Yπονομευμένος διάλογος

Πώς θα διαπραγματευθούμε την κατανομή των πόρων

Ελίζα Παπαδάκη, Τα Νέα, 10/05/2006

Τον κοινωνικό διάλογο για το Ασφαλιστικό, που εγκαινιάζει σήμερα πανηγυρικά η κυβέρνηση, τον έχει υπονομεύσει η ίδια εκ των προτέρων. Πρώτη προϋπόθεση για να διεξαχθεί παραγωγικά ένας τέτοιος διάλογος θα ήταν να υπάρχει στην κοινωνία εμπιστοσύνη στους στόχους, αλλά και στη διαδικασία του διαλόγου, στην τήρηση των δημοκρατικών κανόνων. H σημερινή απεργία για την υπεράσπιση του θεμελιώδους συνδικαλιστικού δικαιώματος της συλλογικής διαπραγμάτευσης, το οποίο η κυβέρνηση αναίρεσε μονομερώς, κάνοντας χρήση της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας για να επιβάλει τον νόμο 3429/2005 με το επιχείρημα των ελλειμμάτων στις ΔΕΚΟ, μαρτυρεί για την απουσία βάσης εμπιστοσύνης στην κοινωνία.

H κυβέρνηση δεν έχει άλλωστε αποσαφηνίσει τους στόχους και το πλαίσιο του διαλόγου, ούτε φαίνεται ικανή να το πράξει. Αν η τριπλή αφετηρία για την αναγκαία ασφαλιστική μεταρρύθμιση είναι η σημερινή ελλειμματικότητα των συντάξεων, η προοπτική υπέρογκης αύξησης της εθνικής δαπάνης για τη χρηματοδότησή τους τις επόμενες δεκαετίες επειδή αλλάζει η ηλικιακή σύνθεση του πληθυσμού (σε ολοένα περισσότερους ηλικιωμένους θα αναλογούν ολοένα λιγότεροι άνθρωποι κάτω των 60-65 ετών), και οι μεγάλες ανισότητες στο εσωτερικό του ασφαλιστικού συστήματος, τότε ο διάλογος δεν μπορεί παρά να πάρει τον χαρακτήρα μιας μεγάλης κοινωνικής διαπραγμάτευσης. Διότι η αντιμετώπιση των ελλειμμάτων, της προοπτικής της δημογραφικής γήρανσης, και ταυτόχρονα των ανισοτήτων μεταξύ των ασφαλισμένων, αλλά και με τους ανασφάλιστους που θα πρέπει να πάψουν να υπάρχουν, συνεπάγεται προφανώς αλλαγές στην κατανομή των κοινωνικών πόρων. Θα πρέπει επομένως να αντιπαρατεθούν μεταξύ τους διαφορετικά συμφέροντα για να αναζητηθεί μια σύνθεση σε νέες, κοινά αποδεκτές και βιώσιμες ρυθμίσεις: Να αντιπαρατεθούν σε γενικές κατηγορίες συμφέροντα εργοδοτών, μισθωτών, αυτοαπασχολουμένων, αλλά και ασφαλισμένων μεταξύ τους, καθώς τελικά όλες οι συντάξεις επιδοτούνται, αλλά σε πολύ διαφορετική έκταση και αδιαφανώς. (Μια απόπειρα να μετρηθούν οι ανισότητες του συστήματος στα πλαίσια μελέτης του ΟΟΣΑ του 1999, είχε βρει ότι η απόδοση των συνολικών εισφορών των ασφαλισμένων με ίσες περιόδους εισφορών κυμαινόταν από 5,2% έως 0,2%. Έκτοτε πολλά άλλαξαν, αλλά οι ανισότητες δεν έπαψαν να διευρύνονται, με πιο κραυγαλέο παράδειγμα τους συνταξιούχους της εθελουσίας εξόδου του ΟΤΕ.)

Εφόσον όμως για να εξασφαλισθούν συντάξεις ισονομίας, επαρκείς και βιώσιμες για τις επόμενες δεκαετίες, δηλαδή και για τους σημερινούς νέους ανθρώπους, απαιτούνται αλλαγές στην κατανομή των πόρων, το περιεχόμενο της διαπραγμάτευσης δεν μπορεί να περιορισθεί στις ίδιες τις συντάξεις, τους όρους παροχής και τον τρόπο υπολογισμού τους. H αποτυχία της πρότασης Γιαννίτση του 2001 έδειξε ότι μια προσέγγιση που στη βάση αναλογιστικής μελέτης προσπαθεί να διασφαλίσει τη βιωσιμότητα των συντάξεων αλλάζοντας παραμέτρους, περικόπτοντας το ποσοστό αναπλήρωσης (το ύψος της σύνταξης σε σχέση με το μισθό) και επεκτείνοντας τα όρια ηλικίας, δεν γίνεται αποδεκτή. Στην καθολική αντίδραση που ανάγκασε τότε την κυβέρνηση Σημίτη να αποσύρει την πρόταση συντάχθηκαν οι εργαζόμενοι, είτε προσέβλεπαν σε εφάπαξ και μεγάλη σύνταξη στα 60, είτε μόνο στην κατώτατη του IKA στα 65 τους. Όλοι στήριζαν το αίτημα της ΓΣΕΕ να αυξηθεί η κρατική χρηματοδότηση, αντί να γίνουν αυστηρότεροι οι όροι συνταξιοδότησης. Ο κατοπινός συμβιβασμός (νόμος 3029/2002 «Ρέπα») έκανε κάποιες προσαρμογές, κατοχύρωσε στον προϋπολογισμό το 1% του ΑΕΠ για το IKA, αλλά τη μακροχρόνια βιωσιμότητα δεν την εξασφάλισε. Στα σημερινά αιτήματα της ΓΣΕΕ περιλαμβάνεται και η αύξηση αυτού του 1%.

Καθώς όμως τα όρια του προϋπολογισμού είναι πεπερασμένα, και μια αύξηση δαπανών επαρκής για τις ανάγκες των συντάξεων, όπως διαγράφονται σήμερα, αδύνατη, θα χρειασθεί να αναζητηθούν άλλες δυνατότητες. Ενδεικτικά, δύο πρώτα σημεία σε έναν κατάλογο που, μαζί με τη συζήτηση των παραμέτρων, θα μπορούσε να είναι μακρύς: Αντικείμενο της διαπραγμάτευσης θα έπρεπε πρώτα απ’ όλα να αποτελέσουν πολιτικές για την απασχόληση. Στον προϋπολογισμό, η αύξηση των δαπανών για τη στήριξη εργαζομένων μητέρων με μικρά παιδιά και για τη βελτίωση της εκπαίδευσης και της κατάρτισης θα μπορούσε να αποδειχθεί πολύ πιο αποδοτική για τις ίδιες τις συντάξεις μέσα από την ενίσχυση της απασχόλησης παρ’ όσο μια αύξηση της απευθείας επιχορήγησής τους. H αύξηση των επιδομάτων ανεργίας, σε συνδυασμό με ενεργητικές πολιτικές απασχόλησης, θα ήταν αναμφίβολα προτιμότερη από πρόωρες συνταξιοδοτήσεις που διευρύνουν τα ασφαλιστικά ελλείμματα. Πέρα από το κράτος, βέβαια, η διαπραγμάτευση θα ενέπλεκε τις επιχειρήσεις, με την επιδίωξη να συμφωνηθούν όροι και προγράμματα ώστε να δημιουργήσουν πραγματικά πολλές νέες θέσεις εργασίας. H εμπειρία έχει δείξει εξάλλου ότι με αστυνομικά μέτρα μόνο δεν θα κατασταλεί η εισφοροδιαφυγή, στη διαπραγμάτευση επομένως θα έπρεπε να τεθούν και κίνητρα, η βελτίωση της ανταποδοτικότητας των εισφορών.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι