Οι δύο Ελλάδες

Γιώργος Γιαννουλόπουλος, Ελευθεροτυπία, 07/06/2006

Η προσφυγή στο διεθνές Δικαστήριο της Χάγης δεν είναι απλή υπόθεση. Σημαίνει διαπραγματεύσεις, παζάρια, τεχνικές λεπτομέρειες, συνυποσχετικά και άλλα πολλά, τα οποία δεν γίνονται ούτε εύκολα ούτε γρήγορα. Οι συζητήσεις όμως που ξεσήκωσε η ιδέα ανέδειξαν αμέσως το κεντρικό δίλημμα: να τα βρούμε ή να μην τα βρούμε με τους Τούρκους; Αν εξαιρέσουμε μερικούς ειδικούς, η στάση όσων αντέδρασαν καθορίστηκε από την κατ’ αρχήν απάντηση που έδωσαν στο ερώτημα αυτό. Οι αναλύσεις, οι ενστάσεις, τα σχόλια κ.λπ. ήρθαν μετά, για να εκλογικεύσουν μιαν ειλημμένη απόφαση, η οποία αποτυπώνει ένα θεμελιακό διχασμό.

Από τις αρχές της δεκαετίας του ’90 έχουν σχηματιστεί δύο αντίπαλα στρατόπεδα όσον αφορά τα λεγόμενα «εθνικά θέματα» (αλλά όχι μόνο). Ξεκίνησε με το Μακεδονικό, συνεχίστηκε με τον πόλεμο στη Γιουγκοσλαβία, εμφανίστηκε ως εσωτερικό πρόβλημα όταν αφαιρέθηκε το θρήσκευμα από τις ταυτότητες, αναζωπυρώθηκε με το σχέδιο Ανάν και η πρόταση να προσφύγουμε στο διεθνές δικαστήριο για να λύσουμε τις διαφορές μας με την Τουρκία έφερε τις δύο Ελλάδες ξανά στο προσκήνιο. Από τη μια οι διεθνιστές, οι λογικοί, οι Ευρωπαϊστές (ενδοτικοί, μειοδότες, γραι(σ)κύλοι και ευρωλιγούρηδες είναι μερικά από τα επίθετα με τα οποία κατά καιρούς τούς στόλισαν), και από την άλλη οι πατριώτες που προτάσσουν τα στήθη στους επίβουλους γείτονες, και κυρίως στους πάτρωνές τους Αμερικανούς ιμπεριαλιστές (Ελληναράδες, εθνικόφρονες, φαιοκόκκινοι και εθνικιστές, στα μάτια των αντιπάλων τους). Φυσικά η διάκριση είναι υπερβολικά σχηματική, δεδομένου ότι μερικοί επιλέγουν α λα καρτ. Ομως ισχύει.

Επειδή ανήκω στους πρώτους, δεν είμαι σε θέση να τους αντιμετωπίσω με την απαιτούμενη αντικειμενικότητα. Θα διατυπώσω όμως μια επιφύλαξη. Η έντονη αντιπαράθεση τείνει να υποκαταστήσει την κριτική σκέψη με τον εξής τυφλοσούρτη: για να το λένε οι αντίπαλοί μου πρέπει να είναι λάθος, άρα εγώ υποστηρίζω το διαμετρικά αντίθετο. Δηλαδή, όταν εκείνοι διαμαρτύρονται για το Κόσοβο, εγώ είμαι υπέρ των βομβαρδισμών. Οταν βρίζουν τους Αμερικανούς, εγώ τους υποστηρίζω ή τουλάχιστον βρίσκω κάποιες δικαιολογίες. Οταν καταδικάζουν την εισβολή στο Ιράκ, εγώ χαίρομαι επειδή απαλλαγήκαμε από τον Σαντάμ. Και, για να έρθουμε στο θέμα μας, όταν ξεσαλώνουν, οι δικοί μας εθνικιστές κατά των Τούρκων, το γεγονός ότι υπάρχουν και στην Τουρκία εθνικιστές τίθεται εκτός συζήτησης. Δεν χρειάζεται πολλή σκέψη για να καταλάβει κανείς πόσο αφελής είναι μια τέτοια στάση.

Το ίδιο συμβαίνει στην αντίπερα όχθη, όμως εδώ λειτουργεί και ένας άλλος τυφλοσούρτης: όποτε προκύπτει μια αντιδικία με τους ξένους, εμείς έχουμε εξ ορισμού δίκιο κι εκείνοι άδικο. Εμείς οι Ελληνες σεβόμαστε το διεθνές δίκαιο· οι άλλοι το καταπατούν. Εμείς είμαστε ανιδιοτελείς, δεν ζητάμε τίποτε· εκείνοι προβάλλουν συνεχώς απαιτήσεις. (Κι αν κάποτε στην ιστορία μας κατακτήσαμε ξένες χώρες, το κάναμε για να τις εκπολιτίσουμε). Εμείς δεν πειράξαμε ποτέ κανένα· οι ξένοι μας επιβουλεύονται. Εμείς δικαιούμαστε να έχουμε κοινότητες και μειονότητες στο εξωτερικό, για τις οποίες αισθανόμαστε υπερήφανοι· οι ξένοι που ζουν στην Ελλάδα λειτουργούν ως δούρειος ίππος. Με δυο λόγια εμείς, το περιούσιο γένος των Ελλήνων, έχουμε μόνο κυριαρχικά δικαιώματα, ενώ οι άλλοι μόνο παράνομες διεκδικήσεις. Τα οποία δικαιώματα -κι εδώ κολλάει η Χάγη- είναι απαράγραπτα. Συνεπώς, αν το δικαστήριο δεχτεί την άποψή μας στο σύνολό της, θα απονείμει δικαιοσύνη. Αν τη δεχθεί εν μέρει, όπερ και το πιθανότερο, θα ασκήσει πολιτική. Ετσι, μια απόφαση που δεν θα μας δικαίωνε απολύτως ισοδυναμεί με εθνική ήττα και ατιμωτική μειοδοσία από την πλευρά της όποιας κυβέρνησης θα τη δεχόταν.

Αν κάποιος με σώας τας φρένας εξετάσει τους ανωτέρω ισχυρισμούς έναν έναν, θα καταλήξει στο προφανές συμπέρασμα ότι δεν ευσταθούν. Μας αρέσει δεν μας αρέσει, όμως, αυτές οι παιδαριώδεις ιδεοληψίες αποτελούν το κρυμμένο υπόβαθρο, δηλαδή το αυτονόητο που προκαθορίζει το δημόσιο λόγο. Από το καφενείο της γειτονιάς μέχρι τη Βουλή των Ελλήνων. Κι έτσι εξηγείται γιατί οποιαδήποτε συμβιβαστική λύση σε «εθνικό θέμα» αποδεικνύεται θανάσιμος κίνδυνος για τον πολιτικό που την προτείνει.

Απλούστατα, ουδέποτε συζητήσαμε σοβαρά και δημόσια πώς γίνεται να έχουμε πάντα δίκιο. Αντίθετα, θεωρώντας δεδομένο ότι έχουμε πάντα δίκιο, συζητάμε αν θα πρέπει να αποδεχτούμε μια συμβιβαστική λύση, η οποία δεν μπορεί παρά να είναι σε κάποιο μέτρο άδικη. Δηλαδή, το παιχνίδι γίνεται με σημαδεμένη τράπουλα. Ας μη μας ξαφνιάζει λοιπόν η απήχηση που έχουν οι εθναμύντορες. Δεν λένε μόνο αυτό που οι Ελληνες θέλουν να ακούσουν, αλλά επίσης αυτό που νομίζουν ότι ισχύει.

Φυσικά, δεν χρειάζεται να είναι κανείς διεθνολόγος για να καταλάβει ότι η Ελλάδα, όπως και όλες οι άλλες χώρες, επιδιώκει να μεγιστοποιήσει τα οφέλη της και να ελαχιστοποιήσει τις ζημιές. Και καλά κάνει. Οταν όμως αυτή η απολύτως εύλογη στάση διολισθήσει προς το ιδεολόγημα του πάντα δίκαιου και πάντα αδικημένου λαού, τότε η εξωτερική μας πολιτική ασκείται στην ουσία από τους δημαγωγούς και τυπικά μόνο από τους πολιτικούς που δεν τολμούν να τους αντισταθούν.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι