Το ρίσκο της επένδυσης στην Τουρκία

Ελίζα Παπαδάκη, Κυριακάτικη Αυγή, 28/05/2006

Η έντονα, και από πολλές πλευρές, αμφισβητούμενη πρωτοβουλία της Εθνικής Τράπεζας να εξαγοράσει την τουρκική Finansbank εγείρει δύο κατηγορίες ζητημάτων: Η πρώτη αφορά στους συγκεκριμένους όρους της συμφωνίας και στην αξιολόγηση του κινδύνου που αναλαμβάνει η Εθνική επενδύοντας με αυτόν τον τρόπο στην Τουρκία. Πλήθος ερωτήματα αιωρούνται εβδομάδες τώρα και οφείλει να τα απαντήσει ο πρόεδρος της ΕΤΕ Τάκης Αράπογλου μεθαύριο στη Βουλή. Η δεύτερη όμως είναι πολύ ευρύτερη και ξεκινά από την οικονομική ανάγκη των ελληνικών επιχειρήσεων και τραπεζών να επεκτείνουν τη δραστηριότητά τους πέρα από τα εθνικά σύνορα. Σ’ αυτή τη γενικότερη προβληματική, ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι τοποθετήσεις επιχειρηματικών παραγόντων της χώρας μας στο φετεινό FORUM του ΟΟΣΑ για την παγκοσμιοποίηση, που διεξήχθη την περασμένη εβδομάδα στο Παρίσι υπό ελληνική προεδρία.

Μπορεί η Εθνική Τράπεζα εδώ και αρκετά χρόνια να έχει πάψει να ελέγχεται στην πλειοψηφία των μετοχών της από το Δημόσιο, το μέγεθός της όμως και ο ρόλος της στην ελληνική οικονομία επιβάλλουν την ενημέρωση της Βουλής μπροστά σε μια τόσο σημαντική κίνηση. Εκ των υστέρων έστω, ο κ. Αράπογλου φάνηκε ευτυχώς να το αντιλαμβάνεται. Δεν πρόκειται για τις όποιες αβεβαιότητες σχετίζονται με τις πολιτικές εξελίξεις στην Τουρκία που δεν είναι δυνατό να συζητηθούν παραγωγικά. Σημαντικές ελληνικές επενδύσεις άλλωστε μπορούν να συμβάλουν στην πολιτική σταθερότητα και στην ευρωπαϊκή πορεία της Τουρκίας, ενισχύοντας την οικονομική συνεργασία ανάμεσα στις δύο χώρες. Σε διαφορετική κλίμακα, οι επενδύσεις της δεκαετίας του 1990 στα εξαιρετικά ασταθή τότε Βαλκάνια προσφέρουν μιαν ανάλογη θετική εμπειρία.

Σύννεφα στην τουρκική οικονομία

Η σοβαρή χρηματοοικονομική επιδείνωση στη γειτονική χώρα στο διάστημα που μεσολάβησε από την αναγγελία της συμφωνίας για την εξαγορά της Finansbank, με την ισοτιμία της τουρκικής λίρας να υποχωρεί κατά 15% και πλέον, εγείρει όμως κατ’ αρχάς το ερώτημα για το συναλλαγματικό κίνδυνο που αναλαμβάνει η Εθνική πληρώνοντας ευρώ για να αγοράσει μια τράπεζα που αποτιμάται σε εθνικό νόμισμα. Επιπλέον, τη ραγδαία άνοδο της χρηματιστηριακής αξίας της Finansbank την τελευταία διετία, που είχε φθάσει σε κορύφωση όταν συναπτόταν η συμφωνία, δεν αποκλείεται διόλου να διαδεδεχθεί μια αντίστοιχα μεγάλη πτώση, καθώς τα ξένα κεφάλαια που τροφοδοτούσαν την άνοδο στο χρηματιστήριο της Κωνσταντινούπολης φαίνεται να αποσύρονται τώρα από τις αναδυόμενες αγορές.

Στην κατεύθυνση αυτή λειτούργησαν την περασμένη Δευτέρα οι προειδοποιήσεις του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, από τη χρηματοδότηση του οποίου εξαρτάται η τουρκική οικονομία. Έχοντας χορηγήσει ένα δάνειο 10 δισ. δολάρια στην Τουρκία με αυστηρούς όρους ως προς την οικονομική πολιτική που θα εφαρμόζει - 1,9 δισ. θα έπρεπε να λάβει φέτος εφόσον κριθεί ότι πληροί αυτούς τους όρους - το ΔΝΤ επισήμανε την επιτάχυνση του πληθωρισμού (στο 8,83% έφθασε τον Απρίλιο και η Κεντρική Τράπεζα της Τουρκίας εκτιμούσε προχθές ότι ο στόχος 5% δεν θα επιτευχθεί στο τέλος του έτους) και τη διεύρυνση του εξωτερικού ελλείμματος, για να υποδείξει μια πιο περιοριστική νομισματική και δημοσιονομική πολιτική (περικοπές δαπανών 3 δισ. δολάρια). Προχθές εξάλλου η Standard & Poor’s επιβεβαίωνε την εκτίμησή της για το "προφίλ υψηλού κινδύνου" που παρουσιάζει ο τουρκικός τραπεζικός τομέας.

Στα ερωτήματα για το πώς θα διασφαλισθεί η Εθνική Τράπεζα απέναντι τους κινδύνους που αναλαμβάνει θα πρέπει επομένως να δώσει απαντήσεις ο κ. Αράπογλου. Διότι εάν τα δεδομένα δεν έχουν σταθμισθεί σωστά και η επένδυση στην εξαγορά, για την πραγματοποίηση της οποίας θέλει να αυξήσει κατά 3 δισ. ευρώ το μετοχικό της κεφάλαιο, αποδειχθεί ζημιογόνα, οι συνέπειες θα είναι ευρύτερες για την ελληνική οικονομία, εντέλει και για τις οικονομικές σχέσεις των δύο χωρών.

Έμμεση συνηγορία Νανόπουλου - Δασκαλόπουλου

Χωρίς προφανώς να αναφερθεί ειδικά στην επίμαχη συμφωνία και τους όρους της, υπέρ των υπερσυνοριακών συγχωνεύσεων και εξαγορών στον τραπεζικό τομέα τάχθηκε αναφανδόν ο διευθύνων σύμβουλος της Eurobank Νικόλαος Νανόπουλος στην παρέμβασή του στο FORUM του ΟΟΣΑ για την παγκοσμιοποίηση. Οι οικονομίες κλίμακος μπορεί να είναι σημαντικές, είπε, να επιφέρουν συνέργειες κόστους της τάξης του 25% στις εγχώριες συγχωνεύσεις, μέχρι 15% στις υπερσυνοριακές, αλλά και συνέργειες στα κέρδη, που ενμέρει τουλάχιστον μπορούν να περάσουν στους καταναλωτές. Οι εγχώριες συγχωνεύσεις συχνά ενθαρρύνονται από τις κυβερνήσεις για να δημιουργηθούν οι λεγόμενοι "εθνικοί πρωταθλητές", άνκαι μερικές φορές τέτοιες επιδιώξεις μετριάζονται από την απειλή μαζικών απολύσεων ή το φόβο ολιγοπωλίων εις βάρος του καταναλωτή, παρατήρησε. Από την άλλη πλευρά, πρόσθεσε, η υπερεθνική ολοκλήρωση συχνά παρεμποδίζεται από πολιτισμικές διαφορές και από τα διαφορετικά τραπεζικά ήθη που επικρατούν σε κάθε χώρα, διαφορές στα νομικά συστήματα και τα κανονιστικά πλαίσια. Ακόμα από την προσδοκία μικρών μόνον οφελών, ή από προστατευτικές πολιτικές για την ενίσχυση των "εθνικών πρωταθλητών".

Ο κ. Νανόπουλος προέβλεψε όμως ότι η μεγάλη ανάπτυξη των ρυθμίσεων σε παγκόσμια κλίμακα για το τραπεζικό σύστημα και η τάση πολιτισμικής, ρυθμιστικής και εποπτικής ολοκλήρωσης θα ευνοήσουν τις υπερσυνοριακές συγχωνεύσεις. Το 2005 οι υπερσυνοριακές συγχωνεύσεις και εξαγορές στον ευρωπαϊκό τραπεζικό τομέα έφθασαν τα 50 δισ. ευρώ περίπου, το τριπλάσιο του 2003. Και εκτίμησε ότι η τάση αυτή της μεγαλύτερης ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης μπορεί να δημιουργήσει ισχυρούς περιφερειακούς παίκτες, με ειδικές για την περιφέρειά τους τεχνογνωσία και ικανότητες. Για να υποστηρίξει, καταλήγοντας, ότι οι ελληνικές τράπεζες έχουν αναπτύξει τις ειδικές γνώσεις ώστε να υπολογίζονται μεταξύ των πιο δραστήριων περιφερειακών παικτών στη Νοτιοανατολική Ευρώπη.

Αντίστοιχα, ο πρόεδρος του ΣΕΒ Δημήτρης Δασκαλόπουλος διαπίστωσε στη δική του παρέμβαση ότι λόγω του μεγέθους της και της γεωγραφικής της θέσης, η Ελλάδα δεν έχει άλλη δυνατότητα παρά να επιδιώξει να γίνει ένας από τους ηγέτες στην αναδυόμενη περιφέρεια της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Πάνω από 3.500 ελληνικές επιχειρήσεις δραστηριοποιούνται στα Βαλκάνια, σημείωσε, οι ελληνικές τράπεζες με 700 καταστήματα κατέχουν εδώ το 14% της χρηματοοικονομικής αγοράς, ενώ η Ελλάδα είναι ο μεγαλύτερος επενδυτής στην ΠΓΔΜ. Μέσα στα τελευταία 15 χρόνια μνημειώδους αλλαγής στην περιοχή υπήρξαν δύσκολες, ακόμα και επικίνδυνες στιγμές, αλλά οι επιτυχίες ήσαν περισσότερες από τις αποτυχίες, παρατήρησε, υποστηρίζοντας ότι η αισιοδοξία σήμερα είναι θεμελιωμένη. Με τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία σχεδόν έτοιμες να προσχωρήσουν στην Ευρωπαϊκή Ένωση και την Τουρκία να έχει δρομολογήσει τη δική της πορεία, είναι μόνο θέμα χρόνου ώσπου η Αλβανία και τα κράτη κληρονόμοι της Γιουγκοσλαβίας να βρεθούν επίσης στο δρόμο της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Οπότε, προσέθεσε με κάποια ποιητική διάθεση, τα Βαλκάνια ίσως να ξεπεράσουν το φάσμα του Σεράγιεβο, της "πυρητιδαποθήκης της Ευρώπης", που λίγο έλειψε να αναστηθεί στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1990. Οι εμπορικοί και οικονομικοί δεσμοί αποδείχθηκαν ο κύριος καταλύτης του εκσυγχρονισμού, τόνισε ο κ. Δασκαλόπουλος, εκτιμώντας ότι οι επιχειρηματικές ευκαιρίες σήμερα αφθονούν.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι