Υποκλοπές τηλεφώνων: Ποιος παρακολουθεί ποιον;

Βασικό εργαλείο απορρύθμισης των θεσμών

Νίκος Παρασκευόπουλος, Ελευθεροτυπία, 17/05/2006

Οι παρακολουθήσεις αποτελούν σήμερα την αιχμή του δόρατος του παγκόσμιου κράτους ασφάλειας. Βασικός στόχος της πανεποπτικής εποπτείας είναι ο καθένας, οι πληθυσμοί στο σύνολό τους, ενώ ο έλεγχος της τρομοκρατίας συνιστά μόνο μία ενδεχόμενη παράπλευρη ωφέλεια.

Αν τα παραπάνω, έστω κατά υπόθεση, είναι σωστά, αμέσως απορρέουν οι επόμενοι συλλογισμοί: το συλλογικό υποκείμενο που διαχειρίζεται τα εργαλεία της παρακολούθησης, ο λεγόμενος Μεγάλος Αδελφός, δεν μπορεί παρά να είναι μια ολιγαρχική μορφή. Στην ελεγκτική της κατά των πλειοψηφιών δραστηριότητα εξάλλου, δεν μπορεί παρά να εμποδίζεται από τους θεσμούς της δημοκρατίας: να παρενοχλείται ελαφρά, αν οι θεσμοί αυτοί έχουν πια καταντήσει μόνον τυπικοί και εικονικοί, να δεσμεύεται αν παραμένουν ουσιαστικοί. Φυσικό είναι, λοιπόν, οι παρακολουθήσεις (με υποκλοπές, οπτικές ή ακουστικές καταγραφές κ.λπ.) να συνιστούν τον βασικό μοχλό για την απορρύθμιση της πολιτικής ζωής και του κράτους δικαίου.

Ως το σημείο αυτό οι συλλογισμοί αναπτύχθηκαν ως υπόθεση εργασίας. Οι πρόσφατες όμως εξελίξεις στη χώρα μας και σε άλλες προσφέρουν διαρκώς τεκμήρια και επιβεβαιώσεις. Στην Ελλάδα συγκεκριμένα γίνεται τώρα με έμφαση αναφορά σε σοβαρές κυβερνητικές ευθύνες απέναντι στο σκάνδαλο των υποκλοπών. Μήπως οφείλεται η κριτική αυτή σε μια ελληνική τάση υπερβολής; Νομίζω, κάθε άλλο. Αν μάλιστα αρκείται κανείς στην επισήμανση κυβερνητικών ευθυνών, υποβαθμίζει την έκταση του προβλήματος. Οι υποκλοπές υποσκάπτουν σε βάθος χρόνου και σε πολλές εκφάνσεις της τη δημοκρατική ζωή, εκθέτοντας οπωσδήποτε και τη διστακτική Δικαιοσύνη. Στην πραγματικότητα μάλιστα το σκάνδαλο έχει δύο όψεις: από τη μια τις ίδιες τις υποκλοπές, από την άλλη τη διαχείριση της διερεύνησής τους.

Οι κυβερνητικές ευθύνες έχουν αναδειχθεί κυρίως σε δύο τομείς: στην καθυστέρηση της παράδοσης των στοιχείων προς την αρμόδια ανεξάρτητη αρχή (ΑΔΑΕ) και στην πραγματοποίηση αποπροσανατολιστικών υπουργικών δηλώσεων. Από την άλλη πλευρά, η κυβέρνηση αντέτεινε την εξής άμυνα: ότι δηλαδή η υπόθεση έγκαιρα παραπέμφθηκε στη Δικαιοσύνη, καθώς και ότι στους παρακολουθούμενους -επομένως στα θύματα και όχι στους δράστες της εκτροπής- ανήκαν κυβερνητικά στελέχη και ο ίδιος ο πρωθυπουργός.

Οταν όμως η προκαταρκτική εξέταση για ένα εθνικά κρίσιμο και επείγον ζήτημα καθυστερεί και μένει άκαρπη έντεκα μήνες (ενώ η διερεύνηση από την ΑΔΑΕ αποδίδει τάχιστα κάποιους καρπούς), η αποτελεσματικότητα της παραπομπής στη Δικαιοσύνη ακυρώνεται θεσμικά και πολιτικά. Το γεγονός εξάλλου ότι παρακολουθούμενοι ήταν ο ίδιος ο πρωθυπουργός και κυβερνητικά στελέχη, δεν απαλλάσσει αλλά επιβαρύνει τις ευθύνες. Η προσβολή αντανακλά βασικά στον πολίτη: η διαχείριση των δικών του συμφερόντων καθώς και εθνικών ζητημάτων διακινδυνεύει, όταν οι υποκλοπές και οι διαρροές θα επιτρέπουν σε άλλους την ανάπτυξη πρόωρων αντισωμάτων. Αφηρημένα και διαχρονικά, επίσης, οι δυνατότητες εκβιασμού, με αποκαλύψεις ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων ενός πολιτικού, αιχμαλωτίζουν την πολιτική ζωή.

Η δυσκαμψία και οι καθυστερήσεις του ποινικού ελέγχου της υπόθεσης διευρύνουν τις διαστάσεις της κρίσης. Οταν η κυβερνητική υπενθύμιση, «παραπέμψαμε την υπόθεση στη Δικαιοσύνη» καταλήγει εκ του (ώς τώρα) αποτελέσματος να ακούγεται ομόηχη του «παραπέμψαμε στις ελληνικές καλένδες», τότε η εκτελεστική και η δικαστική εξουσία τραυματίζονται ταυτόχρονα. Ο συσχετισμός μιας απορρύθμισης της Δικαιοσύνης με τις υποκλοπές προβάλλει εξάλλου καθαρότερα, όταν κανείς αναλογίζεται ότι σε άλλες περιπτώσεις η δικαστική διερεύνηση έχει προχωρήσει δραστικά.

Εν τω μεταξύ έχει θιγεί και η αξιοπιστία ενός σημαντικού μέρους του τηλεοπτικού Τύπου. Δεν έχουν ξεχαστεί οι αποπροσανατολιστικές ομοβροντίες: επιφανείς της δημοσιογραφίας μαζί με προσκαλεσμένους τεχνοκράτες προσπάθησαν συντονισμένα να υποβάλουν την ιδέα ότι οι συγκεκριμένες παρακολουθήσεις μαρτυρούν ερασιτεχνική προσπάθεια ιδιωτών, ότι αποκλείεται όσοι έχουν δορυφορικά και άλλα προηγμένα μέσα να καταδέχονται ανάλογες δράσεις κ.λπ. Κι ας ήταν εξαρχής ευνόητο ποιοι είχαν συμφέρον να παρακολουθούν ταυτόχρονα πολιτικούς και συνήθεις υπόπτους για τρομοκρατία, πόσο άβολα είναι κάποτε τα άλλα μέσα παρακολούθησης και πόσο συχνά οι μυστικές υπηρεσίες καταφεύγουν σε απλές μεθοδεύσεις που οι άλλοι υποτιμούν.

Αναμφίβολα, η τάση απορρύθμισης της πολιτικής ζωής και του κράτους δικαίου κατ’ εξοχήν μέσω των παρακολουθήσεων είναι διεθνές φαινόμενο. Ιδίως η Δικαιοσύνη σε όλες τις χώρες, με όλους τους κλάδους και τις εκδοχές της, είναι ιστορικά και εξ ορισμού προορισμένη να αναζητεί με το φίλτρο της δίκης λίγους ενόχους και υπόχρεους. Η δικαστική επιβολή επαχθών μέτρων και ποινών εξαρτάται παντού από εγγυήσεις και αποδείξεις που αποκλείουν τον απροϋπόθετο έλεγχο. Γι’ αυτό πλέον απωθείται από τον παντεπόπτη Μεγάλο Αδελφό.

Στις ίδιες τις ΗΠΑ προβλήματα στην κυβέρνηση Μπους προξενεί η αποκάλυψη ότι παρακολουθούνται τα τηλέφωνα εκατομμυρίων Αμερικανών πολιτών: Ρεπουμπλικάνοι και Δημοκρατικοί ήδη ζητούν εξηγήσεις από την κυβέρνηση. Ανάλογοι κραδασμοί γίνονται αισθητοί και σε άλλες ανεπτυγμένες χώρες (π.χ. Αγγλία, Γερμανία και Ολλανδία) που συνειδητοποιούν ότι η συλλογή και η επεξεργασία πληροφοριών για το έγκλημα δεν αφορά πλέον μόνο την ποινική Δικαιοσύνη, αλλά και την κατοχύρωση της δίκαιας δίκης γενικά. Μάταια ο Τόνι Μπλερ δηλώνει «πιστεύω ότι το επιχείρημα για την προσβολή των ατομικών ελευθεριών είναι τελείως άτοπο, εδώ γίνεται χρήση τεχνολογίας για σύλληψη εγκληματιών». Κανείς δεν πείθεται.

Οπως φαίνεται, η δοκιμασία και η κρίση των θεσμών εξαιτίας των υποκλοπών δεν έχει αφήσει αλώβητο ούτε το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Κατ’ αρχήν, η εγγυητική του νομολογία υπέρ των ελευθεριών, σε υποθέσεις που αφορούν κρατήσεις ή σωματικούς ελέγχους, είναι παγιωμένη. Η πρόσφατη καταδίκη της Τουρκίας για την υπόθεση Αμπντ. Οτσαλάν (Οτσαλάν κ. Τουρκίας, 12-5-2005) επισημαίνει μάλιστα την ανάγκη τήρησης όρων νομιμότητας στο προδικαστικό στάδιο. Ωστόσο το Στρασβούργο, από την εποχή της θέσπισης της Συνθήκης Σένγκεν, προσφέρει μια εξαιρετικά αδύναμη ασπίδα απέναντι ειδικά στη διεξαγωγή παρακολουθήσεων. Ηδη το 1994 (υπόθεση Murray κ. Ην. Βασιλείου) το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο είχε αποφύγει να ελέγξει την αναγκαιότητα αστυνομικών δραστηριοτήτων εποπτείας. Καίρια σημασία έχει αποκτήσει έκτοτε και η τακτική της ένταξης των πολιτών σε «λίστες υπόπτων τρομοκρατίας», απέναντι στην οποία η δικαστική προστασία δεν είναι εύκολα διαθέσιμη.

Από όλα τα προφητικά έργα που έχουν γραφεί στο παρελθόν, μάλλον το 1984 του Τζ. Οργουελ θα φανεί το πιο ενδιαφέρον και ανθεκτικό στον χρόνο. Ισως πάλι η δημοκρατία, έστω και στις ατελείς μορφές της λειτουργίας της, επιβιώσει για πολύ. Βέβαιο είναι ότι ο πανεποπτικός κόσμος της πανεποπτικής παρακολούθησης και η ουσιαστική δημοκρατική διακυβέρνηση αλληλοαποκλείονται. Προς το παρόν, ο πρώτος απωθεί τη δεύτερη. Για το μέλλον, ελπίζουμε.

*Καθηγητής Νομικής στο ΑΠΘ

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Οι διορθωτές των κειμένων της εφημερίδας προσφέρουν σημαντικό έργο, έχοντας βέβαια τον τελικό λόγο μετά τον αρθρογράφο. Το πρόβλημα είναι ότι σε ορισμένες περιπτώσεις μαζί με την ορθογραφία αλλάζει και το νόημα· επίσης, ότι κάποτε η αρχική ορθογραφική επιλογή μπορεί να αποτελεί αξιόμαχη άποψη. Μόνο ένα πρόσφατο παράδειγμα: στο τελευταίο κείμενό μου η λέξη «ετερόκλιτος» (με γιώτα) εμφανίστηκε στη δημοσίευση τρις ως «ετερόκλητος». Η μικρή αυτή σημείωση αποτελεί την προσπάθειά μου για μια φορά να υποστηρίξω μέχρι τέλους την άποψή μου. Πρόκειται πάντως για λεπτομέρειες σε ένα μακρόχρονο έργο επιμέλειας, για το οποίο και δημόσια τους ευχαριστώ.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι