«Πανσπουδαστική» (1956-1967)

ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΠΟΥ ΣΦΡΑΓΙΣΕ ΤΟ ΦΟΙΤΗΤΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ

ο ιός, Κυρ. Ελευθεροτυπία, 09/07/2006

Πριν από πενήντα ακριβώς χρόνια κυκλοφορούσε το πρώτο τεύχος της «Πανσπουδαστικής», του σημαντικότερου φοιτητικού περιοδικού των μεταπολεμικών χρόνων. Το τελευταίο φύλλο της φέρει την ένδειξη «Απρίλιος 1967». Η χούντα απαγόρευσε την έκδοσή της και, έκτοτε, η «Πανσπουδαστική» βρήκε κάμποσους μιμητές. Που, όμως, δεν έχουν την παραμικρή σχέση με το πρωτότυπο...

Πενήντα χρόνια μετά την έκδοση του πρώτου τεύχους της, η «Πανσπουδαστική» παραμένει ένα λίγο πολύ άγνωστο περιοδικό.

Η διαπίστωση μοιάζει παράδοξη, καθώς δεν έλειψαν οι αναφορές στη διαδρομή του σημαντικού αυτού φοιτητικού εντύπου της αριστεράς, ενώ κοινή είναι η παραδοχή πως ο ρόλος του στάθηκε καταλυτικός στη διαμόρφωση του προδικτατορικού φοιτητικού κινήματος. Η συζήτηση για την ιστορία της «Π», περιορίζεται, ωστόσο στις -συχνά αποκλίνουσες- αποτιμήσεις μελών της συντακτικής της επιτροπής, οι οποίες, αν και ουσιαστικές για την κατανόηση προσώπων και πραγμάτων, προϋποθέτουν μια κάποια εξοικείωση με το ίδιο το περιοδικό και την εποχή του.

Εχοντας τα προβλήματα αυτά κατά νου, επιχειρούμε, στη συνέχεια, μια εξ ανάγκης σύντομη, και ασφαλώς επιλεκτική, ανάγνωση του περιοδικού, φυλλομετρώντας το σώμα της «Π», που συγκεντρώσαμε με την πολύτιμη βοήθεια του Γιώργου Χατζόπουλου.

Στοιχεία ταυτότητας

Οταν, τον Μάιο του 1956, κυκλοφορούσε το πρώτο φύλλο της «Π», οι πολιτικές εξελίξεις προανήγγελλαν δειλά την έξοδο της χώρας από τη μετεμφυλιακή ακινησία. Η αποδοτική εκλογική συνεργασία του κέντρου με την αριστερά εγκαινίαζε μια νέα διαχωριστική γραμμή μεταξύ δεξιών - αντιδεξιών δυνάμεων, η οποία προκαλούσε ρωγμές στη διάκριση «εθνικοφρόνων» και «αντεθνικών στοιχείων» που είχε υπαγορεύσει τις πολιτικές συμμαχίες από τα χρόνια του εμφυλίου.

Στο κλίμα αυτό, η ΕΔΑ εμφανιζόταν ενισχυμένη: στην αύξηση της επιρροής της συνέτειναν τόσο η διάχυτη απογοήτευση από τη στάση των δυτικών συμμάχων στο Κυπριακό όσο και, σε διαφορετικό προφανώς επίπεδο, οι αλλαγές που δρομολογούσε η 6η Ολομέλεια του ΚΚΕ (Μάρτιος 1956).

Την ίδια ακριβώς χρονική στιγμή, τα γεγονότα στην Κύπρο (ο εκτοπισμός του Μακαρίου στις Σεϊχέλες τον Μάρτιο και τον Μάιο ο απαγχονισμός του Μ. Καραολή και του Α. Δημητρίου) προκαλούσαν σοβαρές αναταράξεις στην ελληνική πολιτική σκηνή που δεν άφηναν αδιάφορη την πιο δραστήρια πολιτικά μερίδα της σπουδάζουσας νεολαίας. Ούτως ή άλλως, οι δυναμικές κινητοποιήσεις για το Κυπριακό διαδραμάτισαν κεντρικό ρόλο στη συγκρότηση του φοιτητικού κινήματος κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’50, προσφέροντάς του την απαραίτητη μαθητεία στην αγωνιστική διεκδίκηση των αιτημάτων του.

Σε κλίμα βαρύ από τις εξελίξεις στο Κυπριακό και με εκκρεμή -και, το σπουδαιότερο, ακόμη μη διατυπωμένα- τα φοιτητικά αιτήματα εμφανίζεται στις 31 Μαϊου 1956 το πρώτο φύλλο της «Π». Σύμφωνα με την ταυτότητά του, το δισέλιδο έντυπο διευθύνεται από τον Βασίλη Μαντέλη, «συντάσσεται και εκδίδεται υπό επιτροπής», «κυκλοφορεί ανά δεκαπενθήμερον» και κοστίζει 1,50 δρχ. Από το δεύτερο τεύχος οι σελίδες θα αυξηθούν στις τέσσερις και από το τέλος του 1959 στις έξι. Από την άνοιξη του 1960 οι σελίδες του θα διπλασιαστούν και στη συνέχεια θα αυξομειώνονται, φθάνοντας τις 32. Από τον Μάιο του 1956 ώς τον Απρίλιο του 1967 θα κυκλοφορήσουν 53 συνολικά τεύχη.

Στο διάστημα αυτό, αλλαγές παρατηρούνται και στη διεύθυνση/αρχισυνταξία του περιοδικού: στις περισσότερες περιπτώσεις οι αλλαγές αυτές αντιστοιχούν σε σημαντικούς σταθμούς της πορείας του εντύπου, γεγονός που προκύπτει από τις μεταγενέστερες μαρτυρίες των μελών της συντακτικής του επιτροπής, αλλά διαπιστώνεται και από τις διαφοροποιήσεις που ανιχνεύονται τόσο στα περιεχόμενά του (θεματολογία, ύφος γραφής, αντίληψη για τη «σπουδαστική δημοσιογραφία») όσο και στην εκδοτική και καλλιτεχνική του επιμέλεια.

Στην ταυτότητα του περιοδικού, η οποία προφανώς αποκρύπτει τον ρόλο ορισμένων πρωτεργατών του, αρχικά αναφέρεται μόνο το όνομα του Β. Μαντέλη ως διευθυντή, ενώ από το 4ο φύλλο (2.4.1957) προστίθεται και το όνομα του Βασίλη Τσάνη ως αρχισυντάκτη. (Σε εσωτερική σελίδα του ίδιου φύλλου ο Β. Μαντέλης σημειώνεται ως υπεύθυνος συντάξεως και ο Γ. Ι. Ριζόπουλος ως διευθυντής συντάξεως.)

Στο 14ο φύλλο (26.11.1958) ο Β. Μαντέλης εμφανίζεται ως ιδιοκτήτης και ο Στάθης Δαμιανάκος ως διευθυντής.

Ενα χρόνο αργότερα (φ. 20, 2.11.1959), ο Β. Μαντέλης αναφέρεται ως εκδότης, ενώ τη θέση του διευθυντή αναλαμβάνει ο Γιώργος Χατζόπουλος. Στο 25ο φύλλο (8.12.1960), η «Π» κυκλοφορεί ανανεωμένη ως «Δεκαπενθήμερη Σπουδαστική Επιθεώρηση» με εκδότη πάντα τον Β. Μαντέλη και διευθυντή-υπεύθυνο ύλης τον Μανώλη Μυλωνάκη. Στο 42ο φύλλο (Δεκέμβριος 1962), στην ταυτότητα του περιοδικού εμφανίζονται ο Μ. Μυλωνάκης (διευθυντής-υπεύθυνος) και ο Γιάννης Γιανουλόπουλος (αρχισυντάκτης). Τέλος, από το 49ο φύλλο (Ιανουάριος 1966) ώς το τέλος (Απρίλιος 1967), ως υπεύθυνη αναφέρεται η Μαρία Μαρουλάκου, ενώ σημειώνεται ότι η καλλιτεχνική επιμέλεια του εντύπου ανήκει στην Ξανθίππη Μίχα.

Αν και επισκιασμένα από τα τεύχη που κυκλοφόρησαν μετά το 1960, τα «φτωχά» πρώτα φύλλα της «Π» παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

Το μανιφέστο της ύπαρξης

Εκτακτη, αχρονολόγητη, έκδοση της «Π».

Πρόκειται για την περίοδο διαμόρφωσης του περιοδικού, κατά την οποία γίνεται σαφής η προσπάθεια της συντακτικής του ομάδας να ψηλαφήσει τα προβλήματα των σπουδαστών και να διατυπώσει, ιεραρχώντας τα, τα αιτήματά τους. Με την έννοια αυτή, απηχεί τις εξελίξεις στον χώρο της ανώτατης παιδείας αλλά και συμμετέχει καθοριστικά στη συγκρότηση ενός λόγου ο οποίος αντιλαμβανόταν τους φοιτητές ως πολιτικό υποκείμενο απολύτως νομιμοποιημένο να εντοπίζει τις δυσλειτουργίες του εκπαιδευτικού συστήματος και να διεκδικεί αγωνιστικά την άμεση βελτίωσή τους.

Η προσέγγιση αυτή εμφανίζεται αρχικά μάλλον γενικόλογη και ασαφής, χωρίς να αποφεύγει κάποτε την ηθικολογία, για να κερδίσει σύντομα σε αμεσότητα και ευκρίνεια, καθώς τα αιτήματα θα γίνονται όλο και περισσότερο απτά και θα δοκιμάζονται νέες, καινοφανείς για την εποχή, διαδικασίες συλλογικής φοιτητικής δράσης.

«Εχοντες επίγνωσιν της αποστολής μας», διαβάζουμε στο ανυπόγραφο κύριο άρθρο του πρώτου φύλλου, «με ιδανικόν την συνείδησιν του προορισμού μας -χωρίς μεγάλους λόγους και τυπικότητες- και, ανοίγοντας την καρδιά μας, βάζουμε προμετωπίδα τους πόθους μας τους σημερινούς και τις επιδιώξεις μας για το μέλλον, για τη ζωή, και γράφουμε το μανιφέστο της υπάρξεώς μας, στην πρώτην αυτήν εξόρμησίν μας».

Στο δεύτερο ήδη φύλλο της (12.11.1956), η «Π» παρουσιάζεται ως η «φωνή όλων των σπουδαζόντων» κάνοντας σαφή την πρόθεσή της να στηρίξει ρητά και συγκεκριμένα τις φοιτητικές κινητοποιήσεις, τάση που γίνεται ακόμη πιο ορατή από το τρίτο φύλλο της (4.12.1956): οι φοιτητικοί αγώνες για τη μείωση των διδάκτρων και τη ματαίωση του περιορισμού των εξεταστικών περιόδων θα αποτελέσουν κεντρικά θέματα που θα απασχολήσουν την περίοδο αυτή το περιοδικό, αφήνοντας ωστόσο χώρο και σε κάποια άλλα, «καθημερινά», προβλήματα των σπουδαστών (στέγαση, σίτιση κ.ο.κ.), καθώς και σε ειδήσεις για την κίνηση των συλλόγων τους. Το Κυπριακό παραμένει στο διάστημα αυτό προνομιακό αντικείμενο ενασχόλησης του εντύπου, ενώ στο 6ο φύλλο (1.5.1957) δημοσιεύεται πρωτοσέλιδη συνέντευξη του Μακάριου, στην οποία εξαίρεται η «βαρύνουσα συμβολή» των «νέων της Ελευθέρας Πατρίδος» «εις την προώθησιν του Κυπριακού». Η «Π» θα συνεχίσει να ενδιαφέρεται για το Κυπριακό και θα καταγγείλει με πρωτοσέλιδο άρθρο τις Συμφωνίες Ζυρίχης και Λονδίνου («Σύμπας ο φοιτητικός κόσμος καταδικάζει τας επαισχύντους Συμφωνίας Ζυρίχης-Λονδίνου», φ. 17, 9.3.1959), αλλά σύντομα τα γεγονότα της Κύπρου δεν θα αποτελούν τη μοναδική επαφή της με τις πολιτικές εξελίξεις - εσωτερικές και διεθνείς.

Ο περιορισμένος χώρος και ο προσανατολισμός του περιοδικού δεν αφήνουν κατά το πρώτο διάστημα της κυκλοφορίας του μεγάλα περιθώρια για την ενασχόληση των συντακτών του με «εξωσπουδαστικά» θέματα νεανικού ενδιαφέροντος. (Στο κλίμα της εποχής, θνησιγενής έμελλε να αποδειχθεί και η απόπειρα για μια «Στήλη της φοιτήτριας» (φ. 2 και 3), η οποία θα επιχειρούσε να διατυπώσει τα «πολλά και ποικίλα» προβλήματα των σπουδαστριών.) Υπάρχουν, ωστόσο, και κάποιες εξαιρέσεις. Ανάμεσά τους ένα ειρωνικό, αλλά αρκετά ψύχραιμο, σχόλιο για την υστερία των νεαρών Αμερικανών για το ροκ και τον Ελβις Πρίσλεϊ «με τις ισπανικές φαβορίτες και τα εξαρθρωμένα πόδια» (Β. Π., «Ροκ-εντ-Ρολ», φ. 3, 4.12.1956).

Με οργή θα αντιμετωπιστεί από το περιοδικό η διοργάνωση ανδρικών καλλιστείων λίγο καιρό αργότερα («Η εκλογή του "Μίστερ Ελλάς", φ. 8, 29.11.1957). Αναπάντεχη νότα, η στήλη «Μικρή αλληλογραφία» δίνει έναν τόνο ευθυμίας που ξαφνιάζει.

Αξίζει να αναφέρουμε κάποιες από τις απαντήσεις του εντύπου στους (υποτιθέμενους;) επιστολογράφους του: «Λυπούμαστε, αλλά δεν δημοσιεύουμε αγγελίες συνοικεσίων. Αν επιμένετε να παντρευτήτε φοιτητή (που δεν σας το συνιστούμε), απευθυνθήτε σε συνάδελφο που να διαθέτη ειδική στήλη». «Ωστε η γοητεία σας ξέπεσε επειδή μάκρυνε το μαλλί σας; Περίεργο. Από την εποχή του Σαμψών συμβαίνει το αντίθετο». «Δεν υπάρχει επιβεβαίωση ότι ο Ελβις θ’ αλλάξη φύλο. Κι έτσι όμως που είναι...» (φ. 4-6).

Φοιτητικοί αγώνες

Οι εξελίξεις που θα σημαδέψουν τα χρόνια που ακολουθούν είναι γνωστές: ανάδειξη της ΕΔΑ σε αξιωματική αντιπολίτευση στις εκλογές του 1958, υιοθέτηση ιδιαίτερα αυταρχικών μορφών διακυβέρνησης από την ΕΡΕ, διώξεις πάσης φύσεως κατά των αριστερών ενόψει των εκλογών του 1961, αμφισβήτηση των αποτελεσμάτων τους από την Ενωση Κέντρου και την ΕΔΑ, δολοφονία του Γρ. Λαμπράκη, εκλογική επικράτηση της Ενωσης Κέντρου (Νοέμβριος 1963, Φεβρουάριος 1964), ανατροπή της κυβέρνησης Παπανδρέου (Ιούλιος 1965) και δολοφονία του Σωτήρη Πέτρουλα.

Εξίσου πυκνά εμφανίζονται τα γεγονότα που καθορίζουν την περίοδο αυτή τους βασικούς σταθμούς της πορείας του φοιτητικού κινήματος, το οποίο μέσα σε ελάχιστο χρόνο κατορθώνει να μετατρέψει σε μακρινή ανάμνηση τις απαρχές των φοιτητικών κινητοποιήσεων στα μέσα της δεκαετίας του ’50. Ας τα συνοψίσουμε:

Την ενασχόληση των φοιτητών με το Κυπριακό ακολουθεί η κινητοποίησή τους για διεκδικήσεις αμιγώς σπουδαστικού ενδιαφέροντος: ο απεργιακός αγώνας του ’56 με αίτημα την τρίτη εξεταστική περίοδο, το Α’ Πανσπουδαστικό Συνέδριο (Νοέμβριος 1957), οι απεργίες για την αύξηση των διδάκτρων, το συσσίτιο, τον οίκο του φοιτητή, τις ατέλειες, τα εξέταστρα, το Β’ Πανσπουδαστικό Συνέδριο (Απρίλιος 1959), οι αγώνες για το φοιτητικό εισιτήριο και την καθιέρωση της μεταφοράς των μαθημάτων.

Την εποχή αυτή ιδρύονται νέοι σύλλογοι, κωδικοποιούνται τα αιτήματα και αυξάνει η αποτελεσματικότητα, επομένως και το κύρος των φοιτητικών αγώνων. Πρόκειται για ένα σύντομο διάστημα κατά το οποίο οι φοιτητικές διεκδικήσεις αφορούν κυρίως ζητήματα οικονομικής φύσης. Η περίοδος που ακολουθεί το Β’ Πανσπουδαστικό Συνέδριο σημαδεύεται από την ίδρυση της περιβόητης ΕΚΟΦ (Εθνική Κοινωνική Οργάνωσις Φοιτητών) και την προσπάθεια να αλωθεί από τα μέσα ο φοιτητικός συνδικαλισμός με βασικό μοχλό τη διαίρεση των φοιτητών σε «εθνικόφρονες» και «κομμουνιστές».

Το σχέδιο για την επιστροφή των δογμάτων του εμφυλίου στον πανεπιστημιακό χώρο αποδίδει, και για λίγο καιρό αρκετοί φοιτητικοί σύλλογοι πέφτουν στα χέρια της ΕΚΟΦ, ενώ οι κινητοποιημένοι φοιτητές -ανάμεσά τους και οι συντάκτες της «Π»- αρχίζουν να εξοικειώνονται με την παρακρατική και κρατική βία. Το Γ’ Πανσπουδαστικό Συνέδριο (Θεσσαλονίκη, Δεκέμβριος 1961), διοργανωμένο στην πραγματικότητα από την ΕΚΟΦ και το υπουργείο Μακεδονίας, διαλύεται την τρίτη ημέρα και καταγγέλλεται από την πλειονότητα των συλλόγων, γεγονός που σηματοδοτεί τη μετάβαση σε μια νέα φάση του κινήματος. Οι δημοκρατικές δυνάμεις κερδίζουν στις φοιτητικές εκλογές, ενώ τα φοιτητικά αιτήματα, παραμένοντας σπουδαστικά, αποκτούν μια νέα δυναμική μέσα από τη σύνδεσή τους με τις γενικότερες πολιτικές εξελίξεις: αδιάψευστος μάρτυρας οι φοιτητικοί αγώνες για το «114» και το «15% για την Παιδεία».

Με το Δ’ Σπουδαστικό Συνέδριο τον Απρίλιο 1963 και την ίδρυση της ΕΦΕΕ η αντιπαράθεση μετατοπίζεται τώρα μεταξύ των φοιτητικών παρατάξεων του κέντρου και της αριστεράς.

Στα επόμενα χρόνια, οι κομματικές αντιπαραθέσεις μεταφέρονται στο εσωτερικό του φοιτητικού κινήματος, το οποίο γίνεται κι αυτό μέρος της γενικευμένης κρίσης του πολιτικού συστήματος. Στο κλίμα αυτό, δεν απουσιάζουν -κι αυτό προκύπτει κι από το φυλλομέτρημα της «Π»- οι απόψεις που θεωρούν λανθασμένη την άμετρη κομματικοποίηση των φοιτητών: η μικρή απήχηση των παρεμβάσεων αυτών πρέπει ασφαλώς να συσχετιστεί με τις πολιτικές πολώσεις της περιόδου.

Η «Π» παρακολουθεί τα γεγονότα συμμετέχοντας στις εξελίξεις. Στις σελίδες της αποτυπώνονται ευκρινώς οι διαφορετικές φάσεις του κινήματος, αντιστοιχώντας στις αλλαγές του ίδιου του περιοδικού, που κι αυτές με τη σειρά τους επηρεάζουν όσα διαδραματίζονται στον φοιτητικό χώρο.

Η αριστερή ταυτότητά του δεν αποκρύπτεται και οι ιδεολογικές και πολιτικές συνάφειές του προκύπτουν καθαρά, το περιοδικό ωστόσο εμφανίζεται να διατηρεί μια αυτονομία: το πολιτικό υποκείμενο στο οποίο απευθύνεται και στη συγκρότηση του οποίου αποβλέπει δεν εξαντλείται στα υπάρχοντα αριστερά νεολαιίστικα σχήματα.

Οι τριβές με τον κομματικό μηχανισμό της ΕΔΑ δεν λείπουν: κάποια κείμενα θεωρούνται «αιρετικά», ενώ πολιτικές διαφωνίες κρύβονται πίσω και από ορισμένες «αλλαγές φρουράς» στο επιτελείο του. Οπως και να έχει, η «Π» θα τονίσει σε διάφορες περιστάσεις την εμμονή της στη διατήρηση της «δημοσιογραφικής ανεξαρτησίας» της.

Η αντίληψη για τη «σπουδαστική δημοσιογραφία» προσαρμόζεται κι αυτή σταδιακά στο κλίμα των ημερών.

Αν σε μια πρώτη φάση το Κυπριακό μονοπώλησε τα πολιτικά ενδιαφέροντα του περιοδικού, σύντομα η πολιτική του παρέμβαση διευρύνεται: η ειρήνη, ο αφοπλισμός και οι αντιαποικιοκρατικοί αγώνες συνδυάζονται με τα αμιγώς σπουδαστικά ζητήματα, που κι αυτά αποκτούν, ιδιαίτερα μετά τη δραστηριοποίηση της ΕΚΟΦ, έντονα πολιτικό χαρακτήρα. Τα προβλήματα των φοιτητών παύουν έτσι να προσλαμβάνονται ως απλώς οικονομικά και αντιμετωπίζονται ως απόρροια του ελλείμματος δημοκρατίας: η προώθησή τους συνεπάγεται την προσπάθεια αλλαγής του πολιτικού σκηνικού. (Βλ., για παράδειγμα, την έκκληση στους φοιτητές να μαυρίσουν στις εκλογές του 1961 την καραμανλική παράταξη, φ. 31, 19.10.1961.)

Στη διαδικασία αυτή, ιδιαίτερο βάρος ανατίθεται στην προσπάθεια να τεκμηριωθεί δημοσιογραφικά ο νεοφασιστικός και παρακρατικός χαρακτήρας της ΕΚΟΦ, αλλά και να φωτιστούν τα κυβερνητικά ερείσματά της. Η πολιτική απονομιμοποίηση της ΕΚΟΦ και το αίτημα για απαγόρευση της λειτουργίας της αποτελούν αντικείμενο πολλών άρθρων αυτής της περιόδου.

Πρόταση πολιτισμού

Η παρέμβαση, ωστόσο, της «Πανσπουδαστικής» δεν εξαντλείται στην προσπάθεια στοίχισης των φοιτητών με τις δημοκρατικές δυνάμεις. Παρά τη βαρύνουσα σημασία τους για τους συντάκτες της, οι αγώνες κατά της ΕΚΟΦ, η καταγγελία της αστυνομοκρατίας στο Πανεπιστήμιο, η υπεράσπιση του ασύλου, το «114» και το «15% για την Παιδεία» συνιστούν τη μία όψη του διαβήματός τους.

Η άλλη, ευκρινέστερη ιδιαίτερα μετά την αλλαγή του περιοδικού το ’60-’61, τότε που η «Πανσπουδαστική» «άλλαξε σχήμα, μορφή, χαρακτήρα, περιεχόμενο και τρόπο λειτουργίας» (η διατύπωση από την επιστολή αποχώρησης του Γ. Μ. Καλιόρη, φ. 47, Ιανουάριος 1964), αφορά τη συνολική πολιτιστική πρόταση του περιοδικού: στις σελίδες του φιλοξενούνται σημαντικοί έλληνες και ξένοι συγγραφείς, εγκαινιάζονται στήλες όπου παρουσιάζονται οι νέες τάσεις στον χώρο του θεάτρου και του κινηματογράφου, δημοσιεύονται μελέτες γνωστών διανοητών της εποχής, προτείνονται βιβλία και κινηματογραφικές ταινίες και δοκιμάζονται με αξιοσημείωτη επιτυχία οι δημοσιογραφικές ή/και συγγραφικές δεξιότητες αρκετών μελών της συντακτικής του επιτροπής.

Στη δημοσιογραφική αυτή «συνταγή», το φωτορεπορτάζ, οι γελοιογραφίες και η σάτιρα αποκτούν τη δική τους, ξεχωριστή, θέση, ενώ ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην εμφάνιση του περιοδικού. Ταυτόχρονα, όλο και μεγαλύτερη βαρύτητα αποκτά η «ανακάλυψη» και προβολή των παλαιότερων φοιτητικών αγώνων, της κατοχικής κυρίως περιόδου: η ιστορία αποκτά και στην περίπτωση της «Π» τον γνώριμο νομιμοποιητικό ρόλο της.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι πρωτοβουλίες της «Π» για τη δημιουργία φοιτητικού θεάτρου, καθώς και οι εκθέσεις ζωγραφικής-χαρακτικής και οι διαγωνισμοί ποίησης που διοργανώνει. Για να εκτιμηθούν, ωστόσο, ο πλούτος και η ποιότητα των παρεμβάσεων του περιοδικού σε θέματα πολιτισμού πρέπει να τοποθετηθούν στην εποχή τους και, κυρίως, να παραβληθούν με τις σχετικές αναλύσεις και παρεμβάσεις της «επίσημης» αριστεράς, γεγονός που προφανώς υπερβαίνει τα περιθώρια του παρόντος σημειώματος.

Είναι, πάντως, βέβαιο ότι τα κείμενα της «Π» δοκιμάζουν κάποτε τις ανοχές κάποιων στελεχών της ΕΔΑ. Αναφέρουμε ενδεικτικά την εξαρχής θετική υποδοχή της εκτέλεσης του «Επιτάφιου» με μπουζούκι, την έρευνα για τον έρωτα (Α. Τ., «Το πρόβλημα του έρωτα», φ. 32, Νοέμβριος 1961) και την «αιρετική» κριτική του Γ. Μ. Καλιόρη για ένα σοβιετικό θεατρικό έργο («Μια αφορμή απ’ το "Ιρκούτσκ"», φ. 42, Δεκέμβριος 1962). Θα ήταν πάντως λάθος, αναζητώντας εκ των υστέρων την αξία του περιοδικού, να την περιορίσουμε χρονικά στην περίοδο της «άνθησής» του (’60-’63) ή να την εντοπίσουμε αποκλειστικά στις «αποκλίνουσες» τοποθετήσεις του.

Παρά τις εσωτερικές τομές που σημειώνονται στη διάρκεια της έκδοσής της, η «Π» έχει να επιδείξει συνέχειες που την καθιστούν υπόδειγμα για ό,τι η ίδια ονόμασε «σπουδαστική δημοσιογραφία»: η σταθερή προσήλωσή της στους αγώνες των φοιτητών δεν την εμπόδισε να διευρύνει σταδιακά τα θεματικά της ενδιαφέροντα και να επιχειρήσει μια γόνιμη σύνδεση του φοιτητικού κινήματος με την πολιτική, τη γνώση και τον πολιτισμό.

--------------------------------------------------------------------------------

Μνήμες και αποτιμήσεις

Από την εκπομπή «Παρασκήνιο» με τίτλο «Πανσπουδαστική, 1956-1967» (Οκτώβριος 1987) παραθέτουμε στη συνέχεια χαρακτηριστικά αποσπάσματα από τις τοποθετήσεις ορισμένων από τους πρωτεργάτες του περιοδικού:

Γιώργος Χατζόπουλος: «Δεν μπορούμε να αρνηθούμε τον ρόλο του πολιτικού παράγοντα, και μάλιστα του παράνομου τότε ΚΚΕ, το οποίο στη νεολαία λειτουργούσε με την παράνομη ΕΠΟΝ, η οποία υφίσταται μέχρι το 1958-1959. Αλλά η ώθηση, η βασική κινητήρια δύναμη για τη συνομάδωση του κινήματος της νεολαίας, είναι τα προβλήματα που αντιμετωπίζαμε τότε. (...) Αυτά δίνουν ώθηση και δίνουν αυτοπεποίθηση σε τμήματα της νεολαίας, μαζί με τις εμπειρίες τους, και δημιουργούν την "Π" αυτοδύναμα. Η βοήθεια του ΚΚΕ μπορεί κανείς να πει ότι είναι ηθική και τεχνική. Αισθανόμαστε, δηλαδή, πως έχουμε κάποια "μετόπισθεν". (...) Η έλλειψη στενής ποδηγέτησης έκανε επιτακτική την ανάληψη πρωτοβουλιών, την αναδοχή ευθυνών και την πραγματοποίηση πράξεων χωρίς να έχει ερωτηθεί η καθοδήγηση. (...) Η "Π" όλης της περιόδου ήταν μονίμως μια ανοικτή ιδεολογική βεντάλια, δηλαδή επέτρεπε τη λειτουργία των αντιθέσεων και την εσωτερική διαπάλη των ιδεών. Αυτό έλειψε μόνο την εντελώς τελευταία περίοδο, όπου και η παρουσία της ήταν ισχνή, και ήταν παράλληλη με την πρόσδεση στις κομματικές σκοπιμότητες».

Μανώλης Μυλωνάκης: «Η "Π" της πρώτης περιόδου δημοσίευε ό,τι ήταν σπουδαστικό. Η "Π" της επόμενης περιόδου δημοσίευε ό,τι νόμισε ότι έπρεπε να διαβάζουν οι φοιτητές. (...) Αυτές οι δύο "Π" αποτέλεσαν επίκεντρο συσπειρώσεων. Η "Π"-καταγγελία υιοθετήθηκε από τη σκληρή εσωκομματική αντιπολίτευση. Η "Π" του πολιτιστικού ανοίγματος συσπείρωσε τη φοιτητική κουλτούρα. (...) Εζησε η Συντακτική Επιτροπή αρκετές συγκρούσεις με το κόμμα. Υπήρχαν συγκρούσεις συγκυριακού χαρακτήρα και συγκρούσεις καθαρά ιδεολογικού χαρακτήρα. (...) Ο αριστερός λόγος δεν γινόταν ασυζητητί αποδεκτός στην "Π". Γύρω από τα τραπέζια της και μέσα στις σελίδες της ο αριστερός λόγος αποτιμήθηκε και πολλές φορές η τεχνοκριτική της "Π", ή η κριτική της γενικότερα, εξέπληξε για την ανεξαρτησία της και τις αποστάσεις που πήρε από ιερά και όσια».

Γιάννης Καλιόρης: «Στον τομέα της ιδεολογίας ο αγώνας της "Π" υπήρξε διμέτωπος, ενάντια στο κράτος και παρακράτος της δεξιάς και στην κυρίαρχη ιδεολογία, και ενάντια στην αυταρχική νοοτροπία και τις συγκεντρωτικές μεθόδους της αριστεράς, τα στενά κριτήρια και τις ετοιμοπαράδοτες αλήθειες. Δεν δεχόμαστε, δηλαδή, να σκέφτονται άλλοι για μας πριν από μας. Θέλαμε να αρθρώσουμε τον δικό μας λόγο και διεκδικούσαμε μια ανεξαρτησία συνειδήσεως. Αυτό, βέβαια, δεν γινόταν χωρίς σκληρές συγκρούσεις με τον κομματικό μηχανισμό. Κάποτε, παραδείγματος χάριν, χρειάστηκε να στείλουμε τελεσίγραφο ότι δεν δεχόμαστε πλέον τα κείμενα να βγαίνουν έξω από την "Π" και να πηγαίνουν στην ΕΔΑ προς έλεγχο, τη στιγμή που μέσα στη Συντακτική Επιτροπή υπήρχαν δύο μέλη του κόμματος, ο Στέλιος Ράμφος κι εγώ. Το κόμμα διέκοψε αμέσως τη χρηματοδότηση, αλλά απευθυνθήκαμε σε έναν μαικήνα, φίλο της "Π", ο οποίος εξασφάλισε την έκδοση του τεύχους και από εκείνη τη στιγμή το κόμμα υποχώρησε σε όλα τα σημεία. Αλλά, κάθε φορά, διάφορα κείμενα προκαλούσαν αντιδράσεις και θύελλα».

Γιάννης Γιαννουλόπουλος: «Η κύρια αιτία, πιστεύω, που εξηγεί γιατί η "Π" σιωπά όλη αυτή την περίοδο (’64-’65), είναι η αλλαγή των προτεραιοτήτων στον χώρο της νεολαίας από πλευράς ΕΔΑ και παράνομου ΚΚΕ. Παρ’ όλο ότι η συγχώνευση της νεολαίας της ΕΔΑ με τη Νεολαία Λαμπράκη -που είναι μια ραγδαία αναπτυσσόμενη μαζική οργάνωση της οποίας το κύριο χαρακτηριστικό είναι ότι δεν στηρίζεται στους φοιτητές -γίνεται το Σεπτέμβρη του 1964, η κίνηση αυτή έχει αποφασιστεί από το Δεκέμβρη του 1963 και έχει επικυρωθεί από την ηγεσία του ΚΚΕ στο εξωτερικό στις αρχές του 1964. Αυτή η αλλαγή προτεραιοτήτων, δηλαδή από το κίνημα το φοιτητικό σε ένα κίνημα νεολαιίστικο ευρύτερο, επηρεάζει οπωσδήποτε και την έκδοση της "Π". Αλλωστε, η σπουδαστική οργάνωση της Νεολαίας της ΕΔΑ ήταν αυτή που διατύπωσε, όπως και μια μερίδα της ηγεσίας του ΚΚΕ, τις εντονότερες αντιρρήσεις για τη συγχώνευση αυτή που θα οδηγούσε, κατά την άποψη αυτών που είχαν αντίρρηση, στην αποπολιτικοποίηση της νεολαίας».

--------------------------------------------------------------------------------

ΔΙΑΒΑΣΤΕ

«Πανσπουδαστική (1956-1967)»

(Το περιοδικό σε DVD)

Οι εκδόσεις «Κάλβος» και η δημοσιογραφική ομάδα «Ιός» συνεργάστηκαν στη συγκέντρωση και την ψηφιοποίηση όλου του υλικού, που κυκλοφορεί σε DVD. Περιέχεται η ύλη όλων των τευχών της «Πανσπουδαστικής» (1956-1967) και άλλα συμπληρωματικά στοιχεία για την ίδια και τις δραστηριότητές της. Το DVD αυτό θα διατίθεται στα γραφεία της Εταιρείας Μελέτης Ιστορίας Αριστερής Νεολαίας (ΕΜΙΑΝ): οδός Μαυρομιχάλη 52, 106 80 Αθήνα. Τηλ. 210-36 41 551, φαξ 210-36 41 222. e-mail: emian@ath.forthnet.gr. Επικουρικά, για πληροφορίες, όποιος επιθυμεί μπορεί να απευθύνεται είτε στις Εκδόσεις «Κάλβος» (τηλ/φαξ 210-52 46 241, e-mail:kalvos@freemail.gr), είτε στον «Ιό».

--------------------------------------------------------------------------------

ΔΕΙΤΕ

«Πανσπουδαστική (1956-1967)»

Αφιέρωμα στο περιοδικό από την εκπομπή «Παρασκήνιο», που προβλήθηκε από την ΕΤ1 στις 20 Οκτωβρίου 1987. Ερευνα Τέλης Σαμαντάς, σκηνοθεσία Δημήτρης Δημογεροντάκης.

Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα παρουσίαση του περιοδικού, βασισμένη κατά κύριο λόγο στις μνήμες ορισμένων από τους βασικούς συντελεστές της έκδοσής του, συγκεκριμένα του εκδότη Γιώργου Χατζόπουλου, του ψυχίατρου Μανώλη Μυλωνάκη και των πανεπιστημιακών Γιάννη Γιαννουλόπουλου και Γιάννη Καλιόρη. Οι μαρτυρίες αυτές τοποθετούν την έκδοση της «Π» στα ιστορικά της συμφραζόμενα και, ταυτόχρονα, προτείνουν αποκλίνουσες, αλλά συμπληρωματικές, αναγνώσεις του όλου εγχειρήματος (βλ. και διπλανή στήλη). Τις μαρτυρίες συμπληρώνουν φωτογραφίες και ντοκουμέντα σχετικά με το περιοδικό και το φοιτητικό κίνημα της περιόδου, καθώς και ένας πρώτος κατάλογος των συνεργατών της «Π».

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι