Kυβερνήτες χωρίς «αίσθημα αποστολής»

Πώς ξεφτίλισε άδικα την Eλλάδα ο Γιώργος Aλογοσκούφης

Γιάννης Βούλγαρης, Τα Νέα, 18/03/2006

ΟΛΟI KAI ΟΛEΣ AIΣΘANΟMAΣTE EYTYXEIΣ ME TH MAKPA ΠEPIΟΔΟ ΠΟΛITIKHΣ ΟMAΛΟTHTAΣ ΠΟY ΠEPNAEI H EΛΛAΔA, AΛΛA ΠIΟ EYTYXHΣ ΘA ΠPEΠEI NA AIΣΘANETAI Ο K. AΛΟΓΟΣKΟYΦHΣ. ΣE AΛΛEΣ EΠΟXEΣ ΠΟΛITIKHΣ ANΩMAΛIAΣ, ΘA EMΠAINE ΣE ΠEPIΠETEIEΣ ΩΣ ΔPAΣTHΣ THΣ «AΠΟΓPAΦHΣ» .

H υπόθεση είναι πια σαφής. H Eurostat επιβεβαίωσε ότι ο τρόπος που οι κυβερνήσεις ΠΑΣΟΚ κρατούσαν τα λογιστικά βιβλία της «επιχείρησης ΕΛΛΑΣ» και ειδικότερα ο τρόπος με τον οποίο περνούσαν τις αμυντικές δαπάνες, ήταν ο σωστός. Αντιθέτως, η αλλαγή που έκανε ο κ. Αλογοσκούφης δεν ήταν η ενδεδειγμένη. Άδικα επομένως επιβάρυνε την οικονομία και ξεφτίλισε τη χώρα. Σαν ο λογιστής της «επιχείρησης ΕΛΛΑΣ» να διάλεξε την πιο επαχθή και ασύμφορη μέθοδο, να κατήγγειλε ύστερα στην Εφορία την επιχείρησή του και να ζήτησε να τη φορολογήσουν με χειρότερους όρους. Όπως ήταν φυσικό, η Εφορία τού έστειλε το ΣΔΟΕ (έθεσε την ελληνική οικονομία υπό επιτήρηση) και του επέβαλε να πληρώνει υψηλότερες δόσεις αφαιρώντας τες από την ανάπτυξη (μείωση των δημοσίων επενδύσεων και πρόσθετες δυσκολίες εκτέλεσης του Γ’ ΚΠΣ). Σε κάθε σοβαρή επιχείρηση, το αφεντικό θα έδιωχνε αμέσως τον λογιστή, όχι όμως στην «επιχείρηση ΕΛΛΑΣ», γιατί το αφεντικό ήταν και αυτό καινούργιο, και είχε συμφέρον να δυσφημήσει το προηγούμενο. Άσε που είχε πει και κάτι αερολογίες στους εργαζομένους προκειμένου να πάρει στα χέρια του την επιχείρηση.

Στην πραγματικότητα, η θέση του κ. Αλογοσκούφη δεν κινδυνεύει, γιατί το κόλπο της «απογραφής» αφενός σχεδιάστηκε συλλογικά από την ηγεσία της N.Δ., αφετέρου εξυπηρετεί το μόνο «πρόγραμμα» που έχει αυτή η κυβέρνηση: να κερδίσει και τις επόμενες εκλογές. Μόνο αν η κοινωνική δυσφορία οξυνθεί τόσο ώστε να ακυρώνει τις προϋποθέσεις εκτέλεσης της οικονομικής πολιτικής και κυρίως τους προεκλογικούς σχεδιασμούς, θα μπορούσε ο κ. Καραμανλής να «αδειάσει» τον ΥΠΕΘΟ του. Μέχρι τότε απλώς θα συσσωρεύονται οι γκρίνιες των συνδικαλιστών και των πολιτικών στελεχών της N.Δ., που θα πρέπει να επιχειρηματολογούν έναντι του εύλογου ερωτήματος των Συνδικάτων «τι σόι διαπραγμάτευση κάνουμε με τον λογιστή που έβαλε χέρι στο ταμείο και τώρα μας λέει ότι είναι άδειο». Το κλίμα αυτό, μαζί με την ηθική υπονόμευση του κύρους της ηγεσίας του ΥΠΕΘΟ, λίγο προσφέρεται για «μεταρρυθμίσεις» και μέτρα εξορθολογισμού. Το πιθανότερο είναι να ενταθεί η αμηχανία και η σπασμωδικότητα της κυβερνητικής πολιτικής.

Ιδεολογία

Μικρό όμως το κακό. Αυτή η κυβέρνηση δεν ήρθε για να κυβερνήσει, αλλά για να ξαναεκλεγεί. Δεν έχει πρόγραμμα ούτε «ατζέντα» (πράγμα που είχε η προηγούμενη κυβέρνηση N.Δ. 1990-1993 ασχέτως πώς κατέληξε). Αυτό το υδαρές όμως μείγμα ανεπάρκειας και καιροσκοπισμού κάπου καθιζάνει κάθε φορά και το ίζημα δείχνει ιδεολογικές ροπές και προτιμήσεις, ενώ έχει και αντίστοιχες επιπτώσεις.

Το ίδιο συμβαίνει με την «απογραφή». Κάθε κράτος υφίσταται τους περιορισμούς που θέτει το διεθνές οικονομικό πλαίσιο και προσπαθεί να προσαρμοστεί σε αυτό. Ο τρόπος όμως που η κάθε παράταξη αντιμετωπίζει τον διεθνή περιορισμό και την εθνική προσαρμογή δεν είναι ούτε ταυτόσημος ούτε δεδομένος. H προοδευτική παράταξη προσπαθεί να κρατήσει και να αξιοποιήσει τα πολιτικά εργαλεία για να αυξήσει τους βαθμούς ελεύθερης κίνησης της χώρας· προσπαθεί να διατηρήσει τις διαδικασίες που εξασφαλίζουν την εσωτερική κοινωνική συναίνεση· επιλέγει τις κατάλληλες εσωτερικές και διεθνείς συμμαχίες ώστε να μετουσιώσει τον εξωτερικό περιορισμό (τον ευρωπαϊκό εν προκειμένω) σε εφαλτήριο μιας νέας εθνικής πορείας η οποία θα μεγιστοποιεί τις θετικές τάσεις του διεθνούς περιβάλλοντος. Αντιθέτως, η συντηρητική παράταξη αντιμετωπίζει τον διεθνή οικονομικό περιορισμό σαν ευκαιρία απεμπόλησης των εργαλείων της Πολιτικής έτσι ώστε να αποφασίζουν οι μηχανισμοί ή της αγοράς ή της κοινωνικής ισχύος. H ροπή αυτή πηγάζει από τη «φιλοσοφία» της. H νεοφιλελεύθερη ιδεολογία προκρίνει έτσι κι αλλιώς την αγορά. H συντηρητική ιδεολογία αντιμετωπίζει με σκεπτικισμό τη δυνατότητα η Πολιτική να γίνει συλλογική ορθολογική διαδικασία στρατηγικού σχεδιασμού. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι η κρίση της μαζικής Πολιτικής έπληξε ιδεολογικά και προγραμματικά πρωτίστως την Αριστερά, ενώ ευνόησε κατά κανόνα τη Δεξιά. Αναμφίβολα, η «απογραφή» ήταν κυρίως ένα μικροκομματικό κόλπο δυσφήμησης του αντιπάλου και αποδέσμευσης από τις προεκλογικές υποσχέσεις. Ταυτόχρονα όμως εκφράζει και την «αυθόρμητη» ιδεολογική ροπή της νεοφιλελεύθερης - συντηρητικής παράταξης. Την επιδίωξή της να ενδυναμώσει τον «εξωτερικό περιορισμό» για να πειθαρχήσει τις εσωτερικές κοινωνικές δυνάμεις με εξωπολιτικές μεθόδους. H εικόνα εξάλλου είναι σαφής. Έναντι των προηγούμενων κυβερνήσεων ΠΑΣΟΚ οι οποίες πέτυχαν τον εθνικό στόχο της ΟΝΕ διατηρώντας τις συλλογικές διαπραγματεύσεις και αυξάνοντας τους πραγματικούς μισθούς, η κυβέρνηση της N.Δ. μέσα σε δύο μόλις χρόνια πέτυχε να αμαυρώσει την εθνική επιτυχία και να αποδιαρθρώσει την κοινωνική διαπραγμάτευση.

H φθορά της αξιοπιστίας του κράτους

H μεγαλύτερη όμως ζημιά που προκάλεσε η «απογραφή» είναι η μακροπρόθεσμη φθορά του πολύτιμου δημόσιου αγαθού που λέγεται αξιοπιστία και κύρος του κράτους έναντι των ίδιων των πολιτών του. Είναι από εκείνα τα ηθικά αγαθά, που όπως λέει ο Α.Ο. Hirschman, αυξάνονται όσο χρησιμοποιούνται και μειώνονται όταν δεν χρησιμοποιούνται. Χρειάζεται επίπονη και μακρόχρονη προσπάθεια να τα συσσωρεύσεις, ενώ είναι εύκολο να τα σπαταλήσεις. Ως γνωστόν, στην Ελλάδα δεν αφθονεί το εν λόγω δημόσιο αγαθό. H χρήση του κράτους από τα κόμματα για πελατειακούς σκοπούς υπήρξε σταθερά της ιστορίας μας. Επιπλέον, οι πολιτικές αναταράξεις του 20ού αιώνα παρήγαγαν «διπλές αφοσιώσεις» των πολιτών (στο κράτος και στην παράταξη, στο κράτος και στο κόμμα) ενώ ταυτόχρονα η μακρόχρονη κατοχή του από μία και μόνη παράταξη επιδείνωσε το πρόβλημα. Είναι προφανές ότι μακρές περίοδοι δημοκρατικής ομαλότητας και εναλλαγής των κομμάτων στην κυβέρνηση είναι αναγκαία συνθήκη για την αύξηση του ηθικού δημόσιου αγαθού που λέγεται κύρος του κράτους. Αναγκαία αλλά όχι ικανή συνθήκη. Το διαπιστώσαμε πληρώνοντας το κόστος που είχε η λαϊκίστικη περιφρόνηση των θεσμών και η κουλτούρα του «πρασινοφρουρισμού» με την οποία απάντησε το ΠΑΣΟΚ της δεκαετίας του ’80 στη μακρόχρονη κατοχή του κράτους από τη Δεξιά. Το βλέπουμε και τώρα, που υπήρχαν όλες οι προϋποθέσεις ώστε η νέα εναλλαγή στην κυβέρνηση να εμπλουτίσει τη θεσμική κουλτούρα της χώρας. Τριάντα χρόνια ομαλότητας ζούμε, διάολε! Ατυχώς, η θεσμική κουλτούρα που εμφανίζει η ηγετική ομάδα της N.Δ. είναι απογοητευτική. H «επανίδρυση του κράτους» προς το παρόν εξυπηρέτησε την απελευθέρωση του Βραχασίου από την καποδιστριακή εξουσία, την ίδια στιγμή που η «απογραφή» μάς πήγαινε δεκαετίες πίσω πλήττοντας κατάκαρδα την αξιοπιστία της Πολιτείας.

Είναι άξιον προσοχής και ανάλυσης, πώς και γιατί στην τρέχουσα ιστορική φάση, η ελληνική συντηρητική παράταξη αντί να είναι η κατ’ εξοχήν παράταξη των θεσμών, αδυνατεί να παραγάγει ηγεσίες που να έχουν ένα επαρκές «αίσθημα αποστολής» και μια αντίστοιχη θεσμική κουλτούρα διακυβέρνησης

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι