Οι μανδύες δύο εθνικισμών

Δημήτρης Χριστόπουλος, Κυρ. Ελευθεροτυπία, 04/06/2006

Είναι γνωστό και αποδεκτό πλέον ότι η αλλαγή «καθεστώτος» της ελληνικής πολιτικής στα μειονοτικά της Θράκης έρχεται με την είσοδο της δεκαετίας του ’90.

Στην αφετηρία αυτής της αλλαγής εντοπίζεται ο ιδεολογικός συμβολισμός αλλά και το πραγματικό πολιτικό κεφάλαιο που κομίζει το σύνθημα «ισονομία και ισοπολιτεία» στη μειονότητα.

Το πρώτο και ασφαλές συμπέρασμα στο οποίο μπορεί εύκολα να καταλήξει κανείς είναι ότι η μεταπολίτευση στη μειονοτική πολιτική τυπικά ξεκινά με καθυστέρηση δεκαέξι ετών σε σχέση με την ημερομηνία που η σύγχρονη ελληνική πολιτική ιστορία βλέπει τη δική της μεταπολίτευση (1).

**Χωρίς υπερβολές, το μειονοτικό καθεστώς έως το 1990 ήταν μια προσομοίωση του προχουντικού και εν μέρει του χουντικού πολιτικού καθεστώτος.

Θεμελιώδες του χαρακτηριστικό, η «νόθευση των ισχυόντων συνταγματικών θεσμών σε ό,τι αφορά την οργάνωση και την άσκηση της κρατικής εξουσίας εν γένει όσο και ειδικότερα το καθεστώς των ατομικών ελευθεριών όπου το εύρος του χάσματος μεταξύ των συναφών συνταγματικών εγγυήσεων και την πρακτική δυνατότητα άσκησής τους ήταν ιδιαζόντως προσδιοριστικό της παραμόρφωσης του πολιτεύματος» (2).

Ενώ, λοιπόν, τυπικά ίσχυε η φιλελεύθερη δημοκρατική συνταγματική νομιμότητα, στην πολιτική πρακτική η λειτουργία της για τους μειονοτικούς είχε αλλοιωθεί και αποδυναμωθεί ποικιλοτρόπως με την άσκηση, είτε κατ’ εξουσιοδότηση είτε αυτόβουλη, εκτεταμένων οιονεί νομοθετικών αρμοδιοτήτων από την τοπική εξουσία.

Ο παραλληλισμός με τη θέσπιση εκτάκτων μέτρων που ίσχυαν τακτικά και πάγια ώς το 1974, το λεγόμενο «παρασύνταγμα», είναι προφανής.

**Ακόμη περισσότερο προφανής είναι ο παραλληλισμός στην πολιτική διακρίσεων που ακολουθούνταν με αδιάλειπτη συνέπεια.

Από τη μια πλευρά, είχαμε τη διάκριση των πολιτών σε «υπόπτους» και σε «υγιώς σκεπτόμενους» με βάση τα πολιτικά και κοινωνικά τους φρονήματα και την παρεπόμενη ποινικοποίηση συγκεκριμένων δραστηριοτήτων και της διάδοσης ιδεών. Από την άλλη πλευρά, έχουμε διακρίσεις με βάση τη μειονοτική ταυτότητα και την εκδήλωσή της. Σε αντίθεση με την αντίληψη περί κοινωνικών φρονημάτων της ελληνικής εθνικοφροσύνης και του επίσημου αντικομμουνιστικού λόγου έως το 1974, το μειονοτικό φρόνημα είναι αναπόδραστο.

**Με απλά λόγια: ο κομμουνιστής Ελληνας γινόταν. Ο Τούρκος, όμως, δύσκολα θα τα καταφέρει. Ο ανεκδιήγητος υπουργός Μακεδονίας-Θράκης που ζήτησε την επαύριον της ανακοίνωσης της υποψηφιότητάς της Καρά Χασάν να δηλώσει Ελληνίδα για να κάτσει δίπλα του στην παρέλαση, κατά τρόπο σαρκαστικό είναι κατά τι πιο προωθημένος από τις μειονοτικές πολιτικές των προηγουμένων δεκαετιών.

Ο ίδιος, πριν από 15 χρόνια ας πούμε, με την ίδια ευφράδεια θα δήλωνε πως η υποψήφια δεν δικαιούται καν να κάτσει κοντά του την 25η Μαρτίου. Κατά βάθος, και αυτός και πολλοί ομόλογοί του, αυτό πιστεύουν.

Απλώς, η επιβεβλημένη πολιτική ορθότητα των ημερών δεν τους επιτρέπει να το εκδηλώσουν.

**Οι πολιτικές διακρίσεων που ίσχυσαν στη Θράκη ώς τις αρχές της δεκαετίας του ’90 βασίζονται σε μια γενεαλογική ουσιοκρατική αντίληψη σχετικά με την ταυτότητα του ανθρώπου, μια πολιτική ρητορεία ενδεδυμένη με τον πολυφορεμένο μανδύα της ελληνικής εθνικοφροσύνης της εποχής. Ο μανδύας αυτός κρατά όμηρους και τους δύο συλλογικούς πρωταγωνιστές της: και τη μειονότητα και την πολιτεία.

Η μεν είναι όμηρος των συνεπειών του επισήμως ανομολόγητου τουρκισμού της και η δε όμηρος της αντίληψης ότι η μειονότητα είναι αδύνατον να ενσωματωθεί στον ελληνικό κοινωνικοπολιτικό ιστό, γι’ αυτό και καλύτερο θα ήταν να μας αδειάσει τη γωνιά.

**Η πολιτική αυτή άλλαξε, συρμένη από τις εθνικές και διεθνείς περιστάσεις ή πιέσεις, και, από τις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας, η καταστολή σταμάτησε. Το κρίσιμο πλέον στοίχημα της ελληνικής πολιτικής κατέστη η διάσπαση της μειονότητας στους «αρχαιόθεν έλληνες πομάκους» και τους «τουρκογενείς».

Αυτό το δηλώνουν σήμερα όλοι οι τηλεοπτικοί μειονοτικοί εμπειρογνώμονες: από τον πρώην προπονητή μπάσκετ Γιάννη Ιωαννίδη έως έναν από τους ενορχηστρωτές της υστερίας, δημοσιογράφο Νίκο Χατζηνικολάου.

**Οι διακρίσεις, λοιπόν, εις βάρος της μειονότητας έπαψαν.

Ωστόσο, η αντίληψη που τις υπαγόρευε είναι ζωντανή. Ο αγοραίος εθνικισμός που καταθλιπτικά κατέκλυσε τον δημόσιο λόγο τις επόμενες μέρες της υποψηφιότητας Καρά Χασάν, εάν μη τι άλλο, αυτό μαρτυρά. Ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ έκλεισε το μάτι στον πολιτικό και δημοσιογραφικό κόσμο της χώρας με μια Ελληνίδα στο εθνικό φρόνημα πομάκα υποψήφια, αλλά μάλλον ελάχιστοι τον πίστεψαν, ακόμη και μέσα στο ίδιο το κόμμα του.

**Αντιθέτως, η αυθόρμητη αντίδραση των περισσοτέρων ήταν, σε αντιπερισπασμό, να στιγματίσουν τις δραστηριότητες του βουλευτή Ιλχάν Αχμέτ, υπονοώντας πως «ο δικός σας είναι πιο Τούρκος από τη δικιά μας».

Ταυτόχρονα, οι περισσότεροι εκπρόσωποι της συμπολίτευσης, αντί να απαντήσουν στην υποψηφιότητα Καραχασάν προτάσσοντας τη συγκριτικά μεγαλύτερη σημασία που έχει η συμμετοχή μειονοτικού στο ελληνικό Κοινοβούλιο με το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας, επιδόθηκαν σε μια πλειοδοσία ακατάσχετης τηλεοπτικής εθνικοφροσύνης.

Ο αγωνιώδης δημοσιογραφικός αγώνας για το κυνήγι της τηλεθέασης επέτεινε την εθνικιστική κινδυνολογία. Με δυο λόγια, το απόλυτο αρνητικό άθροισμα.

**Οι αντιδράσεις αυτές δείχνουν κάτι μάλλον απλό: πως οι Ελληνες που πιστεύουν ότι η μειονότητα δεν πρέπει να ασκεί το δικαίωμα του εκλέγεσθαι επειδή είναι τουρκική, ζητούν ως πρόσχημα από τη μειονότητα πιστοποιητικό εθνικοφροσύνης, όντας κατά βάθος πεπεισμένοι ότι τέτοιο πιστοποιητικό είτε δεν πρόκειται να τους δοθεί, είτε ότι αυτό θα είναι ψευδεπίγραφο.

**Η απόφαση του προέδρου του ΠΑΣΟΚ να προτείνει ως υποψήφια για την υπερνομαρχία τη νεαρή δικηγορίνα της Ξάνθης έχει έναν μακροσκοπικό πολιτικό συμβολισμό όχι τόσο διότι σήκωσε το μαντίλι της μειονότητας που δεν θέλει να φαίνεται, αλλά διότι αποκάλυψε ακόμη μια φορά τι βρίσκεται πίσω από το μαντίλι της ελληνικής πλειονότητας.

Μιας πλειονότητας που δεν θέλει να βλέπει, ή που μάλλον δεν θέλει να πιστέψει τι βλέπει, τόσο στον εθνικό της καθρέφτη όσο και στον καθρέφτη της μειονότητας: τον ελληνικό και τουρκικό εθνικισμό, αντίστοιχα.

(1) Πρβλ. σχετικά στο αφιέρωμα της κυριακάτικης «Αυγής» της (21/5/2006) με τον ευρηματικό τίτλο : «Η αργοπορημένη μεταπολίτευση της μειονοτικής πολιτικής».

(2) Α. Μάνεσης, «Πρόλογος» στο βιβλίο του Ν. Αλιβιζάτου, «Οι πολιτικοί θεσμοί σε κρίση 1922-1974, Οψεις της ελληνικής εμπειρίας», Αθήνα, Θεμέλιο, 1986, σ. 9.

* Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ είναι ιδρυτικό μέλος του Κέντρου Ερευνών Μειονοτικών Ομάδων του Παντείου Πανεπιστημίου.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι