Διάλογος για τα μάτια της Κομισιόν

Ελίζα Παπαδάκη, Κυριακάτικη Αυγή, 07/05/2006

Τον κοινωνικό διάλογο για το ασφαλιστικό προτίθεται να ανοίξει πανηγυρικά η κυβέρνηση την Πέμπτη 11 Μαϊου. Για το σκοπό αυτό συγκαλείται η Επιτροπή Οικονομικών και Κοινωνικών Υποθέσεων της Βουλής, ενώ στη συνέχεια θα προσκληθούν οι εκπρόσωποι των εργαζομένων και των εργοδοτών. Η έως τώρα κυβερνητική πρακτική όμως και η απουσία πλαισίου και σαφών στόχων δείχνουν ότι κανένας πραγματικός διάλογος για ευρύτερες μεταρρυθμίσεις δεν επιδιώκεται.

Οι συνεχείς αποσπασματικές παρεμβάσεις που εντείνουν τις ανισότητες και επισωρεύουν πρόσθετα βάρη στην κοινωνική ασφάλιση (από την κατάργηση και τις επιστροφές των εισφορών του ΛΑΦΚΑ, που ευνοούν τους λιγότερους συνταξιούχους και τόσο περισσότερο όσο μεγαλύτερη είναι η σύνταξή τους, περνώντας από τη σκανδαλωδώς προνομιακή εθελουσία έξοδο στον ΟΤΕ και τις διευθετήσεις στις τράπεζες, μέχρι τις τελευταίες πρόωρες συνταξιοδοτήσεις στη Νάουσα, όχι όμως σε αντίστοιχους άλλους απολυμένους ανέργους) κάθε άλλο παρά προϋποθέσεις εμπιστοσύνης δημιουργούν στην κοινωνία για να διεξαχθεί παραγωγικά αυτή η πράγματι αναγκαία συζήτηση και διαπραγμάτευση. Ούτε καθησυχάζει κανέναν η διαβεβαίωση ότι δεν θα χειροτερεύσουν οι όροι συνταξιοδότησης μέσα στην τρέχουσα τετραετία, εφόσον απλώς υπαινίσσεται την πρόθεση να προετοιμασθούν τέτοια μέτρα, ώστε να αρχίσουν να εφαρμόζονται από το 2008...

Με ιδιαίτερη δυσπιστία αντιμετωπίζει έτσι την εξαγγελία του διαλόγου η ΓΣΕΕ, και για τον πρόσθετο λόγο ότι υφίσταται σήμερα τις ρυθμίσεις του νόμου 3429/2005, οι οποίες επιβλήθηκαν από την κυβερνητική κοινοβουλευτική πλειοψηφία χωρίς να προηγηθεί κανένας διάλογος. Πώς θα συζητήσει η ΓΣΕΕ, και μάλιστα στον αέρα, με μια κυβέρνηση που με το επιχείρημα των ελλειμμάτων στις ΔΕΚΟ αναιρεί το θεμελιώδες συνδικαλιστικό δικαίωμα της συλλογικής διαπραγμάτευσης; Πριν πέντε χρόνια η ΓΣΕΕ είχε αρνηθεί να συζητήσει την πρόταση μεταρρύθμισης των συντάξεων της τότε κυβέρνησης Σημίτη αποκρούοντας το κόστος που συνεπαγόταν, και πρωτοστάτησε στις μαζικές κοινωνικές αντιδράσεις που οδήγησαν στην απόσυρσή της. Το οδυνηρό εκείνο προηγούμενο φαίνεται άλλωστε να επηρεάζει καθοριστικά την τωρινή στάση του ΠΑΣΟΚ, καταπνίγοντας το δημόσιο προβληματισμό πολιτικών στελεχών σαν τον Γιώργο Φλωρίδη ή τον Αλέκο Παπαδόπουλο. Στην ομιλία του στην κοινοβουλευτική ομάδα την Πέμπτη, ο Γιώργος Παπανδρέου υποσχέθηκε εθνική κατώτατη σύνταξη και αύξηση των σημερινών συντάξεων και απέκλεισε μειώσεις ή επιβάρυνση των εργαζομένων, χωρίς να ανοίξει τα θέματα των σημερινών ανισοτήτων ή της προοπτικής να αυξηθεί δραστικά το κόστος χρηματοδότησης.

Από την αντίθετη πλευρά, ο (απερχόμενος αυτό το μήνα) πρόεδρος του ΣΕΒ Οδυσσέας Κυριακόπουλος επέκρινε την αναβολή λήψης μέτρων για την επόμενη τετραετία. Θεωρεί προφανώς ότι μεγάλη συζήτηση δεν χρειάζεται, αυτά που πρέπει να γίνουν είναι γνωστά. Στο χαρτοφύλακά του έχει άλλωστε τη σχετική μελέτη του ΙΟΒΕ και την επεξεργασία διεθνών εκθέσεων με πλήθος μέτρα. Ουσιαστική συμβολή από τους υπόλοιπους εργοδότες δεν αναμένεται. Οι πιο εύρωστοι από όλους, οι διοικήσεις των τραπεζών, λίγα θα έχουν να πουν, αφού, έχοντας αποτύχει να διαπραγματευθούν με τους υπαλλήλους τους, κατάφεραν να φορτώσουν μεγάλο μέρος του κόστους του ασφαλιστικού τους στο ΙΚΑ και στο Δημόσιο, εξυγίαναν τα οικονομικά τους και πέρυσι διπλασίασαν σχεδόν τα κέρδη του κλάδου. Ανάλογη μεταφορά κόστους στο Δημόσιο έχει παγιωθεί για την εποχική απασχόληση στον τουριστικό κλάδο, επίσης στην οικονομία συνολικά μέσω του αγγελιόσημου στα μέσα ενημέρωσης, όπως παγιωμένη είναι η ανοχή της εισφοροδιαφυγής στις κατασκευές και στην πληθώρα των οριακών μικρών επιχειρήσεων εμπόρων, επαγγελματιών και βιοτεχνών, οι οποίοι έχουν επιπλέον και το πρόβλημα χρηματοδότησης των δικών τους συντάξεων.

Ευρωπαϊκή πίεση για τα δημόσια οικονομικά

Ανκαι η κυβέρνηση δεν έχει κάποιο σχέδιο μεταρρύθμισης κατά νου, με την εξαγγελία διαλόγου για το ασφαλιστικό δεν δοκιμάζει πάντως μόνον ένα ακόμα επικοινωνιακό τρικ, όπως λέχθηκε. Σε μια τέτοια διαδικασία είναι υποχρεωμένη να προχωρήσει, για να ανταποκριθεί στην πίεση που δέχεται από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Μπορεί το Συμβούλιο Ecofin το Φεβρουάριο να δέχθηκε κατ’ αρχήν το επικαιροποιημένο πρόγραμμα σταθερότητας που υπέβαλε ο υπουργός Οικονομίας Γιώργος Αλογοσκούφης και την εκτίμησή του ότι με το φετεινό προϋπολογισμό και την ακολουθούμενη πολιτική το έλλειμμα θα πέσει κάτω από το 3% του ΑΕΠ το 2006, ώστε να αρθεί το καθεστώς επιτήρησης που έχει επιβληθεί στη χώρα. Ταυτόχρονα όμως επισήμανε τον "υψηλό κίνδυνο" για τη διατηρησιμότητα των δημοσίων οικονομικών ο οποίος οφείλεται στο συνδυασμό δύο παραγόντων: Στη μεγάλη αύξηση των δημοσίων δαπανών για συντάξεις τις επόμενες δεκαετίες λόγω της γήρανσης του πληθυσμού, τη μεγαλύτερη μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών, όπως δείχνουν με τα σημερινά δεδομένα οι προβολές ως το 2050. Και στον επίσης υψηλότερο στην Ευρώπη λόγο του χρέους προς το ΑΕΠ, που φθάνει το 108%. Το Ecofin κάλεσε έτσι την Ελλάδα "να ελέγξει τη δημόσια δαπάνη για τις συντάξεις, να εφαρμόσει αποφασιστικά τις μεταρρυθμίσεις που έχουν ήδη εγκριθεί, και να προχωρήσει σε πρόσθετες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις", καθιστώντας τη δημοσιονομική σταθεροποίηση προτεραιότητα.

Στην αναλυτική έκθεση που συνοδεύει την απόφαση του Ecofin γίνεται η υπόθεση ότι η δαπάνη για συντάξεις από 12,3% του ΑΕΠ το 2008 θα φθάσει το 22,6% του ΑΕΠ το 2050. Για να σταθεροποιηθούν τα δημόσια οικονομικά, να πέσει δηλαδή το χρέος στο 60% του ΑΕΠ το 2050, απαιτούνται πρωτογενή πλεονάσματα (διαφορά φόρων από δαπάνες χωρίς τους τόκους) πάνω από 9% του ΑΕΠ (στο πρόγραμμα σταθερότητας προβλέπονται μόλις 2%: θα χρειαζόταν δηλαδή με τα φετεινά μεγέθη οι φόροι που εισπράττει το κράτος να είναι κατά 18 δισ. ευρώ μεγαλύτεροι από τις συνολικές δαπάνες, δύο φορές το πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων!), πράγμα που αναγνωρίζεται ως πολύ δύσκολο. Μια καθυστέρηση της προσπάθειας κατά πέντε χρόνια θα την επιβάρυνε κατά 0,75% του ΑΕΠ.

Από τις υποδείξεις του Ecofin, απλούστερη είναι η εφαρμογή των ήδη εγκεκριμένων μεταρρυθμίσεων, δηλαδή του νόμου 3029/2002 (Ρέππα): Και κατ’ αρχάς η σύνταξη των μελετών για την συγχώνευση των ταμείων κύριας ασφάλισης των ΟΤΕ, ΗΣΑΠ, ΕΤΕ, ΑΤΕ, πρώην ΕΤΒΑ, συνεταιρισμών στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ ως το τέλος του 2007 και η σταδιακή προσαρμογή των όρων συνταξιοδότησης των ασφαλισμένων στα δεδομένα του ΙΚΑ. Αλλά όσον αφορά τις πρόσθετες μεταρρυθμίσεις, ο υπουργός Εργασίας Σάββας Τσιτουρίδης ανέφερε ως τώρα μόνο τη σύσταση δύο επιτροπών, για την επανεξέταση των βαρέων και ανθυγιεινών επαγγελμάτων και για την αξιοποίηση των αποθεματικών των ταμείων.

Το ΔΝΤ

Την κατεύθυνση υποδηλώνει έμμεσα η αναλυτικότερη παρουσίαση που δημοσίευσε το Φεβρουάριο το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, όπου εκτός από τον κατακερματισμό σε πλήθος Ταμεία που αυξάνει τις πολλαπλές και άνισα κατανεμημένες χρηματοδοτήσεις του κράτους και δεν δημιουργεί αλληλεγγύη στο σύστημα, επισημαίνει πέντε ακόμα επιβαρυντικούς παράγοντες:

- Το υψηλό ποσοστό αναπλήρωσης: με 35 χρόνια ασφάλισης 70% κύρια σύνταξη συν 20% επικουρική, που με την αφαίρεση των ασφαλιστικών εισφορών 6,67% συν 3% οδηγεί στο 100% του μισθού, ενώ στον ΟΟΣΑ κατά μέσο όρο είναι 80% για τους χαμηλόμισθους αλλά πέφτει προς το 60% όσο υψηλότερος είναι ο μισθός.

- Τις αποδοχές της τελευταίας πενταετίας ως βάση υπολογισμού για τις συντάξεις που θα ήταν 23% μικρότερες αν λαμβάνονταν όλα τα χρόνια.

- Τον πολύ μεγάλο αριθμό συνταξιοδοτουμένων με 15 χρόνια ασφάλισης: το 2004 στο ΙΚΑ ήσαν 571.400, το 63,2% του συνόλου, που λάμβαναν την κατώτατη σύνταξη στο 75% του κατώτατου μισθού 428,2 ευρώ.

- Τη χαμηλή σχετικά πραγματική μέση ηλικία συνταξιοδότησης: 60,4 έτη το 2004 όπου περιλαμβάνονται τα 65 έτη των αγροτών, ενώ στο ΙΚΑ και στο Δημόσιο εξακολουθούν να φεύγουν πριν τα 60.

- Το γεγονός ότι το σύστημα ακόμα ωριμάζει με ασφαλισμένους που έχουν πληρώσει περισσότερες εισφορές και έχουν μεγαλύτερα δικαιώματα και με τη μετακίνηση από τον αγροτικό τομέα.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι