H πλήρης αναξιοπιστία

Tη λιτότητα και την ανασφάλεια τροφοδοτεί η κυβερνητική πολιτική

Ελίζα Παπαδάκη, Τα Νέα, 22/03/2006

Δυσαρεστημένοι με την οικονομική πολιτική που ακολουθείται είναι στη μεγάλη τους πλειονότητα οι πολίτες της χώρας. H δυσαρέσκεια αποτυπώνεται στις δημοσκοπήσεις, στη συνεχή, από το καλοκαίρι του 2004, και έντονα πτωτική πορεία του δείκτη εμπιστοσύνης καταναλωτών, όπως τον μετρά κάθε μήνα η σχετική ευρωπαϊκή έρευνα, στις καθημερινές συζητήσεις όλων μας.

Υπάρχουν σοβαροί λόγοι: H ανεργία διατηρείται υψηλή, στους νέους ανθρώπους πολύ υψηλή με έναν στους πέντε, μία στις τέσσερις κοπέλες να μη βρίσκουν δουλειά, χωρίς να διακρίνεται καμία προοπτική, καμία σοβαρή πολιτική προσπάθεια, καμία επενδυτική κινητοποίηση για τη δημιουργία των εκατοντάδων χιλιάδων καλών νέων θέσεων εργασίας που απαιτούνται. Αντίθετα, εξαπλώνεται η ανασφάλεια σε όσους έχουν κάποια απασχόληση. Ενώ πραγματική μείωση των μισθών, υστέρησή τους δηλαδή έναντι του πληθωρισμού, δεν καταγράφεται στους στατιστικούς μέσους όρους, στην κοινωνία κυριαρχεί η αίσθηση ότι έχει επιβληθεί λιτότητα, καθώς οι ανάγκες φαίνεται να αυξάνονται ταχύτερα από τα εισοδήματα. Πολλά νοικοκυριά δανείζονται ολοένα περισσότερο για να αντεπεξέλθουν, νιώθοντας ολοένα μεγαλύτερη ανασφάλεια για την ικανότητά τους να αποπληρώσουν τα δάνειά τους.

Την αίσθηση της λιτότητας και την ανασφάλεια τροφοδοτεί η κυβερνητική πολιτική που συμπιέζει τις δημόσιες κοινωνικές δαπάνες, υποχρεώνοντας τους πολίτες να ξοδεύουν διαρκώς περισσότερα από την τσέπη τους. Το οξύτερο παράδειγμα είναι η ανεπάρκεια της δημόσιας εκπαίδευσης, για την οποία διαθέτει μόλις το 3,5% του ΑΕΠ, το χαμηλότερο ποσοστό μεταξύ των 25 χωρών της E.E. Ταυτόχρονα εντείνει την αίσθηση της κοινωνικής αδικίας με μέτρα και ενέργειες που διευρύνουν τις ανισότητες. Έχοντας ξεκινήσει από το 2004 τη δραστική μείωση της φορολογίας στα διανεμόμενα κέρδη, όχι δηλαδή μόνο σε εκείνα που μένουν στην επιχείρηση ώστε να επενδυθούν, αλλά και στα μερίσματα που εισπράττουν οι μέτοχοι, η κυβέρνηση εξαγγέλλει τώρα μειώσεις στα προσωπικά εισοδήματα, ευνοώντας και πάλι τους ευπορότερους. Και αυτό όταν για κρίσιμης σημασίας δαπάνες λείπουν τα έσοδα, και όταν πέρυσι αύξησε τον ΦΠΑ πλήττοντας περισσότερο τα φτωχότερα στρώματα. Την κυβερνητική αντίληψη για την αναδιανομή συμβολίζει η προοδευτική επιστροφή του ΛΑΦΚΑ, που είναι τόσο μεγαλύτερη όσο υψηλότερη σύνταξη παίρνει κάποιος: κοστίζει φέτος στον προϋπολογισμό 144 εκατομμύρια ευρώ, δυόμισι φορές περισσότερα από το ποσό που διατίθεται για την αύξηση του ΕΚΑΣ στους χαμηλοσυνταξιούχους. Από την πρώτη «διαρθρωτική αλλαγή» για την οποία υπερηφανεύθηκε, τη σκανδαλώδη εθελουσία έξοδο στον ΟΤΕ, περνώντας από το ασφαλιστικό των τραπεζών, μέχρι τη μείωση της αμοιβής των υπερωριών, η κυβέρνηση ενθαρρύνει κάθε εργοδοτική ενέργεια που εντείνει τις ανισότητες και μεταφέρει κόστος στο Δημόσιο, στην κοινωνική ασφάλιση, στην κοινωνία, εν τέλει στους φτωχότερους.

Πιο επιζήμια ακόμα διάσταση της κυβερνητικής οικονομικής πολιτικής είναι η καταβαράθρωση κάθε αξιοπιστίας της πολιτείας. Όταν το 2004 οι λογιστικές μεταφορές κονδυλίων της απογραφής ενεφάνισαν την Ελλάδα να έχει γίνει δεκτή στην ΟΝΕ με πλαστά στοιχεία, όλοι νομίσαμε ότι από απειρία και επιπολαιότητα η κατάσταση είχε ξεφύγει από τα χέρια των εδώ υπευθύνων. Αλλά σήμερα, που η κατακραυγή στην Ευρώπη για την «ελληνική απάτη» έχει κοπάσει, έρχεται ο ίδιος ο υπουργός Οικονομίας να ισχυρισθεί ότι η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ έβαλε τη χώρα στην ευρωζώνη «με απάτη», γελοιοποιώντας πλέον πλήρως την κυβέρνησή του, κατ’ επέκταση δυστυχώς και το ελληνικό κράτος διαχρονικότερα, όπως υποδήλωναν τα αμήχανα διορθωτικά σχόλια στις Βρυξέλλες προχθές. Αν όμως η απώλεια αξιοπιστίας δημιουργεί σοβαρό μειονέκτημα στη διεθνή σκηνή, στο εσωτερικό της χώρας οι συνέπειες είναι βαρύτερες. Διότι υπονομεύεται κάθε προσπάθεια κατανόησης των πράγματι σοβαρών προβλημάτων της οικονομίας, κάθε πρωτοβουλία εθνικής συνεννόησης για την αντιμετώπισή τους.

Για την αποδοχή του τελευταίου ελληνικού προγράμματος σταθερότητας από το Συμβούλιο Υπουργών Οικονομικών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο Πρωθυπουργός απηύθυνε την περασμένη εβδομάδα μήνυμα υπερηφάνειας και ικανοποίησης στον ελληνικό λαό. Τις σημαντικές επιφυλάξεις, ιδίως για τα έτη 2007 και 2008, που τη συνόδευαν, τις αποσιώπησε. Οι υπουργοί του έχουν αρχίσει να καλλιεργούν προσδοκίες παροχών από του χρόνου. Αλλά ποιος λογικός άνθρωπος μπορεί να πιστέψει ότι επτά ή είκοσι χρόνια δημοσιονομικής διαχείρισης με «απάτες», συνεχή τεράστια ελλείμματα που συγκαλύπτονταν, όπως παραληρεί ο κ. Αλογοσκούφης, εξαλείφθηκαν με τη μη επανάληψη των ολυμπιακών δαπανών πέρυσι, άντε και με λίγη ακόμα προσπάθεια συμμαζέματος και αποτελεσματικότερης είσπραξης των φόρων φέτος; Και αν δεν μπορούν να γίνουν πιστευτοί οι κυβερνητικοί ισχυρισμοί για τη συνολική πορεία των δημοσίων οικονομικών, σε ποια βάση είναι δυνατό να συζητηθεί το ασφαλιστικό πρόβλημα, οι ανακατανομές πόρων που συνεπάγεται η αντιμετώπισή του μακροχρόνια;

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι