Η μορφή του οράματος Ελλάς

Χρήστος Γ. Λάζος, Κυρ. Ελευθεροτυπία, 23/04/2006

Οταν τον Απρίλιο του 1967 το πραξικόπημα των συνταγματαρχών επέβαλε βιαίως το ιδεολόγημα του ελληνοχριστιανικού πολιτισμού, η δυναμική του πολιτικού και αισθητικού κιτς ήταν οργανικά ενταγμένη στη φύση των πραγμάτων, ήταν το αναγκαίο προϊόν του οράματος που είχαν οι χουντικοί για τη χώρα.

Σε κείμενο στον «Ελεύθερο Κόσμο» (10-2-1968), ο Γ. Παπαδόπουλος δίνει με σαφήνεια το στίγμα: «Το όραμα είναι ένα. Είναι το όραμα Ελλάς. Ελλάδα της Ελλάδος. Ελλάδα η οποία θα είναι διά τους Ελληνας η ζωή των. Θα είναι ο σκοπός των. Και ερωτάται: ποία θα είναι η μορφή του οράματος;».

1. Η χούντα αναζήτησε την απάντηση στο ιδεολογικό οπλοστάσιο και στις μαζικές εκδηλώσεις της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου, στις πολιτικοστρατιωτικές παρελάσεις και τα άρματα των ολοκληρωτικών καθεστώτων, στις φτηνές απομιμήσεις των παραγωγών του Χόλιγουντ.

Αλλά οι καιροί είχαν αλλάξει. Το δέος που προκαλούσαν οι γιορτές των ναζί, η οργάνωση, η πειθαρχία, ο συντονισμός και η κίνηση των μαζών που αιχμαλώτιζαν το συλλογικό ασυνείδητο, στις γιορτές για την «Πολεμική Αρετή των Ελλήνων» και για τα γενέθλια της χούντας μεταμορφώθηκαν σε παρελάσεις αποκριάτικων αρμάτων, σε σχολικές γιορτές με χιλιάδες στρατιώτες -πεζούρα και καβαλαρία- που παρίσταναν τους Μαραθωνομάχους, τους Βυζαντινούς, τους Ιταλούς που υποχωρούσαν το ’40, τους νικητές εθνικόφρονες του Εμφυλίου.

Σοβαροφανής καρνάβαλος, φτηνά σκηνικά, βλακώδη επιγράμματα, απομίμηση χλιδής, εθνικισμός και προγονοπληξία, επιχειρούσαν με κωμικό τρόπο να αναδείξουν «το θαύμα των Ελλήνων», «τη λεβεντιά της ελληνικής ψυχής».

2. Θυμάμαι από φωτογραφίες το άρμα των Σωμάτων Ασφαλείας: σε μια επικλινή πλατφόρμα υψώνονταν τέσσερα λευκά τσέρκια, σαν στεφάνια από τεράστιο βαρέλι, που θύμιζαν κάπως τους ολυμπιακούς κύκλους, και μέσα τους, όρθιοι, στη στάση του βιτρούβιου ανθρώπου τέσσερις ένστολοι χωροφύλακες και αστυφύλακες, μάλλον ευτραφείς, που κρατιόνταν σφιχτά από χαλκάδες να μην πέσουν.

Το ταμπλό βιβάν μπορεί να μη γεννούσε το προσδοκώμενο συναισθηματικό αποτέλεσμα, αλλά το άρμα ήταν προϊόν καθαρόαιμου κιτς: ετερόκλητα υφολογικά στοιχεία είχαν αποσπαστεί από το δικό τους πλαίσιο, εδώ το κύριο στοιχείο ήταν η μίμηση σκηνής από χολιγουντιανό μιούζικαλ, είχαν εισαχθεί σε ένα διαφορετικό πλαίσιο, του οποίου η γενική δομή δεν είχε τα ίδια χαρακτηριστικά ομοιογένειας και αναγκαιότητας που είχε το πρότυπο, και αυτό είχε γίνει με σκοπό το μήνυμα να μπορεί να προταθεί ως πρωτότυπο έργο, ικανό να προκαλέσει αισθητικές αντιδράσεις.(1)

3. Αλλά είπαμε, οι καιροί είχαν αλλάξει. Στις δυτικές κοινωνίες η δεκαετία του ’60 χαρακτηρίστηκε από μια πολιτιστική επανάσταση που η μήτρα της ήταν η κουλτούρα της νεολαίας.(2) Κύριος φορέας αυτής της θεαματικής αλλαγής ήταν η μουσική pop, οι δίσκοι, οι συναυλίες, οι κασέτες και το παλιομοδίτικο ραδιόφωνο, που μεταμορφώθηκε τεχνολογικά με τη χρήση της μπαταρίας μακράς διάρκειας και των τρανζίστορ.

Η καινοτομία ήταν ότι η νεολαία της ανώτερης και μεσαίας τάξης αποδεχόταν ως πρότυπο τη μουσική και την ενδυμασία των κατώτερων στρωμάτων των πόλεων και πρότεινε μια νέα σύνθεση.(3)

4. Ηταν μια λαϊκή και δημοκρατική αντίδραση στα καθιερωμένα και στην «αξιοσέβαστη» πολιτιστική ηγεμονία των μικρομεσαίων, που γινόταν στο όνομα της υποκειμενικότητας και της απεριόριστης αυτονομίας της ατομικής επιθυμίας. Η σύνδεση προσωπικής και κοινωνικής απελευθέρωσης, η κατάφαση της ερωτικής επιθυμίας και της απόλαυσης, ο διεθνισμός του μπλουτζίν και του ροκ έγιναν το ηγεμονικό πολιτιστικό πρότυπο στις δυτικές κοινωνίες.

Ανεξάρτητα από τις ιδιομορφίες της χώρας και τους ετεροχρονισμούς, αυτό το βαθύτερο ρεύμα διαπερνούσε και την ελληνική κοινωνία πριν από το 1967. Η μορφή του οράματος του Παπαδόπουλου, συνεπώς, δεν μπορούσε παρά να είναι κιτς.

5. Αλλά το κιτς δεν είναι αποκλειστικό προνόμιο της δικτατορίας. Είναι μάλλον μια τυπική μορφή της μικρομεσαίας καταναλωτικής κουλτούρας, ένα μέσο εύκολης πολιτιστικής αυτοκατάφασης για ένα κοινό που βαυκαλίζεται ότι απολαμβάνει μια πρωτότυπη αναπαράσταση του κόσμου, ενώ στην πραγματικότητα καταναλώνει δευτερογενείς και φθαρμένες από εξαντλητική χρήση απομιμήσεις της πρωτογενούς δύναμης των έργων.

Η τυποποιημένη προκατασκευή, η επιβολή του συναισθηματικού εφέ και η φενάκη ότι αυτό συστήνει αισθητική απόλαυση είναι χαρακτηριστικά του κιτς, που παίρνουν μορφή ανάλογα με τον φορέα που τα προβάλλει.

6. Σήμερα, κυρίαρχος φορέας είναι η τηλεόραση. Μια τηλεόραση νέου τύπου, η οποία δεν στηρίζεται στη σύμβαση (όπως η προηγούμενη) ότι είναι «ένα παράθυρο στον κόσμο» και ότι μεταδίδει γεγονότα που συμβαίνουν ανεξάρτητα από την ίδια.

Αντίθετα, είτε παράγει η ίδια τα «γεγονότα» (π.χ. όλες οι μεσημβρινές εκπομπές είναι είτε εσωστρεφείς και αυτοαναφορικές, είτε εκπομπές στις οποίες ένα επιλεγμένο κοινό «εξομολογείται» τις περιπέτειες του βίου του), είτε επηρεάζει εκ των προτέρων τα γεγονότα τα οποία σκηνοθετούνται με γνώμονα την τηλεοπτική αναμετάδοσή τους.

Είναι γνωστό ότι τα άλογα που συμμετείχαν στους γάμους του Καρόλου και της Νταϊάνας τρέφονταν με ειδικά χάπια για να παράγουν φωτογενείς καβαλίνες.

Αυτή η τηλεόραση που παριστάνει ότι καταργεί την απόσταση («εγώ που κοιτάζω την κάμερα είμαι εδώ και σου μιλάω, τηλεφώνησέ μου και θα σου απαντήσω»), που συγχέει συστηματικά το δημόσιο με το ιδιωτικό, που μιλάει για τον εαυτό της και για το συμβόλαιο που τη συνδέει με το κοινό της, είναι «ένα παράθυρο σε έναν κόσμο κλειστό».

7. Τα μουσικοχορευτικά σόου είναι ένα μείγμα κοσμοπολιτισμού και επαρχιωτισμού που βγαίνει από την επιθεώρηση. Ο παρουσιαστής που περιστρέφει με μανία πάνω από το κεφάλι του, σαν λάσο, μια πλεξούδα σκόρδα, επιχειρεί να πείσει το κοινό του ότι η Τρίπολη και το Τέξας συγκατοικούν στο σαλόνι του.

Ο πολιτικός διάλογος (τα τοκ σόου) μιμείται το φινάλε της επιθεώρησης, όταν όλος ο θίασος είναι επί σκηνής. Στις τηλεοπτικές σειρές, το κοινό ξαναζεί το κοινότοπο οικογενειακό ρομάντζο, παραγεμισμένο με μελοδραματικά εφέ.

Η σημερινή τηλεόραση είναι το βασίλειο του κιτς.

Σημειώσεις: (1). Uberto Eco, «Apocalitici integrati», Bompiani, 1964.

(2). Eric Hobsbawn, «Η εποχή των άκρων», Θεμέλιο, 2004.

(3). Με ανάλογο τρόπο, η pop-art επανοικειοποιήθηκε τα στοιχεία κιτς της καταναλωτικής middle cult και τα μεταμόρφωσε σε πρωτοποριακή τέχνη.

* Ο ΧΡΗΣΤΟΣ Γ. ΛΑΖΟΣ είναι προϊστάμενος της γραμματείας της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι