Tο «σύστημα Eλλάς» υπό πίεση

H ελληνική εργοδοσία έχει βρεθεί με ισχυρότατα όπλα

Γιάννης Βούλγαρης, Τα Νέα, 25/02/2006

ΜΠΟPEI ΟI ΛEΞEIΣ NA EXΟYN ΦΘAPEI AΠΟ TH ΔHMAΓΩΓIA KAI THN KATAXPHΣH Ή NA AKΟYΓΟNTAI ΣAN ΔΟΓMATIKΟ PETPΟ, AΛΛA OI ΠPΩTOBOYΛIEΣ TΩN EPΓOΔOTIKΩN OPΓANΩΣEΩN (ΣEB, TPAΠEZEΣ) ENIΣXYMENEΣ AΠO TO NEOΦIΛEΛEYΘEPO YΠEΘΟ ΣYNIΣTOYN TAΞIKH EΠIΘEΣH ME BAΘYTEPO OPIZONTA

H σημασία των πρωτοβουλιών αυτών αναδεικνύεται εφόσον τοποθετηθούν στη νέα πολιτική - κοινωνική φάση που αντικειμενικά άνοιξε τη δεκαετία του ’90, χαρακτηρίστηκε από την προσπάθεια ένταξης στην ΟΝΕ και οριστικοποίησε τις συντεταγμένες της με την καθιέρωση του ευρώ.

Ένα τέλος

Σε αυτήν τη δεκαπενταετία εξαντλήθηκαν πολλοί από τους όρους, τις προϋποθέσεις και τα εργαλεία του εθνικού τύπου ανάπτυξης. Δεν είναι ο χώρος για μια συστηματική καταγραφή των αλλαγών. Θυμίζοντας όμως ορισμένες βασικές, συνειδητοποιούμε τον ποιοτικά διαφορετικό χαρακτήρα της νέας φάσης. Τέλος του εθνικού νομίσματος και συνεπώς απώλεια του εργαλείου της υποτίμησης για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και εμμέσως για τη διευκόλυνση της εισοδηματικής πολιτικής και την εξομάλυνση των σχέσεων κεφαλαίου - εργασίας. Έκρηξη του παγκόσμιου και ακολούθως του εθνικού χρηματιστηριακού καπιταλισμού. Οι νέες «πειθαρχίες» που επέβαλε, άλλαξαν τους όρους της ανταγωνιστικότητας της χώρας και των επιχειρήσεων, τα όρια δημόσιου - ιδιωτικού, τις πηγές, το ύψος και τις συνθήκες της κερδοφορίας και επομένως τον συσχετισμό κεφαλαίου - εργασίας. Απότομη αλλαγή των ιεραρχιών και της αποδοτικότητας μεταξύ παραγωγικών κλάδων και επιχειρήσεων, όπως συμβαίνει σε κάθε περίοδο ταχύτατων και τεράστιων τεχνολογικών και οικονομικών αλλαγών. Από την άλλη πλευρά, η εργατική τάξη έπαψε να είναι εθνικά ομοιογενής μετά τη μαζική είσοδο μεταναστών. Διαμορφώθηκε έτσι μια νέα «τμηματοποίηση» της αγοράς εργασίας, με μειωμένη ταξική αλληλεγγύη, μια και δεν στηρίζεται πλέον στη προϋπάρχουσα αλληλεγγύη της κοινής εθνικότητας, της κοινής «ιδιότητας του πολίτη» (citizenship) με τα ατομικά, πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα που τη συνοδεύουν.

Γιατί τώρα

Θα μπορούσαμε να προσθέσουμε πολλές ακόμα αλλαγές, τις διαβάζουμε άλλωστε καθημερινά. H ουσία παραμένει μία: την τελευταία δεκαπενταετία, δυναμιτίστηκαν οι περισσότερες «σταθερές» του εθνικού τύπου ανάπτυξης που ξέραμε. Ανατράπηκαν οι περισσότερες θεσμικές, οικονομικές και κοινωνικές ισορροπίες που είχαν διαμορφωθεί στη μεταπολιτευτική περίοδο ή μακρύτερα ακόμα, στη δεκαετία του ’60. Όπως συμβαίνει σε τέτοιες ανατροπές, «ανοίγει το παιχνίδι», κάποιες μάλιστα φορές ανοίγει και ο ασκός του Αιόλου. Εμφανίζονται νέες δυνατότητες και νέοι περιορισμοί, διαγράφονται νέες τάσεις χωρίς να δένουν ακόμα σε ένα σταθερό σχήμα. Και φυσικά, νέες συγκρούσεις, καθώς ο καθένας προσπαθεί να τραβήξει την κουβέρτα προς το μέρος του. Άλλωστε, είμαστε μια πλουραλιστική δημοκρατία, καμία τάξη δεν στοχεύει να αφανίσει την αντίπαλό της. Έναν επικερδέστερο για τον εαυτό της κοινωνικό συμβιβασμό επιζητεί, μια ισχυρότερη θέση στις νέες ισορροπίες που θα δημιουργηθούν κάποια στιγμή στο μέλλον. Με βάση τον συσχετισμό δύναμης προφανώς. H ελληνική εργοδοσία έχει βρεθεί με ισχυρότατα όπλα. Ευνοείται από τη «δομική ισχύ» του κεφαλαίου σε παγκόσμια κλίμακα, από τη δυνατότητά του να υπαγορεύει τους όρους του παιχνιδιού, στους οποίους οι διάφορες χώρες υποχρεούνται να προσαρμοστούν, πόσο μάλλον αν είναι μικρές. Πολιτικές «εθνικής προσαρμογής» ονομάστηκαν στον πολιτικό και στον επιστημονικό λόγο της τελευταίας κυρίως δεκαπενταετίας.

Στο πλαίσιο αυτό, τοποθετείται η τρέχουσα συγκυρία κατά την οποία η ελληνική εργοδοσία αισθάνεται έτοιμη να επιχειρήσει μια δραστική αλλαγή των κοινωνικών συσχετισμών υπέρ της. Γιατί τώρα; Πρώτον, γιατί αισθάνεται ισχυρότατη έναντι ενός συνδικαλιστικού κινήματος το οποίο πάντα ήταν αδύναμο στο επίπεδο της αγοράς εργασίας, αλλά τώρα αδυνάτισε ακόμα περισσότερο λόγω των αλλαγών που αναφέραμε. Δεύτερον, γιατί το συνδικαλιστικό κίνημα δεν έχει τη συμπαράσταση μιας φίλα προσκείμενης κυβέρνησης που να αντισταθμίζει με την πολιτική - κομματική της προστασία την ταξική του αδυναμία. Τρίτον, γιατί το οικονομικό επιτελείο της παρούσας κυβέρνησης ευνοεί και συντονίζει την εργοδοτική πρωτοβουλία. Τέταρτον, γιατί η επιχειρηματολογία της μεγάλης εργοδοσίας πατά σε υπαρκτά προβλήματα, καθυστερήσεις και αγκυλώσεις του οικονομικού - κοινωνικού μας συστήματος.

Ευελιξία

H εργοδοτική όμως πλευρά μαζί με τον Αλογοσκούφη επιδιώκει να αξιοποιήσει τους ανωτέρω παράγοντες για να δώσει μια μονομερή λύση στα υπαρκτά προβλήματα. Στον πυρήνα του προβλήματος βρίσκεται η σχέση ευελιξίας που χρειάζεται το οικονομικό - παραγωγικό σύστημα μιας μικρής χώρας και κοινωνικής ασφάλειας των εργαζομένων, δηλαδή ένα ικανοποιητικό για τα μέτρα μιας σύγχρονης χώρας επίπεδο εργασίας, εισοδήματος. Όλες σχεδόν οι αναπτυγμένες χώρες αντιμετωπίζουν το δίλημμα, το οποίο έχει αποδοθεί με τον νεολογισμό flexicurity (κάτι σαν ευέλικτη ασφάλεια ή ασφαλή ευελιξία) και οι σκανδιναβικές χώρες έχουν δώσει την καλύτερη απάντηση. Βεβαίως, ούτε η Ελλάδα γίνεται εύκολα Σουηδία, ούτε από την άλλη η μεγάλη εργοδοσία θέλει να μας κάνει Βουλγαρία. Γι’ αυτό άλλωστε το μείζον δεν είναι το ποσοστό της φετινής αύξησης. Σκοπός τής επίθεσης είναι να εξασφαλίσει σε βάθος χρόνου τη δυνατότητα να καθορίζει μονομερώς το μείγμα ευελιξίας και ασφάλειας. H καταστρεπτική «απογραφή» του Αλογοσκούφη αποτέλεσε το πρώτο βήμα καθ’ όσον δημιούργησε με λογιστικά τερτίπια ένα ασφυκτικό δημοσιονομικό περιβάλλον. Τώρα γίνεται το δεύτερο βήμα.

Είπαμε, η Ελλάδα δεν είναι Σουηδία...

Για τους λόγους αυτούς, η τρέχουσα σύγκρουση δεν θέτει μόνο ένα ζήτημα κοινωνικής δικαιοσύνης. Θέτει και το ζήτημα της οικονομικής - κοινωνικής ορθολογικότητας που θα συνέχει τη νέα ισορροπία στην οποία θα κατασταλάξουν, αργά ή γρήγορα, οι σημερινές τάσεις. Το στοίχημα της σύγκρουσης είναι σε ποιο ύψος θα μπει ο πήχυς της ποιότητας του νέου τύπου ανάπτυξης. Ξέρουμε ότι το πρόβλημα ανταγωνιστικότητας της Ελλάδας είναι πιο σύνθετο και δεν εξαντλείται στην αμοιβή της εργασίας. Είναι το όλο «σύστημα Ελλάς» που χωλαίνει: καινοτομία, εκπαίδευση, νέα επιχειρηματικότητα, διεθνοποίηση επιχειρήσεων, Δημόσια Διοίκηση, αποτελεσματικότερη κοινωνική δαπάνη. Αν η εργοδοσία και η νεοφιλελεύθερη πολιτική αντιπροσώπευσή της επιτύχουν να ελέγξουν μονομερώς το μείγμα ευελιξίας - ασφάλειας, τότε αυξάνεται κατακόρυφα ο πειρασμός να χρησιμοποιούν διαρκώς την αμοιβή της εργασίας σαν το πιο εύκολο εργαλείο για τις εκάστοτε αναγκαίες προσαρμογές στο μεταβαλλόμενο περιβάλλον. Σαν το εύκολο «ταμείο» από το οποίο θα πληρώνεται το κόστος των «συστημικών» καθυστερήσεων, συρρικνώνοντας ταυτόχρονα την έκταση και την επιτακτικότητα των αναγκαίων γενικότερων μεταρρυθμίσεων και εκσυγχρονισμών.

Αποκλείεται το μεγάλο κεφάλαιο να κάνει καλή και «πεφωτισμένη» χρήση του μονομερούς ελέγχου, αν τελικά τον αποκτήσει; Αποκλείεται να συμβιβάσει το ίδιο με το ευρύτερο συμφέρον; Είπαμε, η Ελλάδα δεν είναι Σουηδία, δεν έχει την κραταιά σοσιαλδημοκρατία, ούτε τα ισχυρά και έξυπνα συνδικάτα της. Δεν έχει όμως και τη διορατική επιχειρηματική τάξη της. Μπορεί το «λούστρο» του ΣΕΒ, της Alpha Bank ή της Eurobank να επικρατεί επικοινωνιακά έναντι της τελευταίας γενιάς των ηγετών τού κρατικά προστατευμένου συνδικαλισμού της δεκαετίας του ’80, αλλά δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι στην Ελλάδα, ακόμα και τα δυναμικότερα τμήματα του κεφαλαίου δεν είχαν ούτε την ισχύ ούτε τη διορατικότητα να ξεπεράσουν το στενό συντεχνιακό τους συμφέρον και να γίνουν ατμομηχανή όλης της κοινωνίας. Και αν αυτό ισχύει για το «δόρυ» του επιχειρηματικού εκσυγχρονισμού, δεν χρειάζεται να σκεφθούμε τι συμβαίνει με την πιο μαζική παραδοσιακή επιχειρηματικότητα. Εκείνη που στηρίζει την ανταγωνιστικότητά της ή απλώς την επιβίωσή της στη φτηνή και απροστάτευτη εργασία, στην καταστροφή του περιβάλλοντος, στην εισφοροδιαφυγή και τη φοροδιαφυγή.

Όλα τα προηγούμενα αποτελούν αυτό που λέμε «ένα το κρατούμενο». Από εκεί και έπειτα, τίθενται εξίσου κρίσιμα ερωτήματα για τα συνδικάτα, τη μεταρρυθμιστική παράταξη και την κομμουνιστική Αριστερά. Επ’ αυτών θα επανέλθουμε.

Ο Γιάννης Βούλγαρης διδάσκει στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι