Απαισιόδοξες σκέψεις

Γιώργος Γιαννουλόπουλος, εφημεριδα ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ, 28/07/2018

Μια φορά κι έναν καιρό το ιδεολογικό υπόβαθρο της ελληνικής Αριστεράς ήταν ο μαρξισμός. Το δήλωνε υπερήφανα η ίδια, της το καταλόγιζαν οι εχθροί της. Εκτοτε πολλά άλλαξαν. Αν εξαιρέσουμε το ΚΚΕ και κάποια γκρουπούσκουλα, ο μαρξισμός μπορεί μεν να παραμένει εν ζωή εφόσον οι αριστεροί δεν μιλούν για τον θάνατό του, αλλά λειτουργεί σαν τίτλος ευγενείας σε χώρα που τους έχει καταργήσει. Για να είμαστε ωστόσο ακριβοδίκαιοι, αυτό οφείλεται εν μέρει και στο ότι κάποιες βασικές μαρξιστικές έννοιες, όπως λ.χ. η έννοια της τάξης όχι ως φυσιολογικό γεγονός αλλά ως προϊόν της κοινωνικής ανισότητας, από επίμαχες θεωρητικές καινοτομίες που ανέδειξε ο μαρξισμός θεωρούνται σήμερα σχεδόν αυτονόητες.

Υπάρχει όμως και κάτι άλλο, πιο σημαντικό, που δείχνει καθαρά την έκλειψη του μαρξιστικού λόγου: εδώ και καιρό έχει πάψει ακόμα και να μνημονεύεται η άλλοτε θεμελιακή αρχή ότι η Αριστερά και γενικότερα η εργατική τάξη, καθοδηγούμενη από την κομματική πρωτοπορία, σύμφωνα με τον Λένιν, είναι το υποκείμενο που θα πραγματοποιήσει ό,τι προβλέπει και επιβάλλει μια αναπότρεπτη ιστορική αναγκαιότητα.

Ή, για να το μεταφράσουμε στη συνήθως ακατάληπτη γλώσσα των θεωρητικών, η νομοτελειακή ανέλιξη, δηλαδή το εγελιανό υπόστρωμα του μαρξισμού, έχει ενταφιαστεί χωρίς να προηγηθεί εξόδιος ακολουθία. Για τους πολλούς όμως, αυτή η λογική της ιστορίας ήταν ο βράχος και το σωσίβιο. Ο βράχος όπου στήριξαν μια ευγενή πίστη και τη δύναμη να αντέχουν τις θυσίες που έπρεπε να υποστούν ως μάρτυρες στην αρχική και ηρωική φάση της πορείας προς τον κομμουνιστικό παράδεισο. Και το σωσίβιο σε μεταγενέστερα συμφραζόμενα ή αλλιώς η εκλογίκευση του αυταρχισμού που επέδειξαν εκεί όπου επικράτησε ο λεγόμενος υπαρκτός σοσιαλισμός. Δεν είναι λίγο να ξέρεις πως όχι μόνο ό,τι υφίστασαι αλλά και ό,τι επιβάλλεις αδίστακτα το υπαγορεύει η προδιαγεγραμμένη πορεία της ιστορίας.

Σήμερα λοιπόν, ενώ πλέουμε χωρίς τη σιγουριά της μαρξιστικής πυξίδας, δεν μπορούμε πια να επικαλεστούμε το νομοτελειακό μέλλον για να διαβάσουμε σωστά το παρόν. Αρα το μόνο που μας μένει είναι να ζυγίσουμε τις διάφορες εκδοχές του παρόντος, να δούμε προς τα πού μας πάνε, κι αν δεν μας αρέσει η κατεύθυνση, να κάνουμε κάτι για να αλλάξουμε ρότα.

Δυστυχώς εδώ και καιρό τα σημάδια είναι δυσοίωνα. Αν κρίνουμε από την ανεπτυγμένη Δύση, το ισχύον σύστημα, δηλαδή οι κοινοβουλευτικές δημοκρατίες με μεικτή οικονομία που το κέντρο βάρους της διολισθαίνει συνεχώς από τον δημόσιο τομέα προς τον απορρυθμισμένο ιδιωτικό, αντιδρά με έναν τρόπο που ανατρέπει ό,τι ενστικτωδώς κάποτε θεωρούσαμε φυσιολογικό. Θέλω να πω ότι στο παρελθόν, όταν οι δυσλειτουργίες ενός συστήματος έδειχναν ότι είχε φτάσει στα όριά του, ερχόταν η στιγμή της κατάρρευσης και της αντικατάστασής του. Σήμερα όμως, οι δυσλειτουργίες του καπιταλισμού –χαρακτηριστικό παράδειγμα η χρηματοπιστωτική κρίση του 2008– δημιούργησαν τις συνθήκες για να επικρατήσει μια χειρότερη εκδοχή του.

Διατυπωμένο αλλιώς, πριν από την κρίση δεν υπήρχε λόγος να είναι κανείς αριστερός εφόσον η αγοραστική του δύναμη του χρόνου θα ήταν μεγαλύτερη από ό,τι εφέτος. Οταν όμως είδαμε τον Χάρο με τα μάτια μας, στραφήκαμε ακόμα πιο δεξιά: κακό πράγμα η ανεργία, η αποβιομηχάνιση, η λιτότητα. Και για όλα αυτά, δύο είναι οι ένοχοι: οι ξένοι και το εγχώριο κατεστημένο. Η αμυντική συσπείρωση κατά των μεν ξυπνάει την αίσθηση του εθνικά ανήκειν (π.χ. America first) και η απόρριψη των δε προσδίδει στο κίνημα την ψευδαίσθηση της αντίστασης στους ισχυρούς στους οποίους περιέργως δεν συμπεριλαμβάνονται οι πανίσχυροι, όπως ο δισεκατομμυριούχος Τραμπ, ακροδεξιοί Τόρηδες στην Αγγλία κ.ο.κ.

Αντίλογος από τη μεριά της Αριστεράς υπάρχει. Αλλά, γενικά μιλώντας, περιορίζεται να τα βάζει με τους δεξιούς λαϊκιστές. Δηλαδή καταδικάζει όσα γίνονται, αφήνοντας στην ουσία αναπάντητο το ερώτημα γιατί γίνονται. Και το αφήνει αναπάντητο επειδή αν πιάσουμε αυτή τη συζήτηση, ίσως αναγκαστούμε να αναγνωρίσουμε κάποιες δυσάρεστες αλήθειες, όπως π.χ. το γνήσια λαϊκό έρεισμα του Τραμπ, του Ορμπαν, της Λέγκας και του Brexit.

Επίσης –κι εδώ το πρόβλημα είναι η βασική αρχή της τεχνολογικής κουλτούρας, σύμφωνα με την οποία το ότι μπορώ να κάνω κάτι έχει καταργήσει το ερώτημα αν πρέπει να το κάνω– ίσως ανακαλύψουμε ότι η κυρίαρχη τάση, δηλαδή να μετατρέπουμε τον υπολογιστή σε άμβωνα των εμμονών μας και να απλουστεύουμε το σύνθετο για να χωρέσει σε ένα tweet που διαδίδεται με αστραπιαία ταχύτητα, δεν συνιστά απείθεια στην ελίτ αλλά άρνηση της κριτικής σκέψης. Και δυστυχώς ο ενταφιασμένος μαρξισμός δεν μπορεί πια να μας υπενθυμίσει πόσο επικίνδυνο και παραπλανητικό είναι να μετατρέπουμε τις κοινωνικά και ταξικά καθορισμένες έννοιες σε πιασάρικα συνθήματα όπως «αντίσταση» και «ανατροπή» (βλέπε ΣΥΡΙΖΑ) που σήμερα βροντοφωνάζουν οι ακροδεξιοί.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι