Πόσο κομμουνιστικές είναι οι καταβολές του ΣΥΡΙΖΑ;

Νίκος Κ. Αλιβιζάτος, The Books’ Journal, 22/09/2018

«Ο λαός θέλει τις αδιαλλαξίες. Θέλει το εμείς και το εσείς.»
Λεωνίδας Κύρκος
Από συνέντευξη στον Αλέξη Παπαχελά, 2006

Όταν προ καιρού φίλος ξένος ιστορικός με ρώτησε αν αληθεύει ότι η πλειονότητα των υπουργών των ελληνικών κυβερνήσεων μετά το 2015 αποτελείται από πρώην κομμουνιστές, τον κοίταξα με αμηχανία. Όχι τόσο γιατί δεν ήξερα την απάντηση –που, όντως, δεν την ήξερα– όσο γιατί συλλογίστηκα ότι το να ήταν ή να μην ήταν οι πρώην κομμουνιστές πλειοψηφία δεν είχε δα και τόσο μεγάλη σημασία: τόσα και τόσα γεγονότα έχουν συμβεί από τις νεανικές «αμαρτίες» όλων μας, τόσες και τόσες προσωπικές ιστορίες έχουν σημαδέψει τη ζωή του καθενός μας, ώστε οτιδήποτε και να είχε συμβεί παλαιότερα να μη μετρά πλέον. Πολύ περισσότερο που, με την πτώση των τειχών, το 1989, το κεφάλαιο του κομμουνισμού έχει και αυτό «εξ αντικειμένου» κλείσει. Η αντίδραση του έμπειρου φίλου είχε ενδιαφέρον: όταν μιλάς για αριστερούς, μην υποτιμάς ποτέ τον παράγοντα ιδεολογία, αντέτεινε· μετράει πολύ στις επιλογές τους ακόμη και όταν αυτό δεν φαίνεται. Για σκέψου, συνέχισε, από πόσες διασπάσεις πέρασαν οι κυβερνώντες σήμερα την Ελλάδα για να φθάσουν το 2012 στον ενιαίο ΣΥΡΙΖΑ! Σε αντίθεση με τη Δεξιά, όπου μετρούν προπάντων οι προσωπικές φιλοδοξίες, στην Αριστερά η ιστορία διδάσκει ότι οι διαφορές είναι προπάντων ιδεολογικές.

Πέρασε πολύς καιρός από αυτή τη στιχομυθία και δεν ασχολήθηκα ξανά με το θέμα. Ώσπου, φέτος το καλοκαίρι, κυκλοφόρησε το νέο βιβλίο του Σωτήρη Βαλντέν και ξαναθυμήθηκα την ερώτηση του ξένου φίλου. Σε αυτό, ο συγγραφέας περιγράφει διεξοδικά πώς συγκροτήθηκε η παράνομη νεολαία του ΚΚΕ εσωτερικού το 1972-1973, με τη μορφή πρώτα της Κομμουνιστικής Οργάνωσης Σπουδαστών (ΚΟΣ) και, στη συνέχεια, του (νέου) Ρήγα Φεραίου. Στο εγχείρημα, ο ρόλος του ήταν πρωταγωνιστικός. Η διήγησή του, επομένως, στο βαθμό ιδίως που δεν στηρίζεται μόνο σε προσωπικές αναμνήσεις, αλλά σε αυθεντικές πηγές, αρχεία και πολυάριθμες μαρτυρίες, διεκδικεί εύλογα τα εύσημα, όχι μόνο της πρωτοτυπίας αλλά και της εγκυρότητας. Πολύ περισσότερο που συνοδεύεται και από ανεκτίμητα τεκμήρια και στοιχεία, όπως οι κατάλογοι όσων από μας συμμετείχαμε τότε στη ριψοκίνδυνη εκείνη προσπάθεια.

Θυμίζω ότι η διετία 1972-73 εντάσσεται στην τελευταία περίοδο της στρατιωτικής δικτατορίας. Κύριο χαρακτηριστικό της ήταν η ανάπτυξη, για πρώτη φορά μετά το 1967, ενός μαζικού φοιτητικού κινήματος, το οποίο αμφισβητούσε ανοιχτά τη χούντα. Τότε είναι που δραστηριοποιήθηκαν, εκτός από την ΚΟΣ και το Ρήγα, η Αντι-ΕΦΕΕ την οποία είχε ιδρύσει η ΚΝΕ[1] και –για να σταθώ στη σημαντικότερη από τις υπόλοιπες αριστερές οργανώσεις νεολαίας– η φιλομαοϊκή ΑΑΣΠΕ, την οποία είχε ιδρύσει το ΕΚΚΕ[2].

Κορυφαίες στιγμές του κινήματος αυτού ήταν, βέβαια, οι καταλήψεις της Νομικής και η εξέγερση του Πολυτεχνείου. Και μπορεί μεν τα γεγονότα αυτά να μην προκάλεσαν την πτώση της δικτατορίας, λίγους μήνες αργότερα, κατέφεραν εν τούτοις ένα τόσο σοβαρό πλήγμα σε βάρος της ώστε, μετά την ανατροπή του Παπαδόπουλου, τον Νοέμβριο του 1973, να είναι ηλίου φαεινότερο ότι το στρατιωτικό καθεστώς –πλήρως απομονωμένο εξωτερικά και εντελώς απαξιωμένο στο εσωτερικό της χώρας– δεν θα μπορούσε να μείνει για πολύ στην εξουσία, ακόμη και αν δεν μεσολαβούσαν η προδοσία της Κύπρου και ο Αττίλας[3].

Η μαρτυρία βέβαια του Βαλντέν ενδιαφέρει κυρίως γιατί μελετά την πιο κρίσιμη περίοδο του αντιδικτατορικού αγώνα. Σε αυτόν, όσα και να γράφονται τελευταία, η συμβολή των ανωτέρω οργανώσεων ήταν σημαντική και θα αποτελούσε παραποίηση της ιστορίας η αποσιώπησή της. Πέραν αυτού, όμως, η μαρτυρία του Βαλντέν ενδιαφέρει γιατί τα γεγονότα που εξιστορεί διεξάγονταν με φόντο την πρώτη σημαντική εσωκομματική διαμάχη του ΚΚΕ εσωτερικού, το φθινόπωρο του 1973. Τότε, με αφορμή την απόπειρα «φιλελευθεροποίησης» της δικτατορίας, αντιπαρατέθηκαν για την ακολουθητέα γραμμή από τη μια η ηγεσία του κόμματος στο εσωτερικό της χώρας, με επικεφαλής τον Λεωνίδα Κύρκο, και από την άλλη οι εκπρόσωποί της στο εξωτερικό. Έως εκείνη την περίοδο, η εκμετάλλευση των «ρωγμών», δηλαδή των περιθωρίων για νόμιμη δράση τα οποία, υπό την πίεση της Ευρώπης, είχε εξαναγκασθεί να ανέχεται το καθεστώς, είχε ασφαλώς αποδώσει τα μέγιστα σε επίπεδο φοιτητικού κινήματος. Σε ποιο βαθμό, εν τούτοις, μπορούσε να σταθεί ως τακτική, μετά το διορισμό της κυβέρνησης Μαρκεζίνη, τον Οκτώβριο του 1973, χωρίς να το εκμεταλλευθεί για δικό της όφελος η δικτατορία;

Η εσωτερική εκείνη διαμάχη δεν θα δικαιολογούσε ξεχωριστή αναφορά αν δεν ήταν η πρώτη μιας σειράς διασπάσεων του ΚΚΕ εσωτερικού και της νεολαίας του, τα χρόνια που ακολούθησαν· και αν οι επίγονοι των ηττημένων στις συγκρούσεις εκείνες, οι εσωκομματικοί αντίπαλοι δηλαδή του Λεωνίδα Κύρκου, δεν συγκροτούσαν, μαζί με τους ηττημένους των αντίστοιχων συγκρούσεων στο ΚΚΕ και την ΚΝΕ, τους δυο βασικούς πυλώνες του ΣΥΡΙΖΑ μετά το 2004, και των κυβερνήσεών του μετά το 2015.

Παρ’ όλο που δεν είναι βέβαιο ότι η αναδρομή στην ιστορία των οδυνηρών εκείνων συγκρούσεων μπορεί να ενδιαφέρει το ευρύ κοινό, θα την επιχειρήσω. Γιατί πιστεύω ότι –σε πείσμα του Τσώρτσιλ και της γνωστής αποστροφής του για τους νέους κομμουνιστές που ως ενήλικες δεν μπορεί παρά να αλλάζουν απόψεις– ορισμένες ιδεολογικές επιλογές του παρελθόντος βαρύνουν στον καθένα μας, ό,τι και αν έχει μεσολαβήσει από τότε που τις κάναμε. Θα περιοριστώ, εν τούτοις, στα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ που προέρχονται από το ΚΚΕ εσωτερικού, πρώτον γιατί ο χώρος αυτός ήταν ο μόνος που κόμιζε κάτι καινούργιο στο τέλος του 20ού αιώνα από το άλλοτε ρωμαλέο κομμουνιστικό κίνημα, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και στην Ευρώπη· και δεύτερον γιατί το ΚΚΕ, η ΚΝΕ και τα πρώην στελέχη τους, ανεξάρτητα από τα αισθήματα συμπάθειας ή αντιπάθειας που έτρεφα και τρέφω για ορισμένα από αυτά σε προσωπικό επίπεδο, μου ήταν ανέκαθεν πολιτικά εντελώς ξένα[4].

Α’

Η προέλευση των υπουργών του ΣΥΡΙΖΑ

Μετά την εντυπωσιακή στροφή του ΣΥΡΙΖΑ προς την Ευρώπη, τον Ιούλιο του 2015, ο Γιάννης Πρετεντέρης, και πολλοί ακόμη σχολιαστές των πολιτικών μας πραγμάτων, έχουν υποστηρίξει ότι την Ελλάδα κυβερνά σήμερα το «κόμμα Μπανιά»[5]. Πρόκειται για ανακρίβεια και, πάντως, για υπερβολή. Πρώτον γιατί, όπως θα δείξω στη συνέχεια, στα ηγετικά κλιμάκια του ΣΥΡΙΖΑ οι προερχόμενοι από το ΚΚΕ και την ΚΝΕ είναι περισσότεροι. Και δεύτερον γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ δεν ταυτίζεται με καμιά από τις συνιστώσες του. Είναι ένα αμάλγαμα τάσεων και ομάδων, με κοινή συνισταμένη τον πραγματισμό. Σε αυτόν, σε αντίθεση με ό,τι συνέβαινε στα κομμουνιστικά κόμματα παλαιότερα, το ιδεολογικό ξεκαθάρισμα δεν αποτελεί πρώτη προτεραιότητα[6].

Το «κόμμα Μπανιά», πάντως, δεν είναι αμελητέα δύναμη στον ΣΥΡΙΖΑ. Ποιο είναι αυτό; Είναι η αριστερή ενδοκομματική αντιπολίτευση του ΚΚΕ εσωτερικού, η οποία, με επικεφαλής τον Γιάννη Μπανιά, γραμματέα του κόμματος από το 1982 έως το 1987, αντιτάχθηκε στον Λεωνίδα Κύρκο και τη «μετεξέλιξη» του κόμματος σε μη κομμουνιστικό – τη μετέπειτα Ελληνική Αριστερά (ΕΑΡ). Η ομάδα αυτή, την οποία –προς διευκόλυνση του αναγνώστη– θα ονομάζω εφεξής, εν γνώσει τού ότι δεν ακριβολογώ, «κομμουνιστική ανανέωση», υποστήριζε την «αναβάθμιση» του ΚΚΕ εσωτερικού, με διατήρηση του κομμουνιστικού χαρακτήρα του.

Η εσωκομματική εκείνη σύγκρουση κορυφώθηκε στο 4ο Συνέδριο του ΚΚΕ εσωτερικού, τον Μάιο του 1986, όπου –χάρη και στην αναπάντεχη συμπόρευση του Κώστα Φιλίνη– η γραμμή Κύρκου επικράτησε. Έτσι, τον Ιανουάριο του 1987, σημαντική μειοψηφία μελών της Κεντρικής Επιτροπής του (ενιαίου) τότε ακόμη ΚΚΕ εσωτερικού και η πλειοψηφία των στελεχών του Ρήγα Φεραίου αποχώρησαν από το κόμμα, για να ιδρύσουν το ΚΚΕ εσωτερικού-Ανανεωτική Αριστερά. Στις εκλογές του Ιουνίου 1989, που επακολούθησαν, το σχήμα αυτό συγκέντρωσε μόλις το 0,28% των ψήφων, έναντι του 13,13% του Συνασπισμού της Αριστεράς και της Προόδου, τον οποίο είχαν λίγο πρωτύτερα συστήσει το ΚΚΕ, η ΕΑΡ και άλλες κινήσεις της Αριστεράς και της Κεντροαριστεράς, με πρόεδρο τον Χαρίλαο Φλωράκη και γραμματέα τον Λεωνίδα Κύρκο. Ακόμη μικρότερο ποσοστό πήρε το «κόμμα Μπανιά» στις εκλογές του Απριλίου 1990[7].

Η ήττα ήταν συντριπτική. Παρά ταύτα, δεν σήμανε και το τέλος αυτής της τάσης. Αφού προηγουμένως μετεξελίχθηκε στην Ανανεωτική Κομμουνιστική Οικολογική Αριστερά (ΑΚΟΑ), εντάχθηκε το 2004 στον Συνασπισμό, ο οποίος, μετά την αποχώρηση από τις τάξεις του του ΚΚΕ, το 1991, είχε ως βασικό κορμό τούς πρώην «ανανεωτικούς» του Περισσού. Επικεφαλής του Συνασπισμού ήταν από το 1994 ο Νίκος Κωνσταντόπουλος, τον οποίο διαδέχθηκε το 2004 ο Αλέκος Αλαβάνος. Έτσι, στις εκλογές του 2007, η τάση εξέλεξε για πρώτη φορά εκπροσώπους στη Βουλή, τον Γιάννη Μπανιά πρώτο βουλευτή επικρατείας, και τον Περικλή Κοροβέση στην Α’ Αθηνών[8]. Έκτοτε, στις ενδοκομματικές διαμάχες που ακολούθησαν, η τάση επέλεξε να υποστηρίξει τον Αλέξη Τσίπρα, υποψήφιο δήμαρχο Αθηναίων το 2006, ο οποίος, χάρη και στις δικές της ψήφους, εκλέχθηκε στην ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ τον Φεβρουάριο του 2008[9]. Έτσι, η κομμουνιστική ανανέωση κατάφερε να τον αποσπάσει από την αγκάλη του Αριστερού Ρεύματος, στο οποίο είχε συσπειρωθεί η μεγάλη πλειονότητα όσων είχαν αποσπασθεί από το ΚΚΕ και την ΚΝΕ, είτε «εξ αριστερών» το 1989[10], είτε κυρίως «εκ δεξιών» το 1991, μετά τη μείζονα διάσπαση του ΚΚΕ, ύστερα από το 13ο συνέδριό του[11].

Επί συνόλου 90 υπουργών και υφυπουργών των κυβερνήσεων ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ, 16 προέρχονται από την κομμουνιστική ανανέωση (με το ποσοστό τους πάντως να μειώνεται δραματικά, μετά τον τελευταίο ανασχηματισμό (29.8.2018). 27 είναι οι προερχόμενοι από το ΚΚΕ και την ΚΝΕ[12]. Έτσι, αθροιστικά, οι πρώην κομμουνιστές –χωρίς να συμπεριλαμβάνονται όσοι ανήκαν στην εξωκοινοβουλευτική Αριστερά– είχαν την πλειοψηφία στις πρώτες κυβερνήσεις ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ˙ σε κάθε περίπτωση, αποτελούσαν και αποτελούν τις κατά πολύ πιο πολυάριθμες και συμπαγείς ομάδες υπουργών και υφυπουργών, σε όλες τις κυβερνήσεις που σχηματίσθηκαν μετά τις εκλογές του Ιανουαρίου 2015. Από μια πρόχειρη συγκριτική έρευνα –και με την επιφύλαξη όσων διατύπωσα στην εισαγωγική παράγραφο του παρόντος άρθρου για τη μικρή σημασία τέτοιου είδους στατιστικών– νομίζω ότι αυτό συμβαίνει για πρώτη φορά σε χώρα της Δυτικής Ευρώπης από το τέλος του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου[13].

Με κριτήριο, λοιπόν, την πολιτική προέλευσή τους, τα μέλη των κυβερνήσεων ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ κατανέμονται από τον Ιανουάριο του 2015 ως εξής:



Αριθμητικά, συνεπώς, ο ισχυρισμός ότι την Ελλάδα κυβερνά το «κόμμα Μπανιά» δεν ευσταθεί. Επί της ουσίας, εν τούτοις, μετά την αποχώρηση από τον ΣΥΡΙΖΑ, το καλοκαίρι του 2015, του Παναγιώτη Λαφαζάνη και των άλλων στελεχών που διαφωνούσαν με τη φιλοευρωπαϊκή στροφή του Αλέξη Τσίπρα και συγκρότησαν την ΛΑΕ, η επιρροή του ενισχύθηκε. Επιπλέον, όπως γρήγορα φάνηκε, η συμφωνία με τους δανειστές μας στις 12-13/7/2015 δεν ήταν μια τακτικίστικη πιρουέτα: για τον ίδιο τον Αλέξη Τσίπρα –το ειδικό βάρος του οποίου παραμένει τεράστιο, όχι μόνον επειδή είναι ο πρωθυπουργός της χώρας, αλλά και επειδή είναι ο αδιαφιλονίκητος ηγέτης του ΣΥΡΙΖΑ– ήταν η απαρχή μιας αργής αλλά σταθερής μετατόπισης προς τις θέσεις που από παλιά η τάση της κομμουνιστικής ανανέωσης υποστήριζε για την «Ευρώπη των εργαζομένων» και τη θέση της Ελλάδας σε αυτή. Δεν στερείται συνεπώς σημασίας η παρατήρηση ότι, το 2015, οι εσωκομματικοί αντίπαλοι του Λεωνίδα Κύρκου «επέστρεψαν».

Β’

Η εμφάνιση του ευρωκομμουνισμού

Τι σχέση όμως μπορεί να έχουν όλα αυτά με το βιβλίο του Σωτήρη Βαλντέν και όσα συνέβησαν πριν από 45 χρόνια, το 1972-1973;

Για την ανανεωτική πτέρυγα της κομμουνιστικής Αριστεράς, η διετία αυτή ήταν από πολλές απόψεις καθοριστική. Το στοίχημά της ήταν διπλό: από τη μια να επικρατήσει έναντι του ΚΚΕ υπό συνθήκες παρανομίας. Και, από την άλλη, να καταξιωθεί ως αξιόπιστος και αποτελεσματικός αντιστασιακός φορέας, σε μιαν εποχή όπου η ανάπτυξη του μαζικού φοιτητικού κινήματος άλλαζε τα δεδομένα του αντιδικτατορικού αγώνα.

Εκ των υστέρων, με τη γνώση όσων έκτοτε μεσολάβησαν, ο υποψιασμένος αναγνώστης δεν μπορεί παρά να διερωτηθεί πώς κατόρθωνε στην Ελλάδα ο κομμουνισμός να ασκεί εκείνα τα χρόνια τόσο μεγάλη γοητεία, ειδικά στους νέους. Υπενθυμίζεται ότι το ΚΚΕ ήταν παράνομο από το 1947 και ότι –εξ αιτίας των διώξεων που είχαν υποστεί– οι κομμουνιστές, με τους αγώνες και τις θυσίες τους, διατηρούσαν σημαντική ηθική αίγλη, παρά τα ολέθρια λάθη που είχαν διαπράξει.

Από την άλλη, μετά την εισβολή του Συμφώνου της Βαρσοβίας στην Τσεχοσλοβακία (1968), τίποτα δεν κουνιόταν στην Ανατολική Ευρώπη, η δε Σοβιετική Ένωση επί Μπρέζνιεφ διήνυε μια γκρίζα περίοδο, χωρίς τον ζόφο των γκουλάγκ, όπως παλαιότερα, αλλά με συνεχείς διώξεις των διαφωνούντων, σε μια κοινωνία όπου μόνο τα μέλη του κόμματος και της νομενκλατούρας ευημερούσαν. Εν τούτοις, στην Ευρώπη τα πράγματα ήταν διαφορετικά, με το Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα να αποστασιοποιείται από τη Μόσχα και να επεξεργάζεται τον λεγόμενο «δημοκρατικό δρόμο» προς το σοσιαλισμό, ο οποίος δεν μπορούσε παρά να είναι «εθνικός». Τότε ήταν που, λίγο μετά την εκλογή του ως γραμματέα (1972), ο Ενρίκο Μπερλινγκουέρ διατύπωσε, με αφορμή την ανατροπή του Σαλβαντόρ Αλιέντε στη Χιλή (1973), τη στρατηγική «ιστορικού συμβιβασμού». Για τον Μπερλινγκουέρ, στην Ευρώπη τουλάχιστον, η εποχή των επαναστατικών ρήξεων είχε οριστικά παρέλθει. Και θα ήταν λάθος η πορεία προς το σοσιαλισμό να εξαρτάται από συγκυριακές πλειοψηφίες· θα έπρεπε, αντίθετα, να στηρίζεται στη μακρόπνοη συμμαχία των ευρύτερων λαϊκών στρωμάτων, με σεβασμό της αυτοτέλειας των πολιτικών φορέων τους. Ήταν το πρόπλασμα του ρεύματος που, λίγο αργότερα, το 1977, μετά τη συνάντηση του Μπερλινγκουέρ με τον γάλλο κομμουνιστή ηγέτη Ζωρζ Μαρσαί και τον ισπανό ομόλογό τους Σαντιάγο Καρίγιο στη Μαδρίτη, ονομάσθηκε «ευρωκομμουνισμός».

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο –με τη Δημοκρατική Άμυνα να έχει κατ’ ουσίαν διαλυθεί μετά τις συλλήψεις του 1969 και τον Ανδρέα Παπανδρέου να μιλά από τον Καναδά για «μικρές και ευέλικτες ένοπλες ομάδες», οι οποίες θα ανέτρεπαν, τάχα δυναμικά, τη δικτατορία– ήταν περίπου αναμενόμενο το όραμα του κομμουνισμού, και μάλιστα ενός κομμουνισμού με ελευθερία και δημοκρατία, όπως τον επαγγέλλονταν οι κομμουνιστές της Ιταλίας, να ασκεί συγκριτικά μεγάλη γοητεία στα ανήσυχα μυαλά. Υπενθυμίζεται ότι το κεντρικότερο ίσως σημείο της ενδοκομματικής ρήξης, που κορυφώθηκε με τη διάσπαση του 1968, ήταν η τυφλή εξάρτηση της εξόριστης ηγεσίας του ΚΚΕ από το ΚΚΣΕ, δηλαδή ο ένας από τους δυο «γενεσιουργούς λόγους» του ευρωκομμουνισμού (ο άλλος, όπως προαναφέρθηκε, ήταν ο λεγόμενος «δημοκρατικός δρόμος» προς το σοσιαλισμό)[14]. Δεν πρέπει συνεπώς να εκπλήσσει το γεγονός ότι, το 1972, οι νέοι που ακολουθούσαν το ΚΚΕ εσωτερικού προτίμησαν να ιδρύσουν «κομμουνιστική» οργάνωση, την ΚΟΣ, παρά μετωπική, όπως ήταν ο Ρήγας Φεραίος, τον οποίο επέλεξαν λίγους μήνες αργότερα.

Γ’

Οι διασπάσεις του 1973 και του 1978

Από εκεί και πέρα –και στο σημείο αυτό η μαρτυρία του Βαλντέν είναι διαφωτιστική– το ερώτημα που έμελλε να διχάσει και το ΚΚΕ εσωτερικού δεν αφορούσε το απώτερο όραμα του σοσιαλισμού –τον οποίο όλοι, τουλάχιστον στα λόγια, οραματίζονταν ως δημοκρατικό και προσαρμοσμένο στις εθνικές μας ιδιαιτερότητες– αλλά τις άμεσες προτεραιότητες του αντιδικτατορικού αγώνα. Και για μεν την ανάγκη μιας σφιχτής παράνομης οργάνωσης που θα καθοδηγούσε ένα ευρύτερο μετωπικό αντιδικτατορικό σχήμα, όλοι περίπου συμφωνούσαν. Από την άλλη, το ΚΚΕ εσωτερικού ήταν το τελευταίο που ευθυνόταν για τη μη επίτευξη της ενότητας όλων των αντιδικτατορικών δυνάμεων[15]. Τελικά, εν τούτοις, όπως πάντοτε συμβαίνει, τα γεγονότα κύλησαν πιο γρήγορα από όσο υπολόγιζαν ακόμη και τα πιο ανοιχτά μυαλά.

Δεν έχει νόημα να αναφερθώ εδώ στα γεγονότα που οδήγησαν, το χειμώνα του 1973-74, στην πρώτη διάσπαση του ΚΚΕ εσωτερικού. Αν και εκ πρώτης όψεως η σύγκρουση αφορούσε ζητήματα τακτικής –δηλαδή το πρακτέο αν η «φιλελευθεροποίηση» της δικτατορίας προχωρούσε–, γρήγορα φάνηκε ότι οι διαφωνίες είχαν προ πάντων ιδεολογικό χαρακτήρα. Για τους διαφωνούντες, το ζήτημα ήταν να μη θυσιασθεί σε όφελος της ενότητας των αντιδικτατορικών δυνάμεων ο κομμουνιστικός χαρακτήρας του κόμματος.

Οι θέσεις που διατύπωσαν τότε ο Ηλίας Ηλιού και ο Λεωνίδας Κύρκος, ότι η Αριστερά δεν θα πρέπει να αποκλείσει εκ των προτέρων τη συμμετοχή της στις εκλογές που η δικτατορία είχε εξαγγείλει αλλά να καθορίσει τη στάση της ανάλογα με το αν πληρούνταν μερικές βασικές προϋποθέσεις (παροχή γενικής αμνηστίας, αναγνώριση όλων των πολιτικών κομμάτων και ίση μεταχείρισή τους στις εκλογές, κατάργηση του χουντικού Συνταγματικού Δικαστηρίου), προκάλεσαν τότε θύελλα αντιδράσεων. Κανένας άλλος αντιστασιακός φορέας δεν τις υιοθέτησε, ενώ ο Ανδρέας Παπανδρέου και αρκετοί από τους γνωστότερους εκπροσώπους των παλαιών πολιτικών τις αποδοκίμασαν.

Τότε ακριβώς προκλήθηκε και το πρώτο μεγάλο ρήγμα στην ενότητα του ΚΚΕ εσωτερικού, αφού η εξέγερση του Πολυτεχνείου επέσπευσε τις εξελίξεις. Διότι ναι μεν, χάρη κυρίως στον Σταύρο Τσακυράκη και τον Γιάννη Βούλγαρη, ο Ρήγας Φεραίος πρωτοστάτησε στην ανάδειξη και τη δράση της περίφημης Συντονιστικής Επιτροπής του Πολυτεχνείου, πλην όμως, στις πρώτες ώρες της κατάληψης, η ηγεσία του κόμματος ταλαντεύτηκε ανάμεσα στην υποστήριξη και την καταγγελία, διστάζοντας να πάρει σαφή θέση[16].

Η σπουδαιότερη συνέπεια της εσωκομματικής σύγκρουσης που επακολούθησε ήταν η αδρανοποίηση έκτοτε ορισμένων ιστορικών στελεχών του κόμματος, όπως ο Νίκος Καρράς και, προ πάντων, η αποχώρηση από το ΚΚΕ εσωτερικού μεγάλου αριθμού στελεχών της σημαντικότερης οργάνωσής του στο εξωτερικό, της κομματικής οργάνωσης Παρισιού. Με επικεφαλής τον Άγγελο Ελεφάντη, τον Νίκο Χατζηνικολάου, τον Νίκο Πολίτη και άλλα μέλη της συντακτικής ομάδας του περιοδικού Αγώνας, οι αποσχισθέντες κατήγγειλαν ως «συμβιβαστική» τη γραμμή της ηγεσίας και τράβηξαν τον δικό τους δρόμο.

Η Μεταπολίτευση άλλαξε βέβαια τα δεδομένα του προβλήματος. Αρχικά, οι Στόχοι του Έθνους, η εμπνευσμένη διακήρυξη η οποία, διά χειρός Λεωνίδα Κύρκου, συνόψισε τη νέα στρατηγική του ΚΚΕ εσωτερικού υπό συνθήκες νομιμότητας, κατάφερε αρχικά να συγκρατήσει τους διαφωνούντες με την κομματική γραμμή της Εθνικής Αντιδικτατορικής Δημοκρατικής Ενότητας (ΕΑΔΕ), πεμπτουσία της οποίας ήταν η διατήρηση του αντιδικτατορικού μετώπου, για την αποτροπή νέας εκτροπής. Οι αντιπολιτευόμενοι, εν τούτοις, την επίσημη γραμμή εξακολουθούσαν να ασκούν σημαντική επιρροή, τουλάχιστον σε επίπεδο νεολαίας, κάτι που γρήγορα φάνηκε με την οξεία διαμάχη για τον κομμουνιστικό ή μη χαρακτήρα του Ρήγα Φεραίου –το περίφημο ΕΚΟΝ ή ΕΠΟΝ– το 1976. Η ισχύς των διαφωνούντων επιβεβαιώθηκε την άνοιξη του 1978, με τη διάσπαση του Ρήγα Φεραίου και τη δημιουργία της λεγόμενης Β’ Πανελλαδικής. Και πάλι, το διακύβευμα ήταν να μη θυσιαστεί ο κομμουνιστικός χαρακτήρας του κόμματος, αυτή τη φορά σε όφελος της «αστικής ενσωμάτωσης».

Αν σκεφτεί κανείς ότι πάνω από το 60% των μελών του Ρήγα Φεραίου είτε διαγράφηκαν είτε εγκατέλειψαν τότε την οργάνωση, θα αντιληφθεί γιατί η διάσπαση αυτή είχε σημαντικές επιπτώσεις. Κεντρικό σύνθημα της Β’ Πανελλαδικής ήταν το «Όχι στον αστικό εκσυγχρονισμό» και οι θεωρητικοί της μετέφεραν στην Ελλάδα τα επιχειρήματα του γάλλου φιλοσόφου Λουί Αλτουσέρ και της αριστερής κριτικής στον ευρωκομμουνισμό, στην οποία, εκτός των άλλων, ξεχώριζε τότε στο Παρίσι ο Νίκος Πουλαντζάς[17].

Με ιδιαίτερη επιρροή στο χώρο των πανεπιστημίων, η Β’ Πανελλαδική συμπορεύθηκε με το πρωτοεμφανιζόμενο τότε κίνημα του ΕΔΠ εναντίον του νόμου 815/1978, στην κατάργηση του οποίου, προτού εφαρμοσθεί, πρωτοστάτησε. Από αυτήν, εξ άλλου, προέκυψαν και οι λεγόμενες Αριστερές Συσπειρώσεις, που από τότε δραστηριοποιούνται στα περισσότερα πανεπιστήμια της χώρας. Η ακραία στάση που η Β’ Πανελλαδική υιοθέτησε στην πορεία του Νοεμβρίου 1980 για την επέτειο του Πολυτεχνείου όταν, στα σοβαρά επεισόδια που προκάλεσαν διαδηλωτές της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς αλλά και της Β’ Πανελλαδικής, έπεσαν θύματα της αστυνομικής βίας ο Ιάκωβος Κουμής και η Σταματίνα Κανελλοπούλου, ήταν η τελευταία αξιοσημείωτη δημόσια παρουσία της[18].

Παρ’ ότι ο κύριος όγκος των μελών του ΚΚΕ εσωτερικού δεν ακολούθησε τους αποχωρήσαντες, ούτε το 1973 ούτε το 1978, οι δυο αυτές εσωκομματικές κρίσεις είχαν μακροχρόνιες επιπτώσεις.

Οι μεν «Παρισινοί» έμελλαν, γύρω από το περιοδικό Ο Πολίτης, να συγκροτήσουν από το 1976 τον πιο αξιόλογο πνευματικό πυρήνα του ρεύματος της κομμουνιστικής ανανέωσης. Οξύτατα επικριτική απέναντι στη Σοβιετική Ένωση και τον υπαρκτό σοσιαλισμό, η «ομάδα Ελεφάντη» άσκησε επί σχεδόν τρεις δεκαετίες πολύ ευρύτερη επιρροή στα πνευματικά πράγματα της χώρας από όσο το μέγεθός της άφηνε να εννοηθεί. Από την άλλη, η ίδια ομάδα ήταν η πρώτη που άσκησε συστηματική κριτική στο λαϊκισμό του ΠΑΣΟΚ, σε μια περίοδο που τόσο το ΚΚΕ όσο και το ΚΚΕ εσωτερικού αναζητούσαν διαύλους επικοινωνίας μαζί του. Χαρακτηριστικό ήταν το επεισόδιο της «ψήφου Αλευρά», την άνοιξη του 1985, όταν, σε αντίθεση προς τον Λεωνίδα Κύρκο που από την πλατεία Ομονοίας συνέχαιρε τον Χρήστο Σαρτζετάκη για την εκλογή του, η ομάδα αυτή είχε την τόλμη να συμπορευθεί με όσους, από την ευρύτερη Αριστερά, κατάγγειλαν τα «έγχρωμα» ψηφοδέλτια και τις άλλες αθέμιτες μεθοδεύσεις που είχε ακολουθήσει τότε το ΠΑΣΟΚ για την επικράτηση του εκλεκτού της. Και τούτο με την απλή για τα σημερινά δεδομένα, αλλά πρωτοποριακή για τα τότε θέση ότι η δημοκρατία δεν είναι εργαλείο για το πέρασμα στο σοσιαλισμό, αλλά αυτοσκοπός, που δεν μπορεί να θυσιάζεται για οποιαδήποτε σκοπιμότητα[19].

Όσο για τους υποστηρικτές της Β’ Πανελλαδικής που αποκόπηκαν από το Ρήγα Φεραίο το 1978, αρκεί να λεχθεί ότι ανήκαν σχεδόν όλοι στη γενιά του Πολυτεχνείου. Οι περισσότεροι, έκτοτε, είτε αδρανοποιήθηκαν πολιτικά είτε ακολούθησαν διαφορετικούς δρόμους.

Δ’

Η ιδεολογία των διαφωνούντων

Υπάρχει άραγε ένα αόρατο νήμα που να συνδέει τις ανωτέρω ρήξεις μεταξύ τους ή ήταν τυχαία περιστατικά; Το 1973, το 1978 και το 1986-87, οι πρωταγωνιστές δεν ήταν βέβαια οι ίδιοι και τα διακυβεύματα διέφεραν. Μολαταύτα, πιστεύω ότι οι αποσχισθέντες είχαν και στις τρεις περιπτώσεις παραπλήσια κίνητρα: να είναι μεν το κόμμα πολυτασικό και αντιδογματικό, να διατηρηθεί εν τούτοις –αν όχι και να ενισχυθεί– ο κομμουνιστικός χαρακτήρας του. Τα κίνητρά τους, με άλλα λόγια, ήταν εν τέλει ιδεολογικά.

Ποιος ήταν τέλος πάντων, στο τέλος του 20ού αιώνα, ο κομμουνιστικός αυτός χαρακτήρας, που δεν έπρεπε με τίποτα να εγκαταλειφθεί; Πρώτα απ’ όλα μετρούσαν τα ίδια τα σύμβολα, από το σφυροδρέπανο και την κόκκινη σημαία έως το επίθετο «κομμουνιστικός». Η εγκατάλειψή τους, σε μια χώρα μάλιστα όπου ήταν απαγορευμένα επί τρεις σχεδόν δεκαετίες, θεωρούνταν ανεπίτρεπτη υποχώρηση. Από εκεί και πέρα, εν τούτοις, τα πράγματα ήταν θολά. Εν όσω η δικτατορία του προλεταριάτου και το σοβιετικό μοντέλο απορρίπτονταν κατ’ αρχήν από όλες τις συνιστώσες των διαφωνούντων, δεν ήταν σαφές αν αυτές αποδέχονταν, χωρίς επιφυλάξεις και αστερίσκους, το πολίτευμα της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Και όπως εύκολα μπορεί να υποθέσει κανείς, η διφορούμενη αυτή στάση, είχε αρκετές παράπλευρες συνέπειες. Αυτό είναι το πρώτο σημείο στο οποίο θα ήθελα να σταθώ. Το δεύτερο είναι τα μέσα του αγώνα.

α. Φιλελεύθερη δημοκρατία: μια διφορούμενη τοποθέτηση

Η μείζων λοιπόν διαφοροποίηση των διαφωνούντων με την πολιτική του ΚΚΕ εσωτερικού, και ειδικά του Λεωνίδα Κύρκου, απέρρεε από τη διαχρονικά αμφίθυμη σχέση τους προς την ίδια την κοινοβουλευτική δημοκρατία. Ασφαλώς, τα χρόνια της χούντας, η ανατροπή της δικτατορίας αποτελούσε για όλους πρώτη προτεραιότητα. Εν τούτοις, πέρα από τα ζητήματα τακτικής που γέννησε η περίοδος Μαρκεζίνη, νομίζω ότι οι διαφωνίες όσων αποχώρησαν το 1973 αφορούσαν και θέματα ουσίας. Η αντιπροσωπευτική δημοκρατία δεν ήταν γι’ αυτούς ζήτημα αρχής, δεν ήταν θέμα εκτός πάσης συζητήσεως, αλλά απλώς το αναγκαίο στάδιο στο δρόμο προς το σοσιαλισμό. Και μπορεί μεν να διαβεβαίωναν ότι η δράση όλων των πολιτικών κομμάτων θα ήταν ελεύθερη τόσο κατά τη μεταβατική περίοδο όσο και όταν ο σοσιαλισμός θα επικρατούσε, πλην όμως, παράλληλα προς τη Βουλή, θα καθιερώνονταν και μορφές άμεσης δημοκρατίας, ώστε ο λαός να μπορεί «αδιαμεσολάβητα» να αποφασίζει για όλα τα βασικά ζητήματα που τον αφορούν. Το ότι οπουδήποτε επιχειρήθηκε παρόμοια υποκατάσταση η φιλελεύθερη δημοκρατία είτε υπέφερε είτε καταργήθηκε δεν φαίνεται να απασχόλησε ποτέ τους οπαδούς των δημοψηφισμάτων, όψιμους και παλαιότερους.

Για τους υποστηρικτές της κομμουνιστικής ανανέωσης και όσους συμμερίζονται τις αντικοινοβουλευτικές επιφυλάξεις τους –όχι μόνο στην Αριστερά αλλά και στο άλλο μισό του πολιτικού φάσματος–, η εκλογή αντιπροσώπων και η παροχή προς αυτούς ελεύθερης εντολής οδηγεί από τη φύση της στην επικράτηση των επαγγελματιών τής πολιτικής και των τεχνοκρατών σε βάρος των «αυθεντικών εκφραστών» της λαϊκής θέλησης. Εξ ου –όπως ισχυρίζονται– και ο φετιχισμός των αριθμών σε βάρος της πραγματικής ζωής, το προβάδισμα της οικονομίας σε βάρος της πολιτικής. Να θυμίσω ότι, με αυτό ακριβώς το σκεπτικό, ο Αλέξης Τσίπρας, το 2016, εξήγγειλε αναθεώρηση του Συντάγματος ώστε να καθιερωθούν, μεταξύ άλλων, και πέντε διαφορετικά είδη δημοψηφισμάτων[20]. Ίσως έτσι να εξηγείται το ανιστορικό αλληθώρισμα προς την «μπολιβαριανή δημοκρατία» και το καθεστώς Τσάβες από τη μια και η συνεχιζόμενη χρήση του όρου «αστική δημοκρατία» στον πολιτικό λόγο τους από την άλλη, κατ’ αντιδιαστολή προς την «πραγματική», την οποία, όταν έρθει η ώρα, ο ΣΥΡΙΖΑ και οι σύμμαχοί του θα οικοδομήσουν.

Η εργαλειακή αντίληψη του δικαίου, των θεσμών και, εν τέλει, του ίδιου του Συντάγματος, είναι η άλλη μείζων ιδεολογική συνέπεια της αμφίσημης στάσης απέναντι στη φιλελεύθερη δημοκρατία. Με μια ιακωβίνικης έμπνευσης αντιμετώπιση του νόμου ως «έκφρασης της γενικής θέλησης», η αρχή της λαϊκής κυριαρχίας δεν θεωρείται απλώς «θεμέλιο του πολιτεύματος» –όπως άλλωστε τη θέλει το Σύνταγμα (άρθρο 1 παρ. 2)– αλλά η μόνη νομιμοποιητική βάση για όλες τις μείζονες πολιτικές αποφάσεις. Λησμονείται έτσι ότι το ίδιο το Σύνταγμα, αμέσως κατόπιν, ναι μεν ορίζει ότι όλες οι εξουσίες «πηγάζουν από το λαό», διευκρινίζει όμως ταυτόχρονα ότι δεν ασκούνται εική και ως έτυχεν, αλλά «καθ’ ον τρόπον» το ίδιο προβλέπει (άρθρο 1 παρ. 3). Η υποταγή αυτή της λαϊκής θέλησης στο Σύνταγμα είναι η σημαντικότερη ασφαλιστική δικλίδα για να αποτραπεί η μονοπώληση της εξουσίας από την εκάστοτε πλειοψηφία. Η δεύτερη είναι η διάκριση των εξουσιών.

Η βαθιά καχυποψία έναντι της δικαιοσύνης και των δικαστών ήταν, ανέκαθεν, σταθερό γνώρισμα των αντιλήψεων της Αριστεράς για το Σύνταγμα και τους θεσμούς. Από την εποχή του Ρουσσώ, έως και τις «λαϊκές» δημοκρατίες, η διάκριση των εξουσιών απορρίπτονταν ως τέχνασμα που σκαρφίστηκαν οι κυρίαρχες τάξεις για να ανακόψουν τη λαϊκή ορμή. Θα δεχθώ εξ άλλου ότι οι θέσεις αυτές είχαν ανέκαθεν σοβαρή απήχηση σε ολόκληρο το πολιτικό φάσμα. Για τον ΣΥΡΙΖΑ, πάντως, έπειτα από τρία χρόνια στην κυβέρνηση, θα περίμενε κανείς ότι ο προβληματισμός του δεν θα παρέμενε τόσο πρωτόγονος. Και ότι γι’ αυτόν η δικαιοσύνη δεν θα ήταν καλή μόνον όταν εκδίδει αποφάσεις που μας βολεύουν. Πώς να εξηγήσει κανείς, διαφορετικά, ότι εξακολουθεί να αναθέτει μεγάλο μέρος της ευθύνης στο πολύ κρίσιμο αυτό πεδίο σε πρόσωπα που ούτε καν ανήκουν στην Αριστερά, τα οποία ως μόνο προσόν διαθέτουν μερικά παλιά εύσημα επηρεασμού[21]. Νομοτελειακά, όμως, όταν δεν διασφαλίζεται ανεξάρτητη δικαστική προστασία, τα δικαιώματα του ανθρώπου ισχύουν μόνο στα χαρτιά.

Θα ήταν πάντως άδικο να παραβλέψει κανείς ότι, θεωρητικά τουλάχιστον, η τάση της κομμουνιστικής ανανέωσης υποστηρίζει από παλιά το σεβασμό των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Από την εποχή ακόμη του «υπαρκτού σοσιαλισμού» είχε πάρει ανοιχτά θέση υπέρ των διαφωνούντων στη Σοβιετική Ένωση και τις άλλες λαϊκές δημοκρατίες, ενώ πρώτη αυτή υιοθέτησε τα συνθήματα του Μάη του 1968 για τη σεξουαλική απελευθέρωση, τη θέση της γυναίκας και το σεβασμό των σεξουαλικά «διαφορετικών». Ο ΣΥΡΙΖΑ, μάλιστα, τόλμησε να ψηφίσει και σχετικούς νόμους, παρά τις αντιδράσεις της Δεξιάς και της Εκκλησίας. Τέλος, και αυτό είναι προς τιμήν του, αναδεικνύει τα δικαιώματα (μαζί με την αλληλεγγύη) ως βασικούς πυλώνες της πολιτικής του στο προσφυγικό. Δεν έχει εν τούτοις απορρίψει ακόμη τον παραδοσιακό εκλεκτικισμό της κομμουνιστικής Αριστεράς απέναντι σε ορισμένα δικαιώματα.

Δεν αναφέρομαι στην πριμοδότηση των κοινωνικών δικαιωμάτων έναντι των ατομικών, ούτε βέβαια στην εξ ίσου δεδομένη για ένα αριστερό κόμμα προτίμηση της ισότητας έναντι της ελευθερίας[22]. Εννοώ τον παρωχημένο τρόπο με τον οποίο αρκετά στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ εξακολουθούν να αντιλαμβάνονται δυο από τα θεμελιωδέστερα δικαιώματα του κλασικού καταλόγου: την ελευθερία της έκφρασης και τα περιουσιακά δικαιώματα. Για μεν την πρώτη, η επιδίωξη να χειραγωγηθούν όσο το δυνατόν περισσότερα μέσα ενημέρωσης από τους κυβερνώντες έχει ξεπεράσει κάθε προηγούμενο. Δεν αναφέρομαι βέβαια μόνο στην ΕΡΤ, την οποία, όπως όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις, οι ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ μεταχειρίζονται ως μέσο προβολής του κυβερνητικού έργου, αλλά στη συστηματική προσπάθεια έμμεσου ελέγχου του Τύπου, μέσω φιλικών επιχειρηματικών συγκροτημάτων. Χωρίς ούτε και αυτό να είναι νέο στην ιστορία του ελληνικού Τύπου, το φαινόμενο, από το 2015, έχει πάρει τεράστιες διαστάσεις. Όσο για τα περιουσιακά δικαιώματα, η αμφισβήτηση συνδέεται με την παραδοσιακή δυσπιστία της Αριστεράς απέναντι στην ιδιοκτησία και την επιχειρηματικότητα. Πηγαίνοντας πολύ πέρα από την καταγγελία του «νεοφιλελευθερισμού» και της «ασυδοσίας των αγορών», η αμφισβήτηση αυτή θυμίζει σε αρκετές περιπτώσεις ρητορεία πρωτο-καπιταλιστικής εποχής, καθώς εκφράζει μιαν ανιστορική προκατάληψη κατά της ιδιωτικής πρωτοβουλίας και υπέρ του κράτους. Στάση που, αν λάβει κανείς υπ’ όψη ότι η πραγματοποίηση σοβαρών επενδύσεων αποτελεί σήμερα sinequanonόρο για την έξοδο από την κρίση, δεν είναι απλώς γραφική, αλλά και επιζήμια.

Τα ανωτέρω θα ήταν δευτερεύοντα αν η κομμουνιστική ανανέωση δεν εξακολουθούσε να έχει επαμφοτερίζουσα θέση για ένα θέμα ταμπού στην ιστορία της Αριστεράς, που δεν είναι άλλο από τη χρήση της βίας.

β. Πολιτική βία και βολονταρισμός

Η άρνηση της κομμουνιστικής ανανέωσης να αποκηρύξει χωρίς επιφυλάξεις τη χρήση της βίας στην πολιτική αντιπαράθεση εκδηλώνεται με διαφορετικούς τρόπους: με ανοχή, εν πρώτοις, της «ήπιας» βίας στο πανεπιστήμιο (καταλήψεις, παρεμπόδιση μαθημάτων, διακοπή συνεδριάσεων πανεπιστημιακών οργάνων, τραμπουκισμοί στις εκλογές)· και με ατιμωρησία, από την άλλη, των υπευθύνων για τα «έκτροπα» που σημειώνονται σε δημόσιους χώρους (ξύλο, βανδαλισμοί).

Ειδικά στα ΑΕΙ –προνομιακό χώρο της κομμουνιστικής ανανέωσης από τη δεκαετία του 1970–, η ανοχή αυτή εκδηλώνεται σχεδόν επιθετικά, με το επιχείρημα ότι οι βίαιες ενέργειες καλύπτονται τάχα από το πανεπιστημιακό άσυλο. Πρόκειται βέβαια για προκλητική παραποίηση της ουσίας ενός ευγενούς θεσμού, ο οποίος καθιερώθηκε σε άλλες εποχές, για να υπηρετήσει την ελεύθερη ανταλλαγή ιδεών και απόψεων και όχι για να ευνοήσει τη βία. Η ανοχή αυτή είναι η αιτία της τριτοκοσμικής κατάστασης που επικρατεί στα περισσότερα πανεπιστήμια της χώρας. Η λύση προφανώς δεν βρίσκεται μόνο στη χρήση της δημόσιας δύναμης, αλλά στην κατηγορηματική αποδοκιμασία των υπαιτίων και την απομόνωσή τους, πρωτίστως από την πανεπιστημιακή κοινότητα. Εν τούτοις –και ίσως στο σημείο αυτό να εντοπίζεται το διαχρονικά σοβαρότερο έγκλημα του συγκεκριμένου πολιτικού χώρου– οι πανεπιστημιακοί που πρόσκεινται σε αυτόν όχι μόνο δεν έχουν αποδοκιμάσει ποτέ τη χρήση βίας στα ΑΕΙ, αλλά συχνά έμμεσα την υποθάλπουν. Τι άλλο να σημαίνει άραγε η επαναφορά σχεδόν ατόφιων των μοιραίων περί ασύλου ρυθμίσεων του «νόμου πλαισίου» (ν. 1268/1982) από τον ΣΥΡΙΖΑ, αμέσως μετά την άνοδό του στην εξουσία; Τη χρήση απροκάλυπτης βίας δεν ευνοούσε επίσης και η εσπευσμένη κατάργηση της ηλεκτρονικής ψηφοφορίας στα πανεπιστήμια από τον Αριστείδη Μπαλτά;

Όσο για τις βίαιες ενέργειες σε δημόσιες συναθροίσεις και διαδηλώσεις, η κομμουνιστική ανανέωση άλλοτε τις ευνοούσε· σήμερα, ως κυβέρνηση, απλώς τις ανέχεται. Και τούτο όχι μόνο αποφεύγοντας να παραπέμψει τους υπαίτιους στη δικαιοσύνη, αλλά δικαιολογώντας ευθέως τη συμπεριφορά τους, όταν δεν ξεπερνά ένα ορισμένο μέτρο, με το επιχείρημα ότι πρόκειται για θεμιτό τρόπο έκφρασης πολιτικών απόψεων. Υπέρ της άποψης αυτής επιχειρηματολογεί από παλιά ο Νίκος Παρασκευόπουλος, ο οποίος, μάλιστα, ως υπουργός Δικαιοσύνης, φρόντισε να περάσει και σχετική νομοθετική ρύθμιση. Εν τούτοις, όταν πρόκειται για συστηματική χρήση της βίας από ορισμένους, όπως οι γνωστοί-άγνωστοι «αντιεξουσιαστές», τότε θολώνουν ανεπίτρεπτα τα όρια ανάμεσα στην «ήπια» πολιτική βία που θα πρέπει τάχα να γίνεται ανεκτή και τη «σκληρή», η οποία διώκεται. Φθάνουμε, με άλλα λόγια, σε φαινόμενα απροκάλυπτης «παρανομίας της καθημερινότητας» του τύπου «Ρουβίκωνα», η ανοχή των οποίων από το επίσημο κράτος συνιστά άλλη μια εντυπωσιακή ελληνική ιδιαιτερότητα. Στην ίδια λογική εντάσσεται, όπως πιστεύω, και η νομότυπη μεν πλην προκλητικά επιεικής επί της ουσίας σωφρονιστική μεταχείριση του Δημήτρη Κουφοντίνα, με την έντεχνα καλλιεργούμενη εικόνα ότι πρόκειται για «λαϊκό αγωνιστή», που εντάσσεται τάχα στη μακρυγιαννική παράδοση, την οποία τόσοι και τόσοι στην Ελλάδα έχουν από μακρού επαινέσει.

Αναζητώντας λίγο βαθύτερα τις ρίζες αυτής της αντίληψης, νομίζω ότι δεν πρέπει να μείνει κανείς μόνο στην έλξη που ανέκαθεν ασκούσε η επαναστατική βία στους κομμουνιστές. Αν και η σχέση μεταξύ των δύο δεν μπορεί ιστορικά να αμφισβητηθεί, πιστεύω ότι, υπό τις σημερινές περιστάσεις, η μορφή αυτή πάλης αποκλείεται για πραγματιστικούς αν μη τι άλλο λόγους, από τους διεκδικούντες τη συνέχεια της κομμουνιστικής παράδοσης[23]. Γιατί λοιπόν, παρά ταύτα, η χρήση της βίας να μην καταδικάζεται; Διότι, κατά τη γνώμη μου, ευνοείται αξιολογικά και από μιαν άλλη σπουδαία παράμετρο στην κοσμοαντίληψη του συγκεκριμένου πολιτικού χώρου, τον βολονταρισμό.

Με τη λέξη βολονταρισμός αποδίδεται στην κομμουνιστική αργκό η έννοια της βουλησιαρχίας, η έξαρση δηλαδή της σιδερένιας θέλησης στην πολιτική πράξη έναντι της υπομονής και του μακρόπνοου προγραμματισμού. Ως το αντίθετο της τεχνοκρατίας, ο βολοντορισμός είναι το σταθερότερο χαρακτηριστικό του τρόπου με τον οποίο ο συγκεκριμένος πολιτικός χώρος σκέπτεται και δρα πολιτικά. Αυτά που μετρούν είναι η πρόθεση, το φρόνημα, η πίστη και η αφοσίωση στο σκοπό, και μόνο δευτερευόντως η γνώση. Εξ ου και η υποβάθμιση της ανάγκης για επιτελικό σχεδιασμό και οργάνωση στην πολιτική και, κατ’ επέκταση, την κρατική δράση. Αφού με αταλάντευτη θέληση όλα γίνονται, τα υπόλοιπα είναι «τεχνοκρατικές» ασκήσεις επί χάρτου. Η διαχειριστική ανικανότητα και οι χαμηλές επιδόσεις των στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ, κάθε φορά ιδίως που χρειάζεται να αντιμετωπίσουν έκτακτες περιστάσεις, δεν είναι άσχετη από την εν λόγω αντίληψη. Και κάτι ακόμη χειρότερο: σε αυτήν οφείλεται η επικράτηση στενά κομματικών κριτηρίων στην επιλογή στελεχών για θέσεις ευθύνης. Το αντίθετο δηλαδή της αξιοκρατίας, σε ένα πεδίο όπου η ελληνική διοικητική πρακτική δεν είχε βέβαια να επιδείξει και τίτλους αριστείας.

Αντανάκλαση της χαμηλής ιεράρχησης των θεσμών στην κλίμακα αξιών της κομμουνιστικής ανανέωσης, και του φόβου ότι μέσω αυτών δεν μπορεί τελικά να καταληφθεί η εξουσία, η στάση αυτή είναι κατ’ αρχάς απόρροια της έλλειψης εμπειριών στη διαχείριση των δημόσιων πραγμάτων[24]. Είναι, με άλλα λόγια, συνάρτηση της επί δεκαετίες συνειδητής αποκοπής των κομμουνιστών από τα κέντρα εξουσίας, σε μια κινηματική κοσμοαντίληψη που απορρίπτει κάθε ιδέα μεταρρυθμίσεων «από τώρα», κάθε συμμετοχή στα κοινά, μέχρις ότου έρθει η κρίσιμη στιγμή της κατάληψης της εξουσίας. Στην καλύτερη περίπτωση, πρόκειται για μια σύγχρονη εκδοχή της θυσιαστικής αντίληψης των παλαιών κομμουνιστών. Στη χειρότερη, απορρέει από τη νοοτροπία της κλειστής παρέας, φιλοδοξία της οποίας είναι απλώς να αναπαράγεται «χωρίς συμβιβασμούς» και «παραχωρήσεις». Και τούτο, αδιαφορώντας για το πόσο επηρεάζει τις γενικότερες εξελίξεις. Εξαιρέσεις ασφαλώς υπάρχουν, στις νεότερες ιδίως ηλικίες. Εν τούτοις, τεχνοκρατικά καταρτισμένα στελέχη είναι η εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα της επικράτησης μετριοτήτων με καλές προθέσεις. Πάνω απ’ όλα, λοιπόν, μετρούν οι «δικοί μας άνθρωποι».

Χωρίς να παραγνωρίζω άλλους παράγοντες, πιο «αγοραίους» –όπως ο φόβος για οριστική απώλεια της ακροαριστερής εκλογικής πελατείας[25]– η ευνοϊκή αυτή προκατάληψη προς τις προθέσεις και προς τη δύναμη της θέλησης («που μπορεί ακόμη και βουνά να ισοπεδώσει») είναι ένας ακόμη από τους λόγους που εξηγούν, κατά τη γνώμη μου, την αμφίσημη αντιμετώπιση από τον συγκεκριμένο χώρο όσων χρησιμοποιούν βία με πολιτικά κίνητρα. Γιατί, όσο και αν δεν ομολογείται ανοιχτά, γι’ αυτούς είναι ανεπίτρεπτο να αντιμετωπίζονται ως κοινοί εγκληματίες άτομα με «ευγενή» κίνητρα, που μπορεί μεν να πήραν τον λάθος δρόμο, κάνουν όμως τόσο μεγάλες θυσίες για την επίτευξη των ιδανικών τους.

Ε’

Τι απέμεινε τελικά;

Στις 11 Οκτωβριου 1974, λίγες μόλις μέρες μετά τη νομιμοποίηση όλων των πολιτικών κομμάτων από την κυβέρνηση Καραμανλή, το ΚΚΕ εσωτερικού οργάνωσε σε αθηναϊκό θέατρο την πρώτη ανοιχτή εκδήλωσή του. Σε μια φορτισμένη συγκινησιακά ατμόσφαιρα, κεντρικός ομιλητής ήταν ο Κώστας Φιλίνης, ιστορικός ηγέτης της αριστερής εσωκομματικής αντιπολίτευσης. Μετά από μιαν ειλικρινή αναδρομή στα λάθη του παρελθόντος, διεκδίκησε τη συνέχεια του ΚΚΕ υπό τις νέες συνθήκες. Άμεση πάντως προτεραιότητα του κόμματος ήταν η επίτευξη της μεγαλύτερης δυνατής ενότητας των αντιδικτατορικών δυνάμεων, ώστε να σταθεροποιηθεί η εύθραυστη ακόμη τότε δημοκρατία[26].

Με τους επιδέξιους χειρισμούς του, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής απάλλαξε τότε τους έλληνες κομμουνιστές από διλήμματα παρόμοια με εκείνα που αντιμετώπισαν οι πατεράδες τους μετά την Απελευθέρωση, το 1944. Από πολύ νωρίς ήταν φανερό ότι αποστροφές του τύπου «τι μπρόκολα τι λάχανα» του Χαρίλαου Φλωράκη και της «αλλαγής νατοϊκής φρουράς» του Ανδρέα Παπανδρέου ήταν απλοϊκότητες, χωρίς σχέση με την πραγματικότητα. Στη δημοκρατική Ευρώπη της δεκαετίας του 1970, οπισθοχωρήσεις δεν ήσαν ανεκτές.

Στη συνειδητοποίηση αυτής της αλήθειας εντοπίζεται, κατά τη γνώμη μου, η ιστορική συμβολή του ΚΚΕ εσωτερικού. Διότι στο εσωτερικό της χώρας, εκείνη τη συγκεκριμένη στιγμή, η αποκατάσταση της φιλελεύθερης δημοκρατίας και η ευθυγράμμιση της Ελλάδας με τη Δυτική Ευρώπη δεν ήταν ακόμη δεδομένες. Όπως λέγεται, εκείνους τους μήνες, εκτός από τον Αλέξανδρο Γιωτόπουλο, δεν ήταν λίγα τα στελέχη της κομμουνιστικής ανανέωσης που τριγύριζαν στην Αθήνα, κρύβοντας πολυγράφους και προτρέποντας παλιούς συντρόφους να μη διαλύσουν τα παράνομα δίκτυα της περιόδου της δικτατορίας. Διότι, γι’ αυτούς, ήταν αφελείς όσοι πίστευαν ότι στις 24 Ιουλίου 1974 είχε συντελεσθεί μια πραγματική αλλαγή. Το «βελούδινο» πέρασμα λοιπόν από τη δικτατορία στη δημοκρατία ήταν η μεγάλη συνεισφορά του Λεωνίδα Κύρκου, του Μπάμπη Δρακόπουλου και του Ηλία Ηλιού, οι οποίοι δεν ενέδωσαν ποτέ στον εύκολο λαϊκισμό του συρμού και δεν εκστόμισαν, για λίγες ψήφους, ανοησίες ανάλογες με τις προεκτεθείσες. Η κατάργηση του παρασυντάγματος, οι ελεύθερες εκλογές και το δημοψήφισμα για το πολιτειακό που επακολούθησαν, δικαίωσαν τις προσδοκίες τους και τους έδωσαν το δικαίωμα να επικαλεσθούν ότι συνέβαλαν και οι ίδιοι με τη δράση τους στην επίλυση των σημαντικότερων ιστορικών εκκρεμοτήτων της χώρας. Θα προσέθετα μάλιστα και το εξής περιστατικό, το οποίο δεν έχει έως σήμερα σχολιασθεί όπως θα του άξιζε: η ΕΔΑ και το ΚΚΕ εσωτερικού πήραν ενεργό μέρος, λίγο αργότερα, και στη συζήτηση για την κατάρτιση του νέου Συντάγματος της χώρας, καταθέτοντας πλήρες «αντισχέδιο». Έδειξαν έτσι ότι για την Αριστερά συνέβαινε τότε κάτι ακόμη σημαντικότερο: όπως ακριβώς είχαν πράξει το PCIκαι ο Παλμίρο Τολιάτι στην ιταλική Συντακτική Εθνοσυνέλευση το 1946-47, η κομμουνιστική Αριστερά μετείχε για πρώτη φορά και στην Ελλάδα, με θετικές προτάσεις –και όχι απλώς με καταγγελίες και κριτική– στην ανασυγκρότηση της δημοκρατικής πολιτείας, μετά από μια εθνική καταστροφή[27].

Το ίδιο θα μπορούσε να πει κανείς και για την άλλη μείζονα προτεραιότητα της χώρας τα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης, την ένταξή μας στην ΕΟΚ. Είναι αλήθεια πως η αλλαγή της παλαιάς γραμμής του ΚΚΕ για απόρριψη της σύνδεσης της Ελλάδας με την ΕΟΚ είχε αρχίσει δειλά να συζητείται στο πλαίσιο της προδικτατορικής ΕΔΑ. Πρώτος είχε θέσει ευθέως το ζήτημα στο Π.Γ. του ενιαίου ακόμη ΚΚΕ ο Ηλίας Ηλιού και ο Μπάμπης Δρακόπουλος είχε αναφερθεί σε αυτό απολογούμενος στη δίκη του, το 1972[28]. Έτσι, η αταλάντευτη υποστήριξη της ευρωπαϊκής πορείας της χώρας από το ΚΚΕ εσωτερικού μετά το 1974 δεν ήρθε ξαφνικά. Η σημασία της, εν τούτοις, ήταν αντιστρόφως ανάλογη προς το μέγεθος του συγκεκριμένου κόμματος. Διότι, εκείνα τα χρόνια, όχι μόνον το ΚΚΕ αλλά και το ΠΑΣΟΚ («ΕΟΚ και ΝΑΤΟ, το ίδιο συνδικάτο») απέρριπταν κάθε σχετική συζήτηση. Με άλλα λόγια, το ΚΚΕ εσωτερικού ήταν το μόνο κόμμα της ευρύτερης Αριστεράς και Κεντροαριστεράς που υποστήριζε, με προφανές πολιτικό κόστος, την υπόθεση της ένταξης. Αυτή, κατά τη γνώμη μου ήταν η δεύτερη ιστορική συμβολή του.

Αντίθετα, στη δεύτερη προγραμματική διακήρυξη τού Κώστα Φιλίνη, τη διεκδίκηση δηλαδή της συνέχειας του ΚΚΕ, το ΚΚΕ εσωτερικού απέτυχε παταγωδώς. Όχι μόνο γιατί ο ευρωκομμουνισμός γρήγορα συρρικνώθηκε σαν ρεύμα ακόμη και στις ίδιες τις κοιτίδες του, αλλά και γιατί, στην Ελλάδα, η εκτόξευση του ΠΑΣΟΚ στην αξιωματική αντιπολίτευση (1977) και, αμέσως σχεδόν μετά, στην ίδια την εξουσία (1981) δεν άφηνε περιθώρια σε άλλες αριστερές δυνάμεις να διεκδικήσουν το χώρο ανάμεσα στο ΠΑΣΟΚ και το ΚΚΕ. Πολύ περισσότερο που ο Ανδρέας Παπανδρέου, όπως συνέβη εκείνα τα χρόνια και με τον Φελίπε Γκονζάλες στην Ισπανία, κατάφερε, με πανέξυπνα συνθήματα και εντυπωσιακές υποσχέσεις, να περιθωριοποιήσει όχι μόνο το ΚΚΕ εσωτερικού αλλά και την κομμουνιστική Αριστερά στο σύνολό της, πολύ προτού η πτώση του τείχους του Βερολίνου και η διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης επισφραγίσουν την ήττα του κομμουνισμού σε παγκόσμιο επίπεδο.

Μολαταύτα, η ειρωνεία της ιστορίας θέλησε μια παραφυάδα του κομμουνισμού στην Ελλάδα, η κομμουνιστική ανανέωση, όχι απλά να επιβιώσει αλλά, παρά τις διαδοχικές ήττες της, να αναδειχθεί με τον ΣΥΡΙΖΑ σε μείζονα πολιτική δύναμη και να σχηματίσει κυβέρνηση – με τη συνδρομή, βέβαια, ενός απερίγραπτου δεξιού εταίρου. Αυτό προφανώς δεν οφείλεται στις μαγικές ικανότητες του πολιτικού αυτού ρεύματος αλλά, προ πάντων, στην αποτυχία των δυο βασικών πρωταγωνιστών της Μεταπολίτευσης, του ΠΑΣΟΚ και της Νέας Δημοκρατίας, να συνεννοηθούν εγκαίρως μεταξύ τους, ώστε να αποτρέψουν την πτώχευση και, στη συνέχεια, να περιορίσουν την κρίση. Εν τούτοις, δεν είναι κατά τη γνώμη μου συμπτωματικό ότι το κενό που άφησε η κατάρρευση του πολιτικού συστήματος το 2012 το κάλυψε ο ΣΥΡΙΖΑ.

*****

Στο σημείο αυτό θα ανοίξω μια μικρή παρένθεση, με τρεις μεθοδολογικές παρατηρήσεις:

Πρώτον, η κρίση βρήκε εντελώς «ανυποψίαστους» τους δυο μεγάλους πρωταγωνιστές της Μεταπολίτευσης. Παρ’ ότι θα ήταν λάθος οι ευθύνες τους να εξισωθούν, είναι βέβαιο ότι, μετά το «μαγικό» 2004, Νέα Δημοκρατία και ΠΑΣΟΚ ζούσαν σε μια νιρβάνα, στην ψευδαίσθηση της διαρκούς ανάπτυξης σε μιαν Ευρώπη ευημερούσα, την οποία καμιά κρίση δεν μπορούσε τάχα να διαταράξει. Ανίκανα να αντιληφθούν την επερχόμενη πτώχευση, τα δυο κόμματα εξουσίας βρέθηκαν εντελώς ανέτοιμα όταν ήρθε η κρίση και επαφέθηκαν εξ ολοκλήρου στους δανειστές μας για το πρακτέο. Με αποτέλεσμα, το κόστος να κληθεί να το πληρώσει το πιο ευάλωτο τμήμα της κοινωνίας μας.

Από την άλλη, θα ήταν άδικο να ισχυρισθεί κανείς ότι το 1974 εξαφανίσθηκαν ως διά μαγείας όλοι οι παράγοντες που δηλητηρίαζαν επί δεκαετίες τη δημόσια ζωή της χώρας, από το ρουσφέτι, τους διορισμούς και την αναξιοκρατία, έως τον αντιδυτικισμό στο όνομα της ελληνορθόδοξης ιδιαιτερότητας. Ειδικά ο υπογράφων, έχοντας αφιερώσει το μεγαλύτερο μέρος του συγγραφικού και του διδακτικού έργου του στις «σκοτεινές» αυτές σελίδες της νεότερης ιστορίας μας και την ανάγκη να τις αφήσουμε πίσω, θα είναι ο τελευταίος που θα αρνηθεί ότι η κριτική που ασκήθηκε μετά το 2010 ενάντια στην αλαζονεία της εξουσίας, τις πελατειακές πρακτικές και την κομματικοποίηση του κράτους ήταν αβάσιμη. Εν τούτοις, από αυτό το σημείο έως το να εξομοιώσει κανείς τη Μεταπολίτευση με τις χειρότερες στιγμές του νεοελληνικού κομματισμού, η απόσταση είναι μεγάλη.

Τέλος, θα ήταν λάθος να νομίσει κανείς ότι, από συστάσεως ελληνικού κράτους, η απόρριψη του δυτικού ορθολογισμού, η πριμοδότηση της ισότητας και η υποβάθμιση της ατομικότητας χάριν του «κοινού καλού» –όπως αυτό εκφράζεται από την εκάστοτε πλειοψηφία– χαρακτηρίζουν την ιδεολογία μόνο της Αριστεράς και των προδρόμων της. Έχουν, απεναντίας, πολύ ευρύτερη απήχηση. Είτε ονομάσει κανείς το ρεύμα αυτό λαϊκισμό (δεξιό ή αριστερό) είτε κινηματική αντίληψη της ιστορίας, οι οπαδοί του πολέμησαν λυσσαλέα τον εκσυγχρονισμό από την εποχή του Τρικούπη έως τις μέρες μας. Η ένταξη σε αυτό ήταν από παλιά ο εύκολος τρόπος για να κερδίσεις ψήφους.

*****

Ο ΣΥΡΙΖΑ, ξεκινώντας από το ξέσπασμα της κρίσης, το 2009, έως το καλοκαίρι του 2015, χρησιμοποίησε την πιο ακραία γλώσσα και την πιο ανεύθυνη συνθηματολογία εναντίον όχι μόνο του «νεοφιλελευθερισμού της Μέρκελ» και των «ντόπιων εκπροσώπων» του, αλλά και της «αστικής δημοκρατίας». Ειδικά η κομμουνιστική ανανέωση, λησμονώντας την ιστορική συμβολή του χώρου από τον οποίο προέρχεται, έφθασε ώς το σημείο να απαξιώσει τη μεν Μεταπολίτευση ως περίοδο διαφθοράς και αναξιοπιστίας, τη δε Ευρωπαϊκή Ένωση ως ανάλγητο κλαμπ των νεόπλουτων της παγκοσμιοποίησης. Βρέθηκε έτσι να συμπορεύεται με το ρεύμα του ακραίου λαϊκισμού, προς το οποίο το ΚΚΕ εσωτερικού στην Ελλάδα και ο ευρωκομμουνισμός στη Δυτική Ευρώπη ιστορικά αντιτάσσονταν. Με αποτέλεσμα τα πράγματα να οδηγηθούν στα άκρα, είτε επρόκειτο για την οικονομία που έφτασε στο χείλος του βαράθρου είτε για την ίδια την κοινωνία που διχάστηκε πολιτικά και ταξικά όσο ποτέ άλλοτε μετά το 1974. Αυτά, όμως, για όποιον έχει έστω και ελάχιστη γνώση της ιστορίας, είναι επικίνδυνα παιχνίδια.

Όταν ο Εconomist, σε άρθρο που αφιέρωσε στην έξοδο της Ελλάδας στις αγορές, τον περασμένο Αύγουστο, χαρακτήρισε τον ΣΥΡΙΖΑ «ερασιτεχνικό συνασπισμό πρώην κομμουνιστών και κακοπληρωμένων καθηγητών» (“an amateurish bloc of ex-communists and elbow-patched professors”), ομολογώ πως δυσανασχέτησα[29]. Δεν με ενόχλησε τόσο το προπετές ύφος του περιοδικού –το γνωρίζουν από παλιά οι παροικούντες την Ιερουσαλήμ– όσο το ότι ήθελα να πιστεύω πως ο Αλέξης Τσίπρας και μερικά ακόμη βασικά στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ που σέβονται την ιστορία τους ήταν κάτι παραπάνω απ’ αυτό. Ότι δηλαδή ο ίδιος, ως πρωθυπουργός, και ο χώρος της κομμουνιστικής ανανέωσης στον οποίο εξακολουθεί να στηρίζεται, δεν έκαναν τη μεγάλη στροφή του καλοκαιριού του 2015 μόνον εξ ανάγκης και από ψυχρό υπολογισμό· αλλά γιατί, αντίθετα, είχαν αρχίσει να πείθονται ότι τα ιδεολογικά στερεότυπα που περιέγραψα σε αυτό το άρθρο είναι υπολείμματα μιας άλλης εποχής, ηρωικής ασφαλώς για τους παλαιότερους, αλλά εντελώς ξεπερασμένης για τους νεότερους. Και τούτο όχι μόνο για πολιτικούς αλλά προ πάντων για ηθικούς λόγους. Δυστυχώς, προς μεγάλη μου λύπη, το ακραία διχαστικό «διάγγελμα της Ιθάκης» (21/8/2018) έδειξε ακριβώς το αντίθετο. Και ότι θα χρειασθεί πολύς καιρός ακόμη για να απαλλαγεί η ελληνική Αριστερά από τις αγκυλώσεις που την είχαν καθηλώσει, επί πέντε σχεδόν δεκαετίες, στο περιθώριο της ιστορίας.

*****

Αμφιβάλλω αν ο Σωτήρης Βαλντέν, όταν έγραφε το τελευταίο βιβλίο του, υποψιαζόταν ότι η μαρτυρία του θα γινόταν αφορμή για πλόες σαν κι αυτούς που επιχείρησα σε τούτο εδώ το άρθρο. Εκτός από τη διετία 1972-1973, που οι εξελίξεις της άφησαν έκτοτε έντονα σημάδια στην ιστορία της χώρας, αυτό που κυρίως τον βασάνιζε ήταν η δική του πολιτική αφύπνιση, καθώς και των στενότερων φίλων του, μετά την επιβολή της δικτατορίας. Έκανε μια βυθοσκόπηση τόσο ειλικρινή και ευθεία που τον τιμά ως άτομο και ως μέλος της πιο παρεξηγημένης ίσως γενιάς της μεταπολεμικής Ελλάδας, της γενιάς του Πολυτεχνείου. Από το βιβλίο του, εν τούτοις, λείπει ο επίλογος. Λες και αυτά που επακολούθησαν τον άφηναν αδιάφορο. Ξέροντάς τον από παλιά, πιστεύω πως όχι. Θέλησα λοιπόν να τον προκαλέσω να γράψει τη συνέχεια της μαρτυρίας του, με την ίδια εντιμότητα και οξυδέρκεια. Για να δούμε επιτέλους οι παλαιότεροι φίλοι του τι έφταιξε και, από ένα σημείο και πέρα, οι δρόμοι μας χώρισαν.

Αύγουστος 2018

[1] Την ίδρυση της ΚΝΕ είχε αποφασίσει το Π.Γ. του ΚΚΕ, αμέσως μετά τη διάσπαση, το καλοκαίρι του 1968, επί ηγεσίας Κώστα Κολιγιάννη. Στη δημιουργία της Αντι-ΕΦΕΕ, το 1972-73, είχε πρωτοστατήσει η νεότερη τότε γενιά κομμουνιστών, μεταξύ των οποίων –όπως λέγεται– ξεχωριστή συμβολή είχε ο Κώστας Τζιαντζής (1948-2011), μετέπειτα ιδρυτικό μέλος του ΝΑΡ, από τα λιγότερα γνωστά αλλά από τα πιο ικανά στελέχη της.

[2] Το ΕΚΚΕ (Επαναστατικό Κομμουνιστικό Κίνημα Ελλάδος) είχε ιδρυθεί στο Δυτικό Βερολίνο, το 1970. Έκτοτε, η νεολαία του συμμετείχε ενεργά, μέσω της ΑΑΣΠΕ, στο αντιδικτατορικό φοιτητικό κίνημα και πρωτοστάτησε στην κατάληψη του Πολυτεχνείου. Για τους «δέκα μήνες [του 1973] που συγκλόνισαν την Ελλάδα», βλ. ήδη το βιβλίο του Κωστή Κορνέτη, Τα παιδιά της δικτατορίας. Φοιτητική αντίσταση, πολιτισμικές πολιτικές και η μακρά δεκαετία του εξήντα στην Ελλάδα, μτφ.: Πελαγία Μαρκέτου, Αθήνα, Πόλις, 2015, σ. 451 & επ.

[3] Πάντως, για το ζήτημα αυτό, πολλοί φίλοι, που, ως φοιτητές τότε, είχαν περάσει μετά την εξέγερση του Πολυτεχνείου στην παρανομία, υποστηρίζουν ότι, ειδικά για το φοιτητικό κίνημα, την άνοιξη του 1974, μετά τις διαδοχικές συλλήψεις στελεχών των μεγαλύτερων οργανώσεων νεολαίας, οι προοπτικές ήταν όσο ποτέ σκοτεινές.

[4] Για την πορεία του ΚΚΕ μετά το 1989, με φόντο τις τύχες των δυτικοευρωπαϊκών «αδελφών» κομμάτων του κατά την ίδια περίοδο, βλ. πάντως: Στάθη Καλύβα και Νίκου Μαραντζίδη, «Οι Έλληνες κομμουνιστές στο τέλος του Ψυχρού Πολέμου», στον συλλογικό τόμο των Νίκου Μαραντζίδη, Ιάκωβου Μιχαηλίδη και Ευάνθη Χατζηβασιλείου (επιμ.), Η Ελλάδα και ο Ψυχρός Πόλεμος, Αθήνα, Επίκεντρο, 2018, σ. 187 & επ.

[5] Βλ., για παράδειγμα, σχετικό άρθρο του Λάμπρου Σταυρόπουλου στο Βήμα της 10/4/2016. Θα πρέπει εδώ να διευκρινισθεί ότι αρκετά από τα σημερινά στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ δεν προσχώρησαν σε αυτό το ρεύμα από την αρχή, αλλά εν πορεία: έτσι, για παράδειγμα, ο Νίκος Βούτσης και ο Νίκος Φίλης συμπορεύθηκαν με τον Λεωνίδα Κύρκο τουλάχιστον έως το 1982. Το ίδιο βέβαια ισχύει και για τον Φώτη Κουβέλη και τον Στέργιο Πιτσιόρλα, που έμειναν κοντά του έως το τέλος του, το 2011. Στο «κόμμα Μπανιά», τέλος, δεν προσχώρησε ποτέ η Μυρσίνη Ζορμπά, παλαιό μέλος του ΚΚΕ εσωτερικού, που αργότερα ταυτίστηκε με το «σημιτικό» ΠΑΣΟΚ.

[6] Για το θέμα αυτό, έχει ενδιαφέρον να ανατρέξει κανείς στα δυο πρώτα συνέδρια του ΣΎΡΙΖΑ, μετά την ανασυγκρότησή τους ως ενιαίου κόμματος, τον Μάιο του 2012: η πολιτική απόφαση του πρώτου και ιδρυτικού συνεδρίου (Ιούλιος 2013), αφού ανέφερε ότι θα ακυρωθούν τα μνημόνια και οι εφαρμοστικοί τους νόμοι, όριζε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα είναι «πολυτασικό κόμμα της σύγχρονης Αριστεράς, για την ενίσχυση ενός ήδη ισχυρού ρεύματος ανατροπής, με στόχο την κατάργηση των μνημονίων, τη διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του χρέους και την εφαρμογή ενός προγράμματος παραγωγικής ανασυγκρότησης». Στην πολιτική απόφαση του δεύτερου (Οκτώβριος 2016), ενάμισι χρόνο μετά την άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία, οι τόνοι είναι ακόμη χαμηλότεροι.

[7] Μόλις το 0,13% των ψήφων.

[8] Η τάση δεν εξέλεξε βουλευτή στις εκλογές του 2009.

[9] Στο 5ο Συνέδριο του Συνασπισμού της Ριζοσπαστικής Αριστεράς, όπως ονομαζόταν τότε, ο Αλέξης Τσίπρας (γενν. το 1974) εκλέχθηκε με το 70,4% των ψήφων, έναντι του 28,7% του Φώτη Κουβέλη. Μέλος της ΚΝΕ από το 1988, ο Αλέξης Τσίπρας, έγινε ευρύτερα γνωστός όταν πρωτοστάτησε στις μαθητικές καταλήψεις του 1990-91. Από την ΚΝΕ αποχώρησε το 1991. Γραμματέας της νεολαίας του ΣΥΡΙΖΑ (1999-2003) και μέλος της κεντρικής επιτροπής του (2004), συγκέντρωσε το 2006, ως υποψήφιος δήμαρχος Αθηναίων, το 10,5% των ψήφων, έναντι του 8,5% του Σπύρου Χαλβατζή, υποψηφίου του ΚΚΕ. Σε εκείνες τις εκλογές είχε εκλεγεί δήμαρχος Αθηναίων ο Νικήτας Κακλαμάνης.

[10] Ιδρύοντας τότε το Νέο Αριστερό Ρεύμα (ΝΑΡ), που προσχώρησε αργότερα στον ΣΥΡΙΖΑ.

[11] Σε εκείνο το συνέδριο (Φεβρουάριος του 1991), στην εναρκτήρια συνεδρίαση του οποίου είχαν μεταξύ άλλων παραστεί ο πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Μητσοτάκης και ο αμερικανός πρέσβης, η Αλέκα Παπαρήγα εκλέχθηκε επικεφαλής του ΚΚΕ με μικρή διαφορά έναντι του Γιάννη Δραγασάκη, τον οποίο υποστήριζαν οι λεγόμενοι «ανανεωτικοί». Επακολούθησε, τον Ιούλιο του 1991, η αποχώρηση 45 «ανανεωτικών» μελών της Κ.Ε., συμπεριλαμβανομένου και του γενικού γραμματέα της Κ.Ε., Γρηγόρη Φαράκου. Αφορμή της διάσπασης ήταν η μετεξέλιξη του Συνασπισμού σε ενιαίο κόμμα –που θα σήμαινε ουσιαστικά και διάλυση των συνιστωσών του, συμπεριλαμβανομένου του ΚΚΕ–, την οποία επιθυμούσαν οι «ανανεωτικοί», αλλά απέρριπτε η ιστορική ηγεσία του κόμματος. Για την κατανόηση πάντως των γεγονότων αυτών, είναι απαραίτητο να έχει κανείς κατά νου τις εξελίξεις στην ΕΣΣΔ, επί Μιχαήλ Γκορμπατσόφ.

[12] Δεν κατάφερα να εξακριβώσω, με βεβαιότητα, την παλαιότερη ένταξη ενός μόνον από τους 27, του Σταύρου Αραχωβίτη, που μπήκε στην κυβέρνηση με τον ανασχηματισμό της 29ης/8/2018.

[13] Για να σταθώ στις γνωστότερες χώρες της Δυτικής Ευρώπης, πουθενά κομμουνιστές (ή πρώην κομμουνιστές) δεν συμμετείχαν στην κυβέρνηση πλειοψηφικά. Στη Γαλλία, κομμουνιστές υπουργοί υπήρχαν στις κυβερνήσεις του στρατηγού Ντε Γκωλ, μετά την Απελευθέρωση (1944-1946), και στην πρώτη κυβέρνηση Μιττεράν, το 1981-1982. Στην Ιταλία, έως τη μετατροπή του PCI σε Δημοκρατικο Κόμμα της Αριστεράς, το 1991, κομμουνιστές υπουργοί συμμετείχαν στις κυβερνήσεις Ντε Γκάσπερι (1945-49), καθώς και στις μεταβατικές κυβερνήσεις που είχαν προηγηθεί. Επιβάλλεται, τέλος, να γίνει ξεχωριστή μνεία της εκλογής του Δημήτρη Χριστόφια ως προέδρου της Κύπρου το 2008. Πρώην γ.γ. του ΑΚΕΛ, είχε διαδεχθεί τον Εζεκία Παπαϊωάννου, ιστορικό ηγέτη των κυπρίων κομμουνιστών. Εν τούτοις, λόγω του εκτεταμένου ρόλου που αναγνωρίζεται, εξ αιτίας του Κυπριακού, στο Εθνικό Συμβούλιο, στο οποίο μετέχουν οι ηγέτες όλων των κυπριακών κομμάτων, θα ήταν ανακριβές να λεχθεί ότι οι κυβερνήσεις Χριστόφια (2008-2013) ήταν κομμουνιστικές. Πρώτοι έλληνες κομμουνιστές υπουργοί ήταν, πάντως, ο Γιάννης Ζεύγος και ο Μιλτιάδης Πορφυρογένης, που συμμετείχαν στην κυβέρνηση της Απελευθέρωσης του Γεωργίου Παπανδρέου, το 1944. Ακολούθησε η συμμετοχή του Φώτη Κουβέλη (ΕΑΡ, πρώην ΚΚΕ εσωτ.) στην κυβέρνηση Τζαννετάκη (1989) και των Γιάννη Δραγασάκη (ΚΚΕ) και Γρηγόρη Γιάνναρου (ΕΑΡ, πρώην ΚΚΕ εσωτ.) στην κυβέρνηση Ζολώτα (1989-1990), ως εκπροσώπων του Συνασπισμού.

[14] Για την εμφάνιση, την εξέλιξη και τον πρόωρο θάνατο του ευρωκομμουνισμού διαθέτουμε πλέον τη μονογραφία του Γιάννη Μπαλαμπανίδη, επεξεργασμένη μορφή της διδακτορικής διατριβής του στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, Ευρωκομμουνισμός. Από την κομμουνιστική στη ριζοσπαστική ευρωπαϊκή Αριστερά, Αθήνα, Πόλις, 2015.

[15] Για το ναυάγιο της οποίας, όπως έχω δείξει αλλού, άλλοι ευθύνονταν, βλ. «Ο Μίκης Θεοδωράκης στον αντιδικτατορικό αγώνα (1967-74)», στον τόμο: Ν.Κ. Αλιβιζάτος, Πραγματιστές, δημαγωγοί και ονειροπόλοι. Πολιτικοί, διανοούμενοι και η πρόκληση της εξουσίας, Αθήνα, Πόλις, 2015, σ. 446-453.

[16] Παρόμοιοι δισταγμοί είχαν εκδηλωθεί τότε και στο πλαίσιο της ΚΝΕ και του ΚΚΕ.

[17] Ας μου επιτραπεί, στο σημείο αυτό, και μια προσωπική αναφορά: ως εμπνεόμενες τάχα από έναν «αναχρονιστικό “νεο-φιλελευθερισμό”, λες και βρισκόμαστε στην εποχή του κοινοβουλευτισμού και του καπιταλισμού των αρχών του [20ού] αιώνα, αν όχι στην εποχή του Montesquieuκαι του Rousseau» κατηγορούσε εκείνη την εποχή τις προτάσεις του ΚΚΕ εσωτ. για το Σύνταγμα (βλ. παρακάτω στο κείμενο) ο Νίκος Πουλαντζάς, με αρθρογραφία στο Βήμα (1/2/1976) και στην Αυγή (11 & 13/1/1976). Αν και δεν είχε ακολουθήσει την ομάδα Ελεφάντη, συμμεριζόταν τότε την «αριστερή» κριτική της τελευταίας κατά την ηγεσίας του ΚΚΕ εσωτ. Την υπεράσπιση της επίσημης γραμμής είχα τότε, μεταξύ άλλων, αναλάβει και εγώ: βλ. το άρθρο μου «Αυταρχικό κράτος και εκδημοκρατισμός», επίσης στην Αυγή της 21/3/1976.

[18] Βλ. τη συνέντευξη του Δημήτρη Ψαρρά, ηγετικού στελέχους της Β’ Πανελλαδικής Στο Κόκκινο (105,5 FM), 18/4/2018, καθώς και τον Ιό της Ελευθεροτυπίας, 19/1/2003.

[19] Βλ. την πολυσχολιασμένη δήλωση των 116, Καθημερινή, 11/4/1985. Στη δήλωση εκείνη, αφού τονιζόταν ότι «οι πρόσφατες εξελίξεις γύρω από την προεδρική εκλογή σημαδεύονται από την επικράτηση αντιλήψεων ότι για την επίτευξη ενός πολιτικού στόχου είναι επιτρεπτά όλα τα μέσα» και ότι «περιφρονήθηκαν συνταγματικοί κανόνες», τονιζόταν: «Η ανανεωτική Αριστερά έχει ήδη διακηρύξει πως η Δημοκρατία είναι όχι μόνο το απαραίτητο θεσμικό πλαίσιο, αλλά και η αναγκαία προϋπόθεση για την πρόοδο και τον σοσιαλισμό».

[20] Βλ. την ομιλία του στον περίβολο της Βουλής, στις 25/7/2016.

[21] Εκτός από το ρόλο του Δημήτρη Παπαγγελόπουλου, πρώην διοικητή της ΕΥΠ επί κυβερνήσεων Κώστα Καραμανλή, ως (μόνιμου) τοποτηρητή των υπουργών Δικαιοσύνης των κυβερνήσεων ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ, αναφέρομαι και στη μοναδική στα δικαστικά χρονικά (όχι μόνο της Ελλάδας, όπως πιστεύω) μεταπήδηση της Βασιλικής Θάνου από την προεδρία του Αρείου Πάγου σε θέση συμβούλου του πρωθυπουργού, την επαύριο κιόλας της συνταξιοδότησής της.

[22] Η οποία, επιβάλλεται να λεχθεί, διατρέχει ολόκληρο το πολιτικό φάσμα. Για το θέμα αυτό, ας μου επιτραπεί να παραπέμψω στο βιβλίο μου Το Σύνταγμα και οι εχθροί του στη νεοελληνική ιστορία, 1800-2010, Αθήνα, Πόλις, 2011, σ. 669-70.

[23] Δεν αναφέρομαι βέβαια στη βία που ασκείται ως μέσο πολιτικής πάλης σε ανελεύθερα καθεστώτα, ούτε όταν επιχειρείται η βίαιη κατάλυση του δημοκρατικού πολιτεύματος (άρθρο 120 παρ. 4 του Συντάγματος).

[24] Πλην των ΟΤΑ, όπου η Αριστερά από παλιά έχει δημιουργήσει θύλακες τοπικής εξουσίας.

[25] Όπως ψιθυρίζουν ορισμένοι: «Ε όχι και να μας τους πάρουν όλους η Ζωή και ο Λαφαζάνης…»,

[26] Το κείμενο της ιστορικής εκείνης ομιλίας περιλαμβάνεται στη συλλογή: Πάνου Δημητρίου (επιμ.), Η διάσπαση του ΚΚΕ. Μέσα από τα κείμενα της περιόδου 1950-1975, Αθήνα, εκδ. Πολιτικά προβλήματα, 1975, τ. Β’, σ. 510 & επ.

[27] Είναι κρίμα που τη διάσταση αυτή παρέλειψε να αναδείξει στην, κατά τα άλλα ενημερωμένη διδακτορική διατριβή του, ο Χαρ. Κουρουνδής, Το Σύνταγμα και η Αριστερά. Από τη «βαθεία τομή» του 1963 στο Σύνταγμα του 1975, Αθήνα, Νήσος, 2018, σ. 196 & επ.

[28] Για τη στάση των ελληνικών κομμάτων έναντι της τότε ΕΟΚ, πριν και μετά τη Συμφωνία Σύνδεσης του 1961, βλ. την –αδημοσίευτη δυστυχώς– διατριβή του Michael Pateras, From Association to Accession. Changing Attitudes of Greek Political Parties Towards Greek Relations With the European Communities, 1957-1975, London School of Economics, 1979.

[29] “Odyssey Without End”, Economist, 18-24/8/2018, σ. 24.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι