόνισης προς τα πάνω ακόμη πιο δυσχερή. Η επιτροπή μπροστά στις δυσκολίες αυτές έκρινε σκόπιμο, αντί να σπεύσει να προωθήσει μία βίβλο για το μέλλον της κοινωνικής σύγκλισης με γνώμονα τις προχωρημένες χώρες του Βορρά, να τις προσπεράσει θέτοντας φραγμό στη σύγκλιση προς τα πάνω.

Το δεύτερο μεγάλο θέμα που αφήνει ανοιχτό, παρά τις τροπολογίες που έγιναν δεκτές, είναι η ευρωπαϊκή πολιτική για τις υπηρεσίες κοινής ωφέλειας. Οι αναγνώστες θα πρέπει να γνωρίζουν ότι η πρόταση για την προώθηση μιας οδηγίας-πλαισίου για τις επιχειρήσεις αυτές είχε απορριφθεί. Ωστόσο, η υιοθέτη1ση μιας τέτοιας πρότασης θα έπρεπε να αποτελέσει το αναγκαίο προηγούμενο, προτού προωθηθεί η απελευθέρωση των υπηρεσιών. Το πρωθύστερο αυτό γεγονός εύλογα δημιουργεί και τις μεγαλύτερες επιφυλάξεις για τους υποκρυπτόμενους σκοπούς από την οδηγία Bolkenstein.

Το πρόβλημα δεν είναι η υιοθέτηση μιας οδηγίας για τις υπηρεσίες δημοσίου συμφέροντος, αλλά η οριοθέτηση σαφών κριτηρίων ανάμεσα στην επιβληθείσα διχοτόμηση σε υπηρεσίες γενικού οικονομικού συμφέροντος και λοιπές υπηρεσίες γενικού συμφέροντος. Κάθε Ευρωπαίος πολίτης πρέπει να γνωρίζει με σαφήνεια ποιες υπηρεσίες μπορούν να μετατραπούν σε εμπόρευμα που υπάγεται στους κανόνες ανταγωνισμού.

Με την άρνηση υιοθέτησης μιας οδηγίας-πλαισίου, είναι ανοιχτός ο δρόμος για τη σταδιακή μεταφορά υπηρεσιών κοινής ωφέλειας στις υπηρεσίες γενικού οικονομικού συμφέροντος. Χωρίς μια τέτοια αποσαφήνιση, η επόμενη φάση θα είναι η ανεξέλεγκτη εμπορευματοποίησή τους κατά τις διαπραγματεύσεις της Επιτροπής με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου.

Δυστυχώς, για τα μεγάλα αυτά θέματα δεν υπήρξε καμία συντονισμένη πρωτοβουλία από τις ευρωπαϊκές σοσιαλιστικές δυνάμεις. Και το κυριότερο πολιτικό μήνυμα από το εγχείρημα της οδηγίας αυτής είναι ότι όσο οι δυνάμεις αυτές περιορίζονται στο να καταγγέλλουν τις πρωτοβουλίες των νεοφιλελευθέρων και αποφεύγουν να προωθήσουν ένα ολοκληρωμένο σχέδιο για την Ευρώπη, θα είναι καταδικασμένες να σέρνονται πίσω από τις πρωτοβουλίες τους και να παίζουν δευτερεύοντα ρόλο.

* Καθηγητής Εργατικού Δικαίου Νομικής στο ΑΠΘ

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι