Η πολιτική της μετανάστευσης

Απ’ τη μετανάστευση, στην ενσωμάτωση. Τα «μοντέλα» της Ευρωπαϊκής Ενωσης

Claudio Bolzman, Manuel Boucher, Αναδημοσίευση από την εφημερίδα Le Monde, Κυρ. Ελευθεροτυπία, 09/07/2006

Στις Ηνωμένες Πολιτείες εκατοντάδες χιλιάδες ισπανόφωνοι κινητοποιήθηκαν την 1η Μαΐου ενάντια σε μια πρόταση νόμου των Ρεπουμπλικάνων για την ποινικοποίηση της λαθρομετανάστευσης. Ομως, και στην Ευρωπαϊκή Ενωση η κυρίαρχη τάση τείνει προς τη σκλήρυνση της νομοθεσίας.

Ο δεύτερος νόμος Σαρκοζί δεν αποτελεί μεμονωμένο φαινόμενο στην Ευρώπη. Οπως και στη Γαλλία, πολλά κράτη της Ευρωπαϊκής Ενωσης έχουν αρχίσει να τροποποιούν τις μεταναστευτικές πολιτικές τους.

Ο σουηδός ερευνητής Τόμας Χάμαρ παρατηρεί ότι αυτές οι πολιτικές περιλαμβάνουν δύο συχνά αντίθετες όψεις: την «immigration policy», δηλαδή την ρύθμιση της ροής της μετανάστευσης και τον έλεγχο των μεταναστών και των ξένων, και την «immigrant policy», η οποία αφορά τη ζωή των μεταναστών που διαμένουν στη χώρα, τα δικαιώματά τους και τη συμμετοχή τους στην κοινωνική και πολιτική ζωή, με λίγα λόγια όλα αυτά που εννοούμε με τον όρο ενσωμάτωση(1).

Η πρώτη λαμβάνει κυρίως υπόψη τα συμφέροντα των χωρών υποδοχής των μεταναστών, ενώ η δεύτερη περισσότερο τις ανάγκες των μεταναστών. Η μία έχει στόχο τον έλεγχο των μεταναστών, η δεύτερη ενδιαφέρεται για τη συμμετοχή τους. Ιστορικά, οι σχετικά φιλελεύθερες μεταναστευτικές πολιτικές συνοδεύτηκαν από περιοριστικές πολιτικές ενσωμάτωσης, ιδιαίτερα τη μεταπολεμική εποχή. Αντίθετα, οι μάλλον περιοριστικές μεταναστευτικές πολιτικές συνδυάστηκαν με σχετικά ανοιχτές πολιτικές ενσωμάτωσης.

Η καινοτομία, τόσο στη Γαλλία όσο και -μεταξύ άλλων- στην Ολλανδία, συνίσταται στο γεγονός ότι η σκλήρυνση των όρων εισόδου στην επικράτεια της χώρας (τουλάχιστον για τους μη πτυχιούχους μετανάστες) συνοδεύεται από αυξημένες απαιτήσεις στα ζητήματα ενσωμάτωσης: καθιερώνονται «συμβόλαια υποδοχής κι ενσωμάτωσης» και καθίσταται υποχρεωτική η εκμάθηση της γλώσσας της χώρας υποδοχής. Η μη τήρηση των όρων αυτού του «συμβολαίου» μπορεί να συνεπάγεται την επιβολή κυρώσεων.

Ευρωπαϊκές αποκλίσεις

Αν και τα ευρωπαϊκά κράτη συγκλίνουν στην κατεύθυνση μεγαλύτερου κλεισίματος απέναντι στους μετανάστες και στην επιθυμία να υπάρξει «διαλογή» τους στα σύνορα της Ευρωπαϊκής Ενωσης, εξακολουθούν να υπάρχουν αποκλίσεις ανάμεσα στις στρατηγικές ενσωμάτωσης, οι οποίες κυμαίνονται από τη χορήγηση δικαιωμάτων σε όλους τους τομείς έως την πλήρη άρνησή τους.

Ορισμένες ευνοούν τη συμμετοχή των μεταναστών, ενώ άλλες τούς εξωθούν, στη διαρκή προσωρινότητα.

Κατ’ αρχάς, όλα εξαρτώνται από τον τρόπο με τον οποίο κάθε χώρα αντιλαμβάνεται το μεταναστευτικό φαινόμενο, από το εάν επιθυμεί ή όχι την άφιξη νέων μεταναστών και από το εάν επιθυμεί τη μόνιμη ή την προσωρινή διαμονή τους. Αυτή η αντίληψη προκύπτει επίσης από τους δημογραφικούς, οικονομικούς, ανθρωπιστικούς στόχους και τους λόγους ασφάλειας και δημόσιας τάξης που προβάλλουν οι αρχές, καθώς επίσης και από την αντίληψη που κυριαρχεί για το κράτος-έθνος.

Η γαλλίδα κοινωνιολόγος Ντομινίκ Σναπέ έχει αποδείξει ότι η άποψη που επικρατεί για τη μετανάστευση έχει τις ρίζες της στις ιστορικές και πολιτικές δοκιμασίες μέσα από τις οποίες δημιουργήθηκε το έθνος.

Σε αυτό το γεγονός οφείλεται η διαφορά του λεξιλογίου που χρησιμοποιείται:

«Για τους Γερμανούς πρόκειται πάντα για ξένους, για τους Βρετανούς για φυλετικές μειονότητες (για μεγάλο χρονικό διάστημα χρησιμοποιούσαν τον όρο "Μαύροι" ακόμα και για τους Τζαμαϊκανούς ή τους Ινδούς), για τους Σουηδούς και τους Ολλανδούς για πολιτισμικές μειονότητες και για τους Γάλλους για μετανάστες αρχικά και στη συνέχεια για άτομα με γαλλική υπηκοότητα ή για πολίτες. Αυτό που εκφράζεται μέσα από τις λέξεις είναι η σχέση με τον Αλλο, η παράδοση της εθνικής ενσωμάτωσης και οι διαδικασίες με τις οποίες αυτή πραγματοποιείται, η αντίληψη που επικρατεί για την ιδιότητα του πολίτη της χώρας. Δεν θα μπορούσαμε να καταλάβουμε τις μορφές της σχέσης με τον Αλλο και τις πολιτικές που εφαρμόζονται απέναντι στους ξένους αν δεν λάβουμε υπόψη τον γαλλικό "γιακωβινισμό" (που συνδέεται με μια αντίληψη για το έθνος, της οποίας οι ρίζες βρίσκονται στον Μεσαίωνα και η οποία ενισχύθηκε από τον ορθολογικό οικουμενισμό της Γαλλικής Επανάστασης), την κοινωνική "πολυπολιτισμικότητα" των Βρετανών που γεννήθηκε από την ιστορία της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, τη φιλελεύθερη παράδοση της Ολλανδίας και της Σουηδίας, που εφαρμόζουν πολιτικές "χειραφέτησης των μειονοτήτων" και την ιστορία της Γερμανίας, όπου είναι ακόμα ζωντανή η έννοια του "Γερμανικού λαού" (Deutscher Volk) ως εθνικής και γλωσσικής οντότητας»(3).

Η επιθυμία εναρμόνισης του δικαίου που διέπει τη χορήγηση του ασύλου και η αντιμετώπιση της μετανάστευσης πρέπει να «προσαρμοστούν» σε τελείως διαφορετικά μοντέλα ενσωμάτωσης(4).

Το μοντέλο που κυριαρχεί στη Σουηδία περιορίζει την είσοδο μεταναστών που δεν προέρχονται από ευρωπαϊκές χώρες, σε συνδυασμό με τη χορήγηση στους μετανάστες πολιτικών δικαιωμάτων και υπηκοότητας.

Αντίθετα απ’ ό,τι συμβαίνει σε άλλα κράτη, αυτή η αρκετά συναινετική πολιτική ανάγει σε κεντρικές αξίες της κοινωνίας την πολιτισμική διαφορά, τη συνεργασία και την αλληλεγγύη. Σε αυτήν ακριβώς τη βάση προωθείται η ισότητα της μεταχείρισης των μεταναστών. Η συμμετοχή τους με ίσα δικαιώματα δεν εμποδίζει την αναγνώριση των ιδιαιτεροτήτων τους και οι αρχές τούς ενθαρρύνουν να οργανώνονται σε κοινότητες και να μαθαίνουν την γλώσσα της χώρας από όπου κατάγονται.

Οι ξένοι έχουν το δικαίωμα ψήφου στις τοπικές εκλογές, ενώ διευκολύνεται η πολιτογράφησή τους και καταπολεμώνται οι διακρίσεις. Ωστόσο, ορισμένοι καταγγέλλουν τον κίνδυνο της αναδίπλωσης των κοινοτήτων των μεταναστών στον εαυτό τους, της δημιουργίας εθνοτικών πελατειακών σχέσεων απέναντι στο κοινωνικό κράτος, ακόμα και τον κίνδυνο της δημιουργίας μορφών κυριαρχίας των εθνοτικών χαρακτηριστικών πάνω στην κοινωνική και πολιτική ζωή.

«Συμβόλαια ενσωμάτωσης»

Η Ολλανδία είχε οικοδομήσει ένα παρόμοιο μοντέλο με βάση διαφορετικές ιστορικές και κοινωνικές πραγματικότητες. Καθώς η κοινωνία της λειτουργεί εδώ και πολλά χρόνια με βάση το σύστημα των «πυλώνων», το κράτος παραχωρούσε σε έναν από αυτούς -στις Εκκλησίες- τη διαχείριση ενός σημαντικού τμήματος των κοινωνικών και πολιτισμικών υποθέσεων. Με αυτόν τον τρόπο η χώρα χειρίστηκε τη σημαντική μετανάστευση που προερχόταν από τις πρώην αποικίες της και προώθησε το άνοιγμα των επίσημων θεσμών έτσι ώστε να μπορούν να έχουν πρόσβαση σε αυτούς και οι μετανάστες.

Ομως, η μείωση της συναίνεσης στα ζητήματα της μετανάστευσης, οι πιέσεις των ξενόφοβων κινημάτων και ο ολοένα εντονότερος διάλογος για την εθνική ταυτότητα έχουν προκαλέσει αντιστροφή της τάσης. Το Αμστερνταμ έχει υιοθετήσει μέτρα που επιβάλλουν μεγαλύτερη αφομοίωση, για παράδειγμα την υποχρέωση της υπογραφής «συμβολαίων ενσωμάτωσης». Στο εξής, οι αποδείξεις αφομοίωσης αποτελούν προϋπόθεση για την απολαβή δικαιωμάτων των μεταναστών.

Το Ηνωμένο Βασίλειο γνώρισε μια μετανάστευση που ήταν πολύ πιο σημαντική από εκείνη της Ολλανδίας, παρά τις προσπάθειες των διαδοχικών κυβερνήσεων να περιορίσουν την άφιξη έγχρωμων. Μάλιστα, η γαλλίδα κοινωνιολόγος Ντανιέλ Ζολί, η οποία εργάζεται τα τελευταία τριάντα χρόνια στη Βρετανία, χαρακτήρισε αυτές τις προσπάθειες ως «θεσμοποιημένη φυλετική διάκριση(5)». Στα ζητήματα της ενσωμάτωσης εκπονήθηκε και εδώ σταδιακά μια πολιτική που στηριζόταν στην αναγνώριση της πολυπολιτισμικότητας. Αν και επιδεικνύει ευαισθησία στα ζητήματα της πολιτισμικής διαφοράς, δυσφορεί στην ιδέα ότι οι μετανάστες αποτελούν τμήμα του κράτους. Εξάλλου, όσον αφορά τη χορήγηση υπηκοότητας, το Λονδίνο κατάργησε το 1983 το «Δίκαιο του εδάφους» και δεν χορηγεί πλέον υπηκοότητα στους προερχόμενους από τα προτεκτοράτα και τις αποικίες που διατηρεί η χώρα.

Ωστόσο, οι μετανάστες και οι απόγονοί τους αναγνωρίζονται ως μειονεκτούσες εθνοτικές μειονότητες, τις οποίες το κράτος οφείλει να προσπαθήσει να ενσωματώσει. Αυτό δεν το εμποδίζει να κωδικοποιεί την ένταξη σε μια εθνοτική ομάδα και να θέτει μάλιστα αυτό το ερώτημα κατά την απογραφή. Για να εξασφαλιστεί ο σεβασμός της ισότητας υπάρχουν μηχανισμοί που καταπολεμούν τις διακρίσεις.

Βέβαια, το γεγονός ότι οι κοινότητες αναγνωρίζονται ως πραγματικές οντότητες ευνοεί τις δυνατότητες οργάνωσης, διαπραγμάτευσης και κινητοποίησης. Ομως, με το πρόσχημα της πολυπολιτισμικότητας αυξάνεται σημαντικά ο κίνδυνος να θεσμοθετηθεί η κατώτερη κοινωνική και οικονομική θέση τους.

Η Ελβετία, η οποία δεν είναι μέλος της Ε.Ε. και δεν έχει αποικιακή παράδοση, προτείνει ένα είδος «μη συμμετοχικού αφομοιωτισμού». Προβάλλοντας μια εθνοτική αντίληψη του έθνους, η οποία συμβολίζεται με την εφαρμογή του «Δικαίου του αίματος» στο ζήτημα της χορήγησης υπηκοότητας, αντιμετωπίζει τους μετανάστες απλά ως εργατικό δυναμικό.

Δεν πρόκειται για πολυδιάστατους πολίτες αλλά για άτομα με συγκεκριμένα οικονομικά και κοινωνικά χαρακτηριστικά: παραγωγοί, καταναλωτές, ασφαλισμένοι της κοινωνικής ασφάλισης και φορολογούμενοι(6).

Παρά το δικαίωμα ψήφου στις δημοτικές εκλογές που χορήγησαν πρόσφατα στους ξένους ορισμένα ελβετικά καντόνια, τα πολιτικά δικαιώματα θεωρούνται αναπόσπαστα συνδεδεμένα με την υπηκοότητα, η οποία είναι εξαιρετικά δύσκολο να αποκτηθεί, ακόμα και για τη δεύτερη και τρίτη γενιά μεταναστών. Μάλιστα, η λαϊκή ψήφος οδήγησε σε αποτυχία τις απόπειρες να απλοποιηθεί η διαδικασία πολιτογράφησης των ξένων. Ετσι, πολλοί απόγονοι μεταναστών οι οποίοι ωστόσο δεν έχουν ζήσει ποτέ σε άλλο κράτος εξακολουθούν να θεωρούνται ξένοι.

Η Ισπανία και η Ιταλία, οι οποίες για μεγάλο χρονικό διάστημα υπήρξαν χώρες εξαγωγής μεταναστών, έγιναν μέσα σε μερικά χρόνια χώρες υποδοχής μεταναστών. Δεδομένων των οικονομικών αναγκών τους, αρχικά υιοθέτησαν σχετικά φιλελεύθερες πολιτικές για την είσοδο των μεταναστών, όχι όμως και διαδικασίες ενσωμάτωσης.

Το εργατικό δυναμικό των λαθρομεταναστριών συνεχίζει να καλύπτει τις κραυγαλέες ελλείψεις των δημόσιων υποδομών για τη φύλαξη των παιδιών και των ηλικιωμένων ατόμων. Η σταδιακή συνειδητοποίηση του μόνιμου χαρακτήρα της μετανάστευσης οδήγησε στην υιοθέτηση περιοδικών μέτρων για τη νομιμοποίηση των παράνομων μεταναστών. Το πλέον πρόσφατο από αυτά τα μέτρα εφαρμόστηκε το 2005 στην Ισπανία.

Αυτή η διαδικασία, η οποία αμφισβητείται από τα ξενόφοβα κινήματα που γνωρίζουν άνθηση, επέτρεψε στους μη ευρωπαίους μετανάστες να σταθεροποιήσουν την κοινωνική και οικονομική θέση τους και να επισημοποιήσουν τα δικαιώματά τους, κυρίως στο ζήτημα της επανένωσης των οικογενειών τους.

Στο διάλογο για τη μετανάστευση, ένας πρώτος άξονας, ο οποίος αφορά τη σχέση ανάμεσα στα πολιτισμικά δικαιώματα και στα υπόλοιπα ατομικά δικαιώματα, αποκαλύπτει βαθύτατες αποκλίσεις ανάμεσα στις χώρες, τα πολιτικά κόμματα και τους εμπειρογνώμονες.

Το θεμελιώδες ζήτημα αφορά τη σχέση της ισότητας και της διαφορετικότητας. Ορισμένοι από τους εμπλεκόμενους πιστεύουν ότι η διατήρηση μιας ιδιαίτερης πολιτισμικής ταυτότητας δημιουργεί ένα χάσμα ανάμεσα στην κοινότητα των μεταναστών και στην εθνική κοινότητα της χώρας, δεδομένου ότι εμποδίζει την πρώτη να ασκήσει ορισμένα δικαιώματα.

Πολιτικά δικαιώματα

Θεωρούν δε ότι η πολιτισμική αφομοίωση αποτελεί προϋπόθεση για την πλήρη άσκηση των δικαιωμάτων που απολαμβάνουν οι πολίτες της χώρας(7). Αντίθετα, άλλοι θεωρούν ότι η ισότητα των δικαιωμάτων προϋποθέτει την αποδοχή των πολιτισμικών διαφορών(8): κατά τη γνώμη τους η απαίτηση να αφομοιωθούν οι μετανάστες κρύβει την άρνηση να τους παραχωρηθούν δικαιώματα.

Ο δεύτερος άξονας αφορά τη σχέση ανάμεσα στα πολιτικά δικαιώματα και στην εθνικότητα, δηλαδή τον τυπικό δεσμό των μεταναστών με το κράτος-έθνος.

Η κυρίαρχη αντίληψη δεν αναγνωρίζει στα άτομα που θεωρούνται ξένα τα ίδια πολιτικά δικαιώματα με αυτά που απολαμβάνει ο εθνικός πληθυσμός, δεδομένου ότι ανήκουν σε μια άλλη πολιτική κοινότητα, η οποία δεν είναι δυνατόν να συμμετέχει -τουλάχιστον με επίσημο τρόπο- στη διαμόρφωση της κοινής βούλησης.

Κατά βάθος, όπως διαπιστώνει ο Αριστίντ Ζόλμπεργκ(9), η απόκτηση και η άσκηση πολιτικών δικαιωμάτων συγχέεται με την εθνικότητα και, συνεπώς, αποκλείει τους «Αλλους» από την ισότητα των δικαιωμάτων.

Ωστόσο, η αυξανόμενη διεθνοποίηση και ο ολοένα μεγαλύτερος αριθμός των ατόμων που διαμένουν σε άλλη χώρα από εκείνη της εθνικότητάς τους ωθούν στο να προτείνεται ένας περιορισμένος διαχωρισμός των πολιτικών δικαιωμάτων και της εθνικότητας, τουλάχιστον στο τοπικό επίπεδο. Ηδη, υπερεθνικοί θεσμοί όπως η Ευρωπαϊκή Ενωση διευρύνουν το πεδίο της άσκησης πολιτικών δικαιωμάτων σε τοπικό επίπεδο σε όλους τους υπηκόους των κρατών της Ε.Ε.

Ο τρίτος άξονας αφορά τη διαδικασία της παγκοσμιοποίησης, η οποία θέτει σε αμφισβήτηση αρκετά από τα κοινωνικά και οικονομικά δικαιώματα ολόκληρου του πληθυσμού. Οπως τονίζει ο Αντρέας Γουίμερ(10), ο περιορισμός του κοινωνικού περιεχομένου της έννοιας του πολίτη μπορεί να ωθήσει ένα τμήμα του πληθυσμού να οριοθετήσει ορισμένους τομείς από τους οποίους θα πρέπει να αποκλείονται οι μετανάστες. Σύμφωνα με αυτήν τη λογική της «εθνικής προτίμησης», τα συλλογικά αγαθά ανήκουν μονάχα στον εθνικό πληθυσμό. Αλλοι πάλι στρέφονται στη συνολική υπεράσπιση των δικαιωμάτων, καθώς πιστεύουν ότι ο αποκλεισμός των μεταναστών είναι ο πρόδρομος του αποκλεισμού και άλλων κατηγοριών(11). Ο τέταρτος άξονας καταπιάνεται με τα όρια πρόσβασης στα ατομικά δικαιώματα στις δημοκρατίες.

Πιστεύεται, συνήθως, ότι για να προασπίσει το κράτος τα συμφέροντά του έχει τη δυνατότητα -στο πλαίσιο της εθνικής κυριαρχίας του- να περιορίσει την άσκηση των θεμελιωδών ελευθεριών των υπηκόων άλλων κρατών.

Οσοι αντιτίθενται σε αυτήν την άποψη υποστηρίζουν ότι οι μεταναστευτικές πολιτικές που δεν σέβονται τα ατομικά δικαιώματα καταπατούν τα στοιχειωδέστερα ανθρώπινα δικαιώματα και εισάγουν «ιεράρχηση» των ανθρώπων(12).

Αν και οι προσεγγίσεις της μετανάστευσης και της ενσωμάτωσης παραμένουν διαφορετικές στην ευρωπαϊκή ήπειρο, η Ευρωπαϊκή Ενωση επιχείρησε να εναρμονίσει την πολιτική των κρατών μελών της σε αυτόν τον τομέα, στη βάση λογικών οι οποίες, αφενός επιδιώκουν τη μεγιστοποίηση της ασφάλειας και, αφετέρου, καταπολεμούν το ρατσισμό και τις διακρίσεις. Ωστόσο, η αύξηση της κινητικότητας και των μεταναστευτικών ροών, που προκαλούν την αύξηση της «διαφορετικότητας των ανθρώπων» και την καθιστούν περισσότερο ορατή, εκλαμβάνονται τις περισσότερες φορές ως απειλή.

Ο φόβος της τρομοκρατίας

Πόσο μάλλον που τα τρομοκρατικά χτυπήματα των ισλαμιστών στη Νέα Υόρκη, τη Μαδρίτη και το Λονδίνο έχουν ευνοήσει την εξάπλωση μιας καταστροφολογικής αντίληψης για τις διαπολιτισμικές συναντήσεις και το ψευδές ιδεολόγημα της «σύγκρουσης των πολιτισμών».

Στο φόβο της τρομοκρατίας προστίθενται οι φόβοι που δημιουργούνται από τον ανταγωνισμό ανάμεσα σε άτομα και κοινότητες, μέσα σε μια συγκυρία κοινωνικής και πολιτισμικής αποσύνθεσης.

Σε αυτούς ακριβώς τους λόγους οφείλεται η κριτική που ασκείται στην Ευρώπη στα «μοντέλα ενσωμάτωσης», τα οποία περιγράφονται σαν να βρίσκονταν σε κρίση.

(1) Thomas Hammar (υπό τη διεύθυνσή του), «European Immigration Policy», Cambridge University Press, 1985.

(2) Claudio Bolzman, «Politiques migratoires, droits citoyens et modes d’incorporation des migrants et de leurs descendants aux societes de residence: une typologie», στο Manuel Boucher (υπό τη διεύθυνση του) «Discriminations et ethicisation. Combattre le racisme en Europe», Editions de l’Aube, la Tour d’Aigues, 2006.

(3) Dominique Scnapper, «Traditions nationales et connaissance rationnelle», Sociologie et Societe, τόμ. ΧΧΧΙ, no2, Μόντρεαλ, 1999, σελ. 18.

(4) Manuel Boucher, «Les theories de l’integration. Entre universalisme et differentialisme», L’Harmattan, Παρίσι, 2000.

(5) Daniele Joly, «Minorites ethniques et politiques locales en Grande Bretagne», στο Didier Lapeyronnie (υπό τη διεύθυνσή του) «Les Politiques locales d’integration des minorites immigrees en Europe et aux Etats-Unis», Agence pour le developpement des relations interculturelles, Παρίσι, 1991.

(6) Claudio Bolzman, Rosita Fibbi και Marie Vial, «la polulation agee immigree face a la retraie: probleme social et problematiques de recherche» στο Hans-Rudolph Wicker κ.ά., «L’Alterite dans la societe: migration, ethnicite, Etat», Seismo, Ζυρίχη, 1996.

(7) Hans Joachim Hoffmann-Nowotny, «Chancen und Risiken multikultureller Einwanderungsgesellsschaften», Ελβετικό Συμβούλιο της Επιστήμης, 1994.

(8) Charles Taylor, «Multiculturalism and the Politics of Recognition», Princeton, University Press, 1994.

(9) Aristide Zolberg, «L’incidence des facteurs externs sur la condition des citoyens: approche comparative», Catherine Withol de Wenden (υπό τη διεύθυνσή της) La Citoyennete, Edilig-Fondation Diderot, Παρίσι, 1988.

(10) Andreas Wimmer, «Der Appel an die Nation», Hans-Rudolph Wicker κ.ά., L’Alterite, όπ.π.

(11) Marie-Claire Caloz-Tschopp (υπό τη διεύθυνσή της), Hannah Arendt, «Les sans-Etat et le "droit d’avoir des droits"», L’Harmattan, Παρίσι, 1998.

(12) Javier de Lucas, «El futuro de la ciudadania en la UE: Es posible hablar de la ciudadania multicultural?», διάλεξη με θέμα «Journees de la citoyennete», Πανεπιστήμιο της Σεβίλλης, Μάρτιος 1998.

*Αντίστοιχα, καθηγητής στην Haute Ecole Specialisee της Δυτικής Ελβετίας και στη Σχολή Κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου της Γενεύης. Κοινωνιολόγος, διευθυντής του Εργαστηρίου Κοινωνικών Ερευνών και Μελετών (LERS) του Ινστιτούτου Κοινωνικής Ανάπτυξης (Ρουέν), συνεργαζόμενος ερευνητής με το CADIS/EHESS, Παρίσι.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι