Μονομερείς οι συστάσεις Γκαργκάνα υπέρ των επιχειρήσεων

Ελίζα Παπαδάκη, Κυριακάτικη Αυγή, 30/04/2006

Το ζητούμενο για τη χώρα μας, καταλήγει φέτος η ετήσια έκθεση του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, είναι να διαμορφωθεί μια στρατηγική που θα συνδυάζει δύο πράγματα: Την αντιμετώπιση των μακροοικονομικών ανισορροπιών, δηλαδή του πληθωρισμού, των ελλειμμάτων και του χρέους, καθώς και των διαρθρωτικών αδυναμιών (ποιότητα προϊόντων και υπηρεσιών, γραφειοκρατία, στρεβλώσεις και ανισοκατανομές), ώστε να βελτιωθεί η διεθνής ανταγωνιστικότητα της οικονομίας και να διασφαλισθεί η προοπτική της ανάπτυξης από τη μία πλευρά. Και αυτά να γίνουν με το μικρότερο δυνατό κοινωνικό κόστος, με ταυτόχρονη άνοδο του βιοτικού επιπέδου, ουσιαστική μείωση της φτώχειας και της κοινωνικής ανισότητας, από την άλλη.

Με αυτή τη γενική τοποθέτηση δύσκολα θα διαφωνούσε κανείς. Ολοκληρωμένη οικονομική στρατηγική στην Ελλάδα δεν υπάρχει. Οπωσδήποτε δεν έχει προταθεί από την κυβέρνηση, η οποία προκρίνει τη λήψη αποσπασματικών, συχνά αντιφατικών μεταξύ τους μέτρων. Αλλά ούτε και διεξάγεται στην κοινωνία μια οργανωμένη αντιπαράθεση που θα μπορούσε να οδηγήσει στη διαμόρφωσή της. Ο ίδιος ο κ. Γκαργκάνας όμως δεν έχει κερδίσει στην κοινή γνώμη το κύρος που θα του επέτρεπε ένα ρόλο εισηγητή ή συμβούλου σε μια τέτοια διεργασία. Τις "αντεργατικές, νεοφιλελεύθερες και αντικοινωνικές [του] συνταγές" απέρριψε κατηγορηματικά εξ ονόματος των εργαζομένων η ΓΣΕΕ, και την αντίδρασή της συμμερίσθηκε η πλειονότητα των μέσων ενημέρωσης. Προσεκτικά ζυγισμένες διατυπώσεις, όπως η παραπάνω, αμέσως παρακάμπτονται ως απλό προκάλυμμα για εχθρικές προς τα ευρύτερα κοινωνικά συμφέροντα υποδείξεις, εφόσον η Τράπεζα της Ελλάδος εκφράζει κατ’ εξοχήν την οικονομική "ορθοδοξία" που επικρατεί σήμερα διεθνώς.

Προτάσσοντας την απελευθέρωση των αγορών εργασίας και προϊόντων κατά πρώτο λόγο, τον εξορθολογισμό των κρατικών πολιτικών (αρχίζοντας από τη δημοσιονομική) δευτερευόντως, η έκθεση φαίνεται, πράγματι, να πρεσβεύει ότι ως προϋποθέσεις αρκούν για να εξελιχθούν οι επενδύσεις, η ανάπτυξη, η απασχόληση, το βιοτικό επίπεδο στην επιθυμητή κατεύθυνση, μην έχοντας τίποτα να προσάψει στην πρακτική των επιχειρήσεων. Δεν σχολιάζει έτσι τη σημαντική αύξηση των εταιρικών κερδών που καταγράφει σε πολλούς κλάδους με μικρή αύξηση πωλήσεων, ούτε τη συνδέει με τη χαμηλή, μόλις 1,5%, αύξηση των επιχειρηματικών επενδύσεων. Παρά τη μονομέρεια του σκεπτικού της εντούτοις, περιλαμβάνει έναν πλούτο επισημάνσεων, αναλύσεων και πληροφοριών, που είναι χρήσιμο να αξιολογηθούν για την επεξεργασία οποιασδήποτε πολιτικής.

Αγορές - ανισότητες

Κατ’ αρχάς, στις κλασικές υποδείξεις για μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας και τις συντάξεις, που αποκρούονται ως νεοφιλελεύθερες, εισάγει με έμφαση το επιχείρημα των ανισοτήτων: Το χαμηλό συνολικό ποσοστό απασχόλησης οφείλεται κυρίως στο χαμηλό ποσοστό απασχόλησης των γυναικών, παρατηρεί, για να το συνδέσει με την ανεπάρκεια των υποδομών που θα διευκόλυναν την απασχόληση ατόμων με οικογενειακές υποχρεώσεις (γυναικών ιδίως). Αλλά το συνδέει επίσης με τις "δυσκαμψίες" και την κατάτμηση της αγοράς εργασίας "βασικά σε δύο αγορές - εκείνη όπου η θέση εργασίας είναι εξασφαλισμένη και ουσιαστικά μόνιμη και εκείνη όπου δεν υπάρχει τέτοια εξασφάλιση", καθώς και με τις ανεπάρκειες των συστημάτων εκπαίδευσης και κατάρτισης. Και προβάλλει το παράδειγμα οικονομιών με υψηλή απασχόληση, η οποία στηρίζεται σε υποδομές που διευκολύνουν το συνδυασμό οικογενειακής και επαγγελματικής ζωής, ευκαμψία στις αγορές και μεγάλες επενδύσεις στην παιδεία και τη γνώση. Στο ρόλο των επιχειρήσεων να δημιουργήσουν νέες θέσεις απασχόλησης δεν αναφέρεται, θεωρώντας προφανώς ότι θα το κάνουν αυτόματα, αν οι συνθήκες στις αγορές γίνουν κατάλληλες.

Όσον αφορά τον άμεσο περιορισμό των πρόωρων συνταξιοδοτήσεων που εισηγείται, τον αιτιολογεί με το αυξημένο κόστος για τα ταμεία (απώλεια εσόδων από εισφορές, πρόσθετες δαπάνες για παροχή συντάξεων), αλλά και με την τεράστια ανισότητα μεταξύ των ασφαλισμένων που συνεπάγεται, αφού ο πρόωρα συνταξιοδοτούμενος θα λάβει στην υπόλοιπη ζωή του συνολική σύνταξη πολλαπλάσια από τις εισφορές που είχε καταβάλει, όταν ένας άλλος συνταξιούχος θα λάβει κλάσμα μόνο των συνολικών του εισφορών. Από την ενίσχυση της αντιστοιχίας μεταξύ ασφαλιστικών εισφορών και παροχών, έναν πιο ανταποδοτικό χαρακτήρα του συστήματος, προσδοκά άλλωστε να περιορισθεί αυτόματα και η πληγή της εισφοροδιαφυγής, αφού οι ασφαλισμένοι θα έχουν ισχυρό κίνητρο να φροντίζουν για την καταβολή των εισφορών τους. Την εργοδοτική ευθύνη στην εισφοροδιαφυγή δεν την αντιμετωπίζει.

Ανησυχίες για το χρέος

Αν οι οικονομολόγοι της Τράπεζας της Ελλάδος διατηρούν επιφυλάξεις για τη δημοσιονομική πολιτική της κυβέρνησης, ως συντάκτες της έκθεσης τις εκφράζουν μόνον έμμεσα. Αισθητή είναι η παράλειψη πρόβλεψης για την εξέλιξη του ελλείμματος και του χρέους το 2006, σε αντίθεση με τα άλλα μακροοικονομικά μεγέθη (ΑΕΠ 3,5%, πληθωρισμός 3,3%, εργατικό κόστος 3,7%).

Την έκθεσή του παρουσίασε ο κ. Γκαργκάνας μια μέρα μετά τη θριαμβευτική ανακοίνωση του υπουργού Οικονομικών Γιώργου Αλογοσκούφη για την εκτέλεση του προϋπολογισμού το 1ο τρίμηνο: μείωση ελλείμματος κατά 80% σε σύγκριση με πέρυσι, αύξηση εσόδων 18,6%, δαπανών μόλις 2,8%! Πέρα όμως από μη τακτικά έσοδα 409 εκατομμυρίων ευρώ που παραδέχθηκε ο κ. Αλογοσκούφης (και που η έγκρισή τους στις Βρυξέλλες ακόμα εκκρεμεί), το θεαματικό 18,6% οφείλεται στην αύξηση της παρακράτησης του φόρου εισοδήματος φέτος, η οποία συνιστά μεταφορά εσόδων από το 2007 στο 2006, καθώς και στις μειωμένες κατά 31% επιστροφές φόρων, μετά την εντολή που φαίνεται να έχουν πάρει οι ΔΟΥ να τις καθυστερούν. Και το χαμηλό 2,8% των δαπανών οφείλεται στη μείωση κατά 5,4% των προκαταβολών για επιχορηγήσεις στην ασφάλιση και την περίθαλψη που θα πρέπει να πληρωθούν αργότερα.

Με τέτοια δεδομένα η έκθεση της Τράπεζας αρκείται να σημειώνει ως "σημαντικό πρώτο βήμα" τη μείωση του ελλείμματος κατά 2,4% του ΑΕΠ το 2005, παρατηρώντας πάντως ότι στηρίχθηκε κυρίως στην περικοπή των δημοσίων επενδύσεων, και να υπογραμμίζει την ανάγκη μακροχρόνιας έντασης των προσπαθειών για να μειωθεί δραστικά το χρέος (από 107,5% τώρα στο 60% του ΑΕΠ το 2015, ώστε να αντιμετωπισθούν οι υψηλές δαπάνες λόγω γήρανσης του πληθυσμού). Ιδιαίτερη έμφαση δίνει στο πρόβλημα της φοροδιαφυγής, για να επισημάνει ότι οι αλλεπάλληλες ρυθμίσεις για την περαίωση εκκρεμών φορολογικών υποθέσεων την ενισχύουν. Όσον αφορά τις δαπάνες, δεν θεωρεί λύση την αυστηρή εισοδηματική πολιτική, που αργότερα ανατρέπεται, αλλά τον περιορισμό της αναλογίας προσλήψεων προς αποχωρήσεις και τις μετατάξεις για την καλύτερη αξιοποίηση των υπαλλήλων.

Επιβράδυνση μισθών - αύξηση κερδών

Το 2005 η έκθεση διαπιστώνει μιαν αισθητή υποχώρηση της αύξησης των μέσων αποδοχών των μισθωτών στο σύνολο της οικονομίας (σε 4,6% από 7,2% το 2004, που μεταφράζεται σε μια πραγματική αύξηση του καθαρού εισοδήματος του μέσου μισθωτού μόλις κατά 0,3% από 2,3% το 2004). Αντίστοιχα και του κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος (σε 2,2% από 4,1%). Η υποχώρηση οφείλεται στην εισοδηματική πολιτική που επιβλήθηκε στο δημόσιο, καθώς στον μη τραπεζικό ιδιωτικό τομέα η έκθεση εκτιμά ότι οι μέσες αποδοχές αυξήθηκαν με τον ίδιο ρυθμό σχεδόν (5,6% έναντι 5,8% το 2004). Περισσότερο προβλέπει να αυξηθούν οι μέσες αποδοχές το 2006: 6%, και το κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος: 3,7%.

Τα κέρδη, αντίθετα, βελτιώθηκαν το 2005. Πέρα από τις τράπεζες που σχεδόν τα διπλασίασαν (αύξηση 91,9%), και οι μεγαλύτερες επιχειρήσεις εμφανίζουν αύξηση κερδών 5,3% μετά την περιορισμένη μείωση που είχαν καταγράψει το 2004. (Πρόκειται για ένα δείγμα 435 βιομηχανικών, εμπορικών και επιχειρήσεων παροχής υπηρεσιών με πωλήσεις πάνω από 5 εκατομμύρια ευρώ, εισηγμένων στο Χρηματιστήριο και άλλων, τις οποίες παρακολουθεί η Τράπεζα Ελλάδος και αντιπροσωπεύουν το 25,1% των πωλήσεων των 33.121 Α.Ε. και ΕΠΕ της ICAP).

Θεαματική αύξηση 33,8% παρουσιάζουν τα κέρδη στη βιομηχανία, που αντανακλά τα μεγάλα κέρδη των δύο διυλιστηρίων, αλλά όχι μόνον: Ο κλάδος τροφίμων-ποτών-καπνού, με αύξηση πωλήσεων μόνο 2,1% κατέγραψε αύξηση κερδών 17,1%. Στις επιχειρήσεις ξύλου-χαρτιού-εκδόσεων-εκτυπώσεων οι πωλήσεις μειώθηκαν κατά 1,4% παρά την αύξηση των κερδών (από τις εκδοτικές εταιρείες κυρίως) κατά 17,1%. Στα μη μεταλλικά ορυκτά (τσιμεντοβιομηχανίες) οι πωλήσεις αυξήθηκαν κατά 3,3% και τα κέρδη κατά 17,6%. Στη μεταλλουργία οι πωλήσεις αυξήθηκαν κατά 2,6%, αλλά τα κέρδη κατά 40,4%.

Ζημιογόνος κλάδος παραμένει η κλωστοϋφαντουργία-ένδυση, όπου οι ζημίες μειώθηκαν κατά 24,9% με μείωση πωλήσεων 8,9%. Μεγαλύτερη μείωση πωλήσεων 16,9% είχε ο κλάδος ηλεκτρικών προϊόντων-επίπλων με μείωση κερδών 34,7%.

Οριακή μείωση κερδών 1,4% είχε το εμπόριο με αύξηση πωλήσεων 6,5%. Μεγάλη μείωση κερδών 33,9% τα ξενοδοχεία-εστιατόρια με μικρή αύξηση πωλήσεων 2,2%.

Στις κατασκευές οι πωλήσεις μειώθηκαν κατά 14,7% και τα κέρδη κατά 41,3%.

Στην πληροφορική τα κέρδη αυξήθηκαν 12,7% με οριακή αύξηση πωλήσεων 0,6%.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι