Παράπλευρες ενεργειακές και μη παρεμβάσεις

Στάθης Λουκάς, 25/05/2006

«πρέπει να συνηθίσουμε να ζούμε με ακριβό πετρέλαιο»

Υπουργός Ανάπτυξης («Καθημερινή» 7.05.06)

Δύσκολα μπορεί να διαφωνήσει κανείς με την «αξιωματική» αυτή τοποθέτηση που φαίνεται απόρροια μιας εκτίμησης που αγγίζει την «θεωρητική» προσέγγιση ότι ευρισκόμαστε αντικριστά με μια αλλαγή ενεργειακής εποχής που με ένταση διαφαίνεται, από τις ανακατατάξεις, στο βάθος του ανατολικού ορίζοντα.

Πώς μπορεί να εξηγηθεί διαφορετικά το γεγονός ότι η χρονική περίοδος – βάθους εικοσαετίας που ανοίγεται μπροστά μας- τείνει να ονομασθεί, και όχι μόνο δημοσιογραφικά, του «ψυχρού ενεργειακού πολέμου».

Και αν το μέλλον που ανοίγεται μπροστά μας θα χαρακτηρίζεται από «ακριβές τιμές» της ενέργειας το μεγάλο ερωτηματικό που μπαίνει ποιες είναι οι πρωτοβουλίες των κυβερνώντων που θα τείνουν να περιορίσουν τις αρνητικές επιπτώσεις στην καθημερινότητα της κοινωνίας και στο παραγωγικό σύστημα της χώρας.

Σωστό το σύνθημα-στόχος να γίνει η χώρα «ενεργειακός κόμβος», μια και συμβάλλει στη διαφοροποίηση των ενεργειακών προμηθευτών και των ενεργειακών ορυκτών πηγών. Πρόκειται όμως για τη μια όψη του νομίσματος που ταυτίζεται με εκείνη της «ρύθμισης» της προσφοράς, που χωρίς άλλο, σε ορισμένες περιπτώσεις, μπορεί να επηρεάζει την ζήτηση. Όχι όμως όσο θα ήταν δυνατό και θα έπρεπε ( βλέπε φυσικό αέριο) όταν στην άλλη, όμως, όψη τείνει να επικρατεί σκότος, με κάποιες εκλάμψεις δέρματος ζέβρας, αν όχι έρεβος σαν τη σκοτεινή πλευρά της σελήνης.

Η άλλη αυτή όψη δεν είναι παρά εκείνη της διακυβέρνηση της ζήτησης. Τα μηνύματα που έρχονται από την Ε.Ε, από την υπογραφή και το σεβασμό του Πρωτοκόλλου του Κιότο, από την Ι.Ε.Α αλλά βασικά και κύρια από την ελληνική πραγματικότητα ( η πρωτογενής ενεργειακή ένταση της ελληνικής οικονομίας απομακρύνεται τελευταία όλο και περισσότερο από το μέσο ευρωπαϊκό όρο) συγκλίνουν όλα στην αναγκαιότητα διαμόρφωσης ενός άλλου ενεργειακού μοντέλου (γεγονός που παρατηρείται σε σημαντικές χώρες της Ε.Ε) που θα στηρίζεται – πέρα από τη διαφοροποίηση- στη διακυβέρνηση της ζήτησης δηλ. στον συνδυασμό εξοικονόμησης, ΑΠΕ και εναλλακτικών τεχνολογιών.

Το σύστημα παραγωγής της ενέργειας και τα μοντέλα κατανάλωσης, που επικρατούν σήμερα στη χώρα μας, διαμορφώθηκαν σε μια περίοδο που υπήρχε άφθονη προσφορά ορυκτών ενεργειακών πηγών και σε χαμηλές σχετικά τιμές, ενώ το σύστημα των τιμολογίων δεν λάβαινε καθόλου υπ’ όψη το περιβαλλοντικό κόστος. Οι δύο αυτές ευνοϊκές συνθήκες δεν υπάρχουν πια.

Αν όμως, όπως σωστά διαμηνύει ο κ. Υπουργός, η ιστορική περίοδος που διανύουμε χαρακτηρίζεται από ακριβώς αντίθετες τάσεις των τιμών των ενεργειακών πηγών, όχι μόνο μεσοπρόθεσμα και «συνοδεύεται» από την εφαρμογή του Πρωτοκόλλου του Κιότο, πρέπει σαν λογική συνέπεια να έχουμε :

-α. τον εμπλουτισμό των τεχνολογιών μετασχηματισμού και χρήσης της ενέργειας

-β. και την συστηματική καλλιέργεια προοπτικά διαφορετικών μοντέλων κατανάλωσης της ενέργειας.

Ακριβώς αυτά θα απαιτούσαν να ακολουθηθεί ο δύσβατος φαινομενικά, μεταρρυθμιστικός δρόμος - των ΑΠΕ συνολικά, της Συμπαραγωγής, της ορθολογικής χρήσης και εξοικονόμησης ενέργειας με την συμμετοχή καινούργιων θεσμικών και κοινωνικών υποκειμένων στον ενεργειακό προγραμματισμό - που θα προβάλλονταν μακροπρόθεσμα στην εποχή του υδρογόνου και των κυψελών καυσίμου. Η ενίσχυση μόνο της αιολικής kWh – που είναι από μόνη της ανταγωνιστική με την τιμή του πετρελαίου επάνω από 45 δολ/βαρελ.- με τον αποκλεισμό της ηλιακής ( φωτοβολταϊκής και σύνθετης θερμικής) και με το παράλληλο θάψιμο της πιο αποδοτικής και δοκιμασμένης ενεργειακά τεχνολογίας όπως η συμπαραγωγή και την έλλειψη μιας συνολικής παρέμβασης εξοικονόμησης , ενισχύει την κατάσταση ερέβους. Με την ευχή να πρόκειται μόνο περί ερέβους επιστημονικής , τεχνολογικής κουλτούρας και διαστρεβλωτικούς φακούς αντικρίσματος του ενεργειακού μέλλοντος μας.

Το πρόβλημα δεν είναι μόνο και τόσο αυτό που ισχυρίζεται ο κ. Καραμανλής «η νέα ενεργειακή πολιτική αποβλέπει στον σταδιακό περιορισμό της εξάρτησης της χώρας από το πετρέλαιο», όσο περισσότερο εκείνο:

Ότι Η ΠΡΩΤΟΓΕΝΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗ ΕΝΤΑΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ (kep= ισοδύναμα κιλά πετρελαίου/€95) που ξεπερνούσε κατά 31% το μέσο όρο της ΕΕ(15) -το 2001- πρέπει να εξαλείψει αυτή την απόσταση στη δεκαπενταετία που ανοίγεται μπροστά μας ως το 2020. Η σημερινή πραγματικότητα δείχνει ότι η αποτελεσματικότητα χρήσης της ενέργειας, σε ελληνικό ενεργειακό σύστημα, είναι πολύ χαμηλή σε σχέση με αυτή που μπορεί να επιτευχθεί θεωρητικά, πρακτικά και οικονομικά. Μάλιστα σε τέτοιο βαθμό που μπορεί να θεωρηθεί « σαν μια εν δυνάμει πλούσια εναλλακτική ενεργειακή πηγή».

Το πρώτο δηλ. η εκτίμηση του κ.ου Καραμανλή δεν επιτυγχάνει τη μείωση της ενεργειακής έντασης στα αναγκαία επίπεδα και επόμενα δεν διαμορφώνει μια νέα ενεργειακή πολιτική. Αντίθετα η επιδίωξη του δευτέρου δηλ. της συστηματικής μείωσης της ενεργειακής έντασης και την απεξάρτηση της χώρας ευνοεί σε μέγιστο βαθμό και προϋποθέτει στην ουσία τη διαμόρφωση μιας πράγματι νέας ενεργειακής πολιτικής μια και συμβάλλει : στον τεχνολογικό εκσυγχρονισμό, στην αύξηση της απασχόλησης, στην ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων και στην προστασία του περιβάλλοντος και κατά συνέπεια στο σεβασμό του Πρωτοκόλλου του Κιότο.

Εξ’ άλλου προς αυτή την κατεύθυνση, παρ’ όλα τα κενά μιας ενεργειακής πολιτικής, κινούνται και οι δύο τελευταίες «πράσινοι βίβλοι» της Ε.Ε: εκείνη του 2005 «για την ενεργειακή απόδοση» και εκείνη του 2006 «μια στρατηγική για βιώσιμη, ασφαλή και ανταγωνιστική ενέργεια». Τείνουν να προωθήσουν την εξοικονόμηση μια και στοχεύουν στην μείωση της κατανάλωσης κατά 1% το έτος ώστε μέχρι το 2020 η κατανάλωση ενέργειας να μειωθεί κατά 20% σε σχέση με εκείνη που θα καταναλώνονταν.

Η εξοικονόμηση ενέργειας πρέπει να αντικρισθεί σφαιρικά: αρχίζοντας από τον τριτογενή (οικιακο/εμπορικό), περνώντας από τους ενεργοβόρους τομείς της βιομηχανίας και των εξυπηρετήσεων και καταλήγοντας στον Μολώχ των μεταφορών.

Η στρατηγική επιλογή πρέπει να είναι η παρέμβαση στους διαφόρους τομείς με μια συστηματική μεθοδολογία που θα είναι ένας συνδυασμός ρυθμίσεων και ενός σύνολο κινήτρων και αντικινήτρων. Μόνο με μια συνολική θεώρηση μπορεί να αντιμετωπισθεί η υπέρμετρος αύξησης της κατανάλωσης στον οικιακο/εμπροκό τομέα και το σημαντικό ποσοστό στις μεταφορές.

Η επίτευξη των στόχων που προκύπτουν από τα έγγραφα της Ε.Ε, και επιβεβαιώνονται από την αναγκαιότητα αλλαγής του ελληνικού ενεργειακού συστήματος, απαιτούν επενδύσεις σε νέες τεχνολογίες και πρωτοβουλίες τέτοιας έντασης και μορφής που να «αναγκάσουν» την αγορά να τις υιοθετήσει. Ειδική όμως φροντίδα απαιτείται, κυρίως στη χώρα μας, για τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις ώστε να είναι σε θέση να «γνωρίσουν» τις διαθέσιμες τεχνολογικές λύσεις και ευκαιρίες.

Η διάχυση, όμως στο χώρο, μιας τέτοιας «παρεμβατικότητας» σε συνδυασμό με το γεγονός ότι τα σύγχρονα ενεργειακά συστήματα θα τείνουν να μετασχηματίζονται μετατοπίζοντας την παραγωγή των ενεργειακών ανυσμάτων όπου παρουσιάζεται η ανάγκη της χρησιμοποίησης τους (ενεργειακά διαμερίσματα) απαιτεί – όπως προκύπτει και από ντοκουμέντα της Ε.Ε-:την πραγμάτωση καινοτομικών χωροταξικών προτύπων συνεργασίας και ολοκλήρωσης μεταξύ παραγωγικού και ενεργειακού συστήματος που θα είναι βιώσιμα από οικονομική και ενεργειακή σκοπιά και θα σπρώχνουν στην αναβάθμιση και αξιοποίηση του ρόλου των Ο.Τ.Α.

Στο υπό αναζήτηση και διαμόρφωση νέου βιώσιμου ενεργειακού προτύπου είναι αναγκαίος ένας ξεχωριστός (σαν σημασία) και διαφορετικός από τον μέχρι σήμερα ρόλος των τεχνολογικών ερευνητικών κέντρων και ιδρυμάτων.

Η ορθολογική χρήση και η εξοικονόμηση της ενέργειας πέρα από του ότι είναι μια αναπόφευκτη αναγκαιότητα για τον περιορισμό της ενεργειακής μας εξάρτησης και την προστασία του περιβάλλοντος είναι ακόμη περισσότερο μια ευκαιρία για τον τεχνολογικό εκσυγχρονισμό, την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη της Χώρας. Ενώ παράλληλα ευνοεί την δημιουργία καινούργιων θέσεων εργασίας, γιατί «απαιτεί» την γέννηση νέων επαγγελματικών ειδικοτήτων. Ενδεικτική από αυτή τη σκοπιά η Οδηγία 2002/91/Ε.Ε «για την ενεργειακή απόδοση των κτηρίων», που ενώ έπρεπε να δημιουργηθούν οι συνθήκες να μπει σε εφαρμογή από τις 4/01/06 ακόμα επωάζεται στα αρμόδια/αναρμόδια υπουργεία.

Μόνο έτσι θα σταθεί δυνατό «να ζούμε με ακριβό πετρέλαιο» και να μην επιδιώκεται η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας των ελληνικών επιχειρήσεων με τον γνωστό και δοκιμασμένο τρόπο της συμπίεσης των αποδοχών των εργαζομένων.

< eloukas@tellas.gr>

Το άρθρο αυτό γράφτηκε πριν την κατάθεση του Νομοσχεδίου για τις ΑΠΕ

Σ.Λ.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι