Καπνικοί κίνδυνοι και άκαπνες πολιτικές

Γιάννης Τούντας, Ελευθεροτυπία, 17/06/2006

Πριν από λίγες μέρες «γιορτάσαμε» την Παγκόσμια Ημέρα κατά του Καπνίσματος. Προφανώς δεν επρόκειτο για γιορτή, αλλά για θρήνο για τα 5.000.000 άτομα που πεθαίνουν κάθε χρόνο εξαιτίας του καπνίσματος και που μέχρι το 2020 θα έχουν διπλασιαστεί. Η θανατηφόρος αυτή επιδημία, που αποτελεί τη 2η αιτία θανάτου και αρρώστιας στον κόσμο, μετά τη φτώχεια, έχει οδηγήσει στην ανάπτυξη ισχυρών αντικαπνιστικών πολιτικών και δράσεων σε όλες τις ανεπτυγμένες χώρες του κόσμου, με αποτέλεσμα να παρατηρείται τις τελευταίες δεκαετίες σημαντική μείωση της θνησιμότητας και νοσηρότητας που σχετίζεται με το κάπνισμα.

Τη μόνη εξαίρεση αποτελεί η χώρα μας. Η Ελλάδα είναι η μόνη από τις ανεπτυγμένες χώρες όπου παρατηρείται αύξηση αντί για μείωση της κατανάλωσης του καπνού, ειδικά στους νέους και ειδικότερα στις νέες. Ο,τι δηλαδή συμβαίνει στις τριτοκοσμικές χώρες και στις χώρες της ανατολικής Ευρώπης, που αποτελούν πλέον τον παράδεισο της καπνοβιομηχανίας.

Το φαινόμενο αυτό ασφαλώς και δεν οφείλεται σε βιολογικά, πολιτιστικά ή άλλα «εθνικά» χαρακτηριστικά των Ελλήνων. Αλλωστε, με μια στοιχειώδη αντικαπνιστική καμπάνια που άσκησε ως υπουργός Υγείας ο Σπύρος Δοξιάδης την περίοδο 1979-1982, επιτεύχθηκε, για πρώτη και μοναδική φορά, μείωση του καπνίσματος στη χώρα μας.

Εκτοτε, παρά τις προθέσεις και τις διακηρύξεις της εκάστοτε πολιτικής ηγεσίας του υπουργείου Υγείας, δεν υπήρξε καμιά οργανωμένη προσπάθεια, πλην σποραδικών μέτρων, τα οποία εντάθηκαν την περίοδο 2000-04, με τις πρωτοβουλίες που πήρε ο τότε υφυπουργός Υγείας Εκτωρ Νασιώκας και με την κρίσιμη ψήφο του Κώστα Στεφανή, που έκρινε την οριακή υπερψήφιση της οδηγίας-πλαίσιο της Ε.Ε. το 2002 και στη συνέχεια της πολύ σημαντικής σύμβασης-πλαίσιο κατά του καπνίσματος του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας.

Ολα αυτά όμως απεδείχθησαν ανεπαρκή, αν αναλογιστεί κανείς ότι οι θάνατοι στην Ελλάδα εξαιτίας του καπνίσματος υπερβαίνουν πλέον τις 20.000 τον χρόνο, ενώ οι νεκροί από το παθητικό κάπνισμα είναι περισσότεροι από τα θύματα των τροχαίων ατυχημάτων.

Τι θα έπρεπε να γίνει και δεν έγινε; Πρώτα απ’ όλα θα έπρεπε να υλοποιείται τακτικά αντικαπνιστική καμπάνια από τα ΜΜΕ. Θα έπρεπε επίσης να αυξηθεί η φορολογία στα τσιγάρα, ώστε να αυξηθεί η τιμή τους, που στην Ελλάδα είναι η χαμηλότερη στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Απαραίτητη είναι και η ενίσχυση των προγραμμάτων Αγωγής Υγείας στα σχολεία, που αποτελούν δυστυχώς υποβαθμισμένη προτεραιότητα του υπουργείου Παιδείας, όπως απαραίτητη είναι και η πλήρης απαγόρευση της διαφήμισης των τσιγάρων και η αυστηρή εφαρμογή της ισχύουσας νομοθεσίας για την απαγόρευση του καπνίσματος στους δημόσιους χώρους και στους χώρους εργασίας.

Ο νυν υπουργός Υγείας, με αφορμή την πρόσφατη Παγκόσμια Ημέρα κατά του Καπνίσματος, ανακοίνωσε ότι το φθινόπωρο θα πραγματοποιηθεί ενημερωτική αντικαπνιστική καμπάνια και θα απαγορευτεί η πώληση τσιγάρων στους ανηλίκους, μέτρο που το επιβάλλει έτσι κι αλλιώς η διεθνής σύμβαση-πλαίσιο που έχουμε συνυπογράψει. Εστω και έτσι, μακάρι να υλοποιηθούν οι εξαγγελίες αυτές και να μην ξεχαστούν ή ακυρωθούν από τα θιγόμενα συμφέροντα.

Ομως, ο κ. Αβραμόπουλος θα πρέπει να λάβει υπόψη του ότι οι απαγορεύσεις στην Ελλάδα, ειδικά για θέματα υγείας, συστηματικά καταπατούνται (βλέπε κράνη, ζώνες, απαγόρευση καπνίσματος, κ.ά.), ενώ η αντικαπνιστική καμπάνια βοηθά μεν, αλλά δεν αποτελεί πλέον κρίσιμο μέτρο, γιατί σήμερα, σε αντίθεση με ό,τι συνέβαινε το 1980, οι 9 στους 10 Ελληνες καπνιστές γνωρίζουν ότι το τσιγάρο κάνει κακό. Το γράφει άλλωστε εμφανώς κάθε πακέτο τσιγάρων.

Ομως, από τους 9 αυτούς καπνιστές, οι 7 δηλώνουν ότι θέλουν να κόψουν το τσιγάρο και οι 5 ότι το έχουν επιχειρήσει ανεπιτυχώς. Εκεί λοιπόν που υπάρχει πράγματι ανάγκη μέτρων είναι η ανάπτυξη ειδικών υπηρεσιών διακοπής καπνίσματος, με ειδικές μεθόδους ψυχολογικής συμβουλευτικής υποστήριξης και όταν χρειάζεται και φαρμακευτικής αγωγής.

Αν λοιπόν ο νυν υπουργός Υγείας θέλει πράγματι να προσφέρει μέγιστη εθνική υπηρεσία, θα πρέπει, εκτός των άλλων, να ενισχύσει και να επεκτείνει τα ελάχιστα ιατρεία διακοπής καπνίσματος που λειτουργούν σε δημόσια νοσοκομεία. Θα πρέπει επίσης τα φάρμακα κατά του καπνίσματος να τα εντάξει στα συνταγογραφούμενα για να είναι πιο προσβάσιμα, γιατί το κάπνισμα είναι θανατηφόρος αρρώστια και όχι lifestyle. Και θα πρέπει, τέλος, να δημιουργήσει και στη χώρα μας ένα εξειδικευμένο κέντρο στα θέματα Προαγωγής και Αγωγής Υγείας, όπως λειτουργεί σε κάθε άλλη χώρα της Ε.Ε., για να μπορέσουν οι αντικαπνιστικές πολιτικές, αλλά και οι πολιτικές σε άλλα κρίσιμα ζητήματα, όπως της διατροφής, της φυσικής άσκησης και της σεξουαλικής συμπεριφοράς, να σχεδιάζονται σωστά, να υλοποιούνται οργανωμένα και να αξιολογούνται συστηματικά, παράλληλα με την αντίστοιχη έρευνα και κατάρτιση.

Και όλα αυτά δεν πρέπει να αργήσουν. Γιατί κάθε τσιγάρο αφαιρεί περίπου 8 λεπτά από τη ζωή του κάθε καπνιστή, δηλαδή από τους περίπου μισούς Ελληνες.

* Αν. καθηγητής Κοινωνικής Ιατρικής

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι