Ο ιστορικός ρεφενές της αριστερής Eλλάδας

Mια εξαιρετική «ιστορία από τα κάτω», η αυτοβιογραφία του Nίκου Οικονομάκου

Γιάννης Βούλγαρης, Τα Νέα, 10/06/2006

ΘA EXΟYN ΠEPAΣEI ΠANΩ AΠΟ ΔEKA XPΟNIA. HTAN ENA AΣHMANTΟ ΠPΟΣΩ-ΠIKΟ ΠEPIΣTATIKΟ, AΠΟ AYTA ΟMΩΣ ΠΟY MENΟYN ΣTH MNHMH ΓIATI ΞAΦNIKA ANAΣKAΛEYΟYN BIΩMATA KAI ΣYNΟΨIZΟYN MIA ΟΛΟKΛHPH ΠEPIΟΔΟ

Καλοκαιριάτικο βράδυ, στο καφενείο κάποιου κυκλαδίτικου νησιού, ένας πατέρας πίσω μου μιλούσε στον μικρό γιο του για κινέζικα βασανιστήρια. Ποιος ξέρει τι διάολο περιοδικό διάβαζε το παιδάκι. Ή μπορεί ο μπαμπάς να είχε απλώς εμπνευστεί από τις γάτες που μας περιστοίχιζαν, γιατί του εξηγούσε το «μαρτύριο της γάτας». Έβαζαν το θύμα γυμνό σε ένα τσουβάλι μαζί με μια γάτα και πετούσαν το τσουβάλι μέσα στο νερό. Έντρομη η γάτα έβγαζε τα νύχια και γραπωνόταν όπου μπορούσε για να βγει και να σωθεί σκίζοντας τις σάρκες του βασανιζόμενου. Λίγο πριν από τον πνιγμό τραβούσαν έξω το τσουβάλι και έβαζαν αλάτι στις ανοιχτές πληγές.

Χάρη στα περίεργα παιχνίδια της ψυχής, η εικόνα αποτύπωσε αμέσως μέσα μου τις δύο Ελλάδες. Την Ελλάδα των νικητών και των ηττημένων. Την Ελλάδα του Εμφυλίου, των συνεπειών του, της ανάμνησής του, της ανασκάλευσης και του αγώνα της λήθης. Την Ελλάδα μέσα στην οποία μεγάλωσαν οι δικές μας, μεσήλικες σήμερα, γενιές.

Γιατί εγώ δεν χρειαζόταν να πάω τη φαντασία μου στην Κίνα. Το Μακρονήσι ήταν δίπλα μας. Είχα ακούσει από τη μάνα μου ότι εκεί ο παιδικός τους φίλος Νίκος Οικονομάκος είχε περάσει αυτό και άλλα φοβερότερα βασανιστήρια. Ορθός και αμετανόητος. Ήταν ένας από την προπολεμική αριστερή παρέα της Κυψέλης, τον Γιώργο και τον Μπάμπη Δρακόπουλο, τον Ρέννο Μιχαλέα, την Τερέζα Δρόσου, τη Σταυρούλα Γεωργάρα και τον αδελφό της Γιάννη. Και άλλοι πολλοί, νέοι άνθρωποι που η Ιστορία του 20ού αιώνα τους άλεσε στον μύλο της. Ονόματα χωρίς πρόσωπα για μένα τότε τα περισσότερα, ενσάρκωναν την «άλλη Ελλάδα». Της ηττημένης Αριστεράς. Της κλήσης των γονιών στο KB’ αστυνομικό τμήμα «δι’ υπόθεσίν σας», του «πρόσεχέ τον είναι χαφιές», της εξ απαλών ονύχων αγοράς της «Αυγής» διπλωμένης να μη φαίνεται, της μυσταγωγίας της «Επιθεώρησης Τέχνης», της σκεπασμένης από καπνούς τσιγάρων χαράς το βράδυ των εκλογών του 1958 με την ΕΔΑ στο 24%, της παιδικής ταραχής για τη δολοφονία του Λαμπράκη, των μυητικών συναυλιών του Μίκη και του «ανοίγω το στόμα μου» από τον Μπιθικώτση, το κλάμα της μάνας τη μέρα της 21ης Απριλίου 1967, της πρώτης αντιστασιακής αγωνίας στο μνημόσυνο του Γ. Παπανδρέου το 1968. Μέχρι που τα πράγματα πήραν τον δρόμο τους με το αντιδικτατορικό φοιτητικό κίνημα.

Ο Νίκος Οικονομάκος υπήρχε στο φόντο αυτής της ταινίας, σαν μυθικός οικογενειακός ήρωας, ενσάρκωση της απόλυτης παλικαριάς και σωματικής ρώμης. Γινόταν πιο πραγματικός κάθε φορά που ο θείος μου ερχόταν για λίγο από τη Γερμανία και την επομένη πήγαινε στην Αίγινα, φώναζε έξω από τον τοίχο της φυλακής και έβγαινε ο φίλος του ο Νίκος στα κάγκελα του κελιού για να μιλήσουν. Τότε ο Οικονομάκος ήταν μάλλον ο Σεβάχ των φυλακών. Νεαρός στο KKE, στρατιώτης στη Μέση Ανατολή, Ελ Αλαμέιν, τραυματισμένος και παρασημοφορημένος από τους Εγγλέζους για την ανδρεία του, κρατούμενος όπως όλοι οι αριστεροί μετά το τραγικό «κίνημα της Μέσης Ανατολής», επιστροφή στη μεταδεκεμβριανή Ελλάδα, σύλληψη, βασανιστήρια, φυλακές. Βγήκε το 1964. Στην παρανομία αμέσως με τη δικτατορία, βγήκε στο εξωτερικό με σπαρταριστά περιστατικά καθώς το ψεύτικο διαβατήριο ήταν στο όνομα Ιωάννης Μεταξάς. Υπεύθυνος στις οργανώσεις Δυτικής Ευρώπης του KKE Εσωτερικού, θα επιστρέψει με τη μεταπολίτευση.

«Τυπική» καριέρα Έλληνα κομμουνιστή της γενιάς του. Το άτυπο του ανθρώπου συνίσταται στην έμφυτη χαρά για τη ζωή που ξεχειλίζει στις σελίδες της αυτοβιογραφίας (έξοχη η επιμέλεια της κ. Μαρίας Καΐρη). Σεβάχ ο Αριστερός. Μικρασιατική καταγωγή, δεκαεξάχρονος θερμαστής στα καράβια, Πορτ Σάιντ, Νοβοροσίσκ, Ινδία, Αγγλία, Αμερική, Μέση Ανατολή, ο κόσμος των φυλακών, των φυλακισμένων, των ανθρωποφυλάκων, Ρώμη, Ανατολικό Βερολίνο, Βουκουρέστι, Βρυξέλλες, Παρίσι, Γερμανία, Βενεζουέλα, Κολομβία, Αμαζόνιος (αναζητώντας έναν συμπατριώτη που είχε γίνει μάγος κάποιας φυλής). «Πολλών δ’ ανθρώπων ίδεν άστεα και νόον έγνω». Με εκείνη την εκπληκτική ικανότητα του καζαντζακικού Ζορμπά να συναναστρέφεται με την ίδια άνεση τον έσχατο κακομοίρη και τον αφρό της διανόησης.

Μια εξαιρετική «ιστορία από τα κάτω», πολιτική και κοινωνική. Ιδιότυπη σε σχέση με τις συνήθεις αναμνήσεις των αγωνιστών καθώς τη διαφοροποιούν το εύρος, η περιπλάνηση και το «άτυπο» της ψυχοσύνθεσης του αφηγητή που αναδύεται μέσα από όλες τις περιπέτειες. Τις τραγικές και τις ευτράπελες. Συμμερίζεται με τις άλλες αναμνήσεις αγωνιστών της Αριστεράς τη φυσικότητα με την οποία περιγράφονται απίθανα βάσανα και ηρωισμοί, απύθμενη ανθρώπινη βαρβαρότητα και σαν άκαυτη βάτος ανθρώπινη αλληλεγγύη.

Τι σχέση έχουν όλα αυτά με την εποχή μας; Μπορούν να πουν κάτι σε όλους, ανεξαρτήτως πολιτικού - ιστορικού στρατοπέδου, σε μια Ελλάδα που έχει πια ενωθεί με κάποιες βασικές κοινές αξίες; Ή είναι απλώς τελετουργίες προορισμένες να αναπαράγουν μια μερική - διαιρετική συλλογική ταυτότητα η οποία φθίνει καθώς αφορά μόνο τους «επιζήσαντες» και τις πρώτες μετεμφυλιακές γενιές; Ξαναπάντησα στα ερωτήματα μέσα μου, όταν παραβρέθηκα πριν από κάποιες μέρες στο «πολιτικό μνημόσυνο» ενός ιστορικού στελέχους της κομμουνιστικής Αριστεράς, του Παύλου Νεφελούδη. Εκ πρώτης όψεως όλα ήταν «εκτός εποχής»: οι εξιστορήσεις, οι ανθρωπότυποι, οι κοινές αναμνήσεις που έδεναν το ακροατήριο. Κάποια στιγμή όμως άκουγες τον Τάκη Μπενά, άλλον ιστορικό ηγέτη της κομμουνιστικής Αριστεράς, να διηγείται πώς ο Παύλος και ο ίδιος, κλεισμένοι επί δέκα μήνες στο πειθαρχείο των φυλακών της Αίγινας όπου είχαν μεταφερθεί κρυφά επί δικτατορίας, αγωνίστηκαν και πέτυχαν να καταργηθεί το βασανιστήριο του «σταυρού» στο οποίο υποβάλλονταν δύο κελιά παρακάτω, οι δύσκολοι ποινικοί κρατούμενοι. Πώς και με τι αγωνίζεσαι θαμμένος κάτω από τη γη, εξαφανισμένος από τους δικούς σου; Την απάντηση σε αυτό το ερώτημα προσφέρουν αυτές οι ιστορίες. Μια καταβύθιση στα έγκατα της ανθρώπινης ψυχής όπου βρίσκεις δυνάμεις αφάνταστες και ανέλπιστες. Τη δυνατότητα ψηλάφησης του τραγικού της ανθρώπινης κατάστασης, όταν αυτό φτάνει να γίνει ανάγλυφο. Μέχρι την κάθαρση. Μέχρι την ολύμπια γαλήνη που εκπέμπει η αφήγηση του Νίκου Οικονομάκου. Την αποδοχή της ιστορικής ήττας της παράταξης για την οποία έδωσε τη ζωή του, αντάμα με την περήφανη κατάληξη, «θα φύγω με την πεποίθηση ότι δεν ήρθα στη Γη μόνο για να την κοπρίσω».

H γνώση των ορίων

Αυτός είναι ο ιστορικός ρεφενές της αριστερής Ελλάδας στην κοινή Ελλάδα που φτιάξαμε αριστεροί, κεντρώοι, δεξιοί, αργά και βασανιστικά, τα τελευταία χρόνια. H προειδοποίηση ότι η Ιστορία παίρνει απότομες στροφές και κατηφόρες, σε μια εποχή που όλα μοιάζουν εξομαλυμένα. H μετακένωση του βιώματος της τραγικότητας και των σκληρών διλημμάτων σε μια εποχή που μοιάζουν όλα δεδομένα. Το κατασταλαγμένο βίωμα που έζησε την «ειρωνεία της Ιστορίας» στο χάσμα των προθέσεων και των αποτελεσμάτων. H γνώση επομένως των ορίων, στο μέτρο όμως που τα έχεις αγγίξει και όχι περιπαίζοντάς τα με σχετικιστική ελαφρότητα. H διεκδίκηση του δικαιώματος μαζί με την εκπλήρωση του καθήκοντος. Επεξεργασμένη αυτή η ιστορική εμπειρία, μπορεί να τροφοδοτήσει τις ηθικές νομιμοποιητικές αρχές της Δημοκρατίας μας. Σε μια εποχή που αυτές ξεραίνονται. Γιατί η δημοκρατία γίνεται διαδικασία για την πολιτική διαχείριση του ήδη υπάρχοντος. Γιατί ο πολίτης του δημοκρατικού κράτους γίνεται ναρκισσιστικό άτομο μιας αχαλίνωτης κοινωνίας της αγοράς. Ή γιατί η θρησκεία γίνεται δεισιδαιμονία, φορμαλισμός και μισαλλοδοξία.

Έξω από αυτή την κληρονομιά, τα άλλα είναι απλές τελετές για αυτοεπιβεβαίωση και ψήφους. Ή «κουλτούρα μνημοσύνου».

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι