Τοπική Αυτοδιοίκηση: ένας πολιτικός εκσυγχρονισμός που απωθείται...

Μιχάλης Παπαγιαννάκης, Κυριακάτικη Αυγή, 16/07/2006

Η Τοπική Αυτοδιοίκηση ιστορικά διαμορφώθηκε, τουλάχιστον στην Ευρώπη, σε αντίθεση με το όποιο κεντρικό κράτος. Στους πρόδρομους της σημερινής μορφής και λειτουργίας της ανήκουν ποικίλες μορφές αντίθεσης και συμβιβασμών: φεουδαρχικές εξουσίες απέναντι σε μοναρχίες, εθνοτικές, γλωσικές ή θρησκευτικές κοινότητες απέναντι σε άλλες που κυριαρχούσαν στο διαμορφούμενο κεντρικό κράτος, κατακτημένες περιοχές απέναντι στον νέο κυρίαρχο, λαϊκές, αγροτικές, και αργότερα ακόμα και εργατικές, εξεγέρσεις απέναντι σε κεντρικές οικονομικές και πολιτικές εξουσίες, τοπικές αστικές ελίτ απέναντι σε απολυταρχικές ή εκκλησιαστικές κυβερνήσεις. Σε όλες τις περιπτώσεις οι διευθετήσεις που προέκυπταν από τις αντιπαραθέσεις περιελάμβαναν τοπικές "ελευθερίες" που αφορούσαν την άσκηση της θρησκευτικής λατρείας, τη χρήση και διδασκαλία κάποιας γλώσσας, την ανάδειξη κάποιων αρχών και την άσκηση τοπικών πολιτικών ή και δικαστικών αρμοδιοτήτων κλπ., πάντοτε δε κάποια ρύθμιση ως προς τη φορολογική βάση, τη συλλογή των φόρων και την χρήση των εσόδων.

Αυτό το τελευταίο αποτέλεσε μια ουσιαστική συνιστώσα της έννοιας "αυτοδιοίκηση", και βάση πάνω στην οποία σε μετέπειτα χρόνους και σήμερα δοκιμάστηκε πρακτικά η έννοια της τοπικής πολιτικής, της δημοκρατίας και της πολιτικής ευθύνης: σε συνθήκες κοινοβουλευτικής δημοκρατίας οι ασκούντες την εξουσία εκλέγονται, διαχειρίζονται τις υπάρχουσες δυνατότητες συλλογής πόρων ή και προτείνουν και προωθούν εναλλακτικές λύσεις, δαπανούν για διοίκηση, άσκηση κοινωνικής ή άλλης πολιτικής, επενδύουν και τελικά κρίνονται από το πώς συνδύασαν όλα αυτά και ποια αποτελέσματα πέτυχαν τελικά. Και, φυσικά, κρίνονται με διαφορετικά κριτήρια από τον κάθε πολίτη, ανάλογα με την κοινωνική του τοποθέτηση και τις πολιτικές του επιλογές. Μια αυτοδιοικητική αρχή θα επιβαρύνει, περισσότερο ή λιγότερο, τα χαμηλά ή τα υψηλότερα εισοδήματα, την κατανάλωση, την οικοδομή, την κατοικία, την εμπορική εγκατάσταση ή τη βιομηχανική χρήση και θα ευνοήσει με τις δαπάνες και τις επενδύσεις της, περισσότερο ή λιγότερο, τις κοινωνικές υποδομές, τις καλές συνοικίες, την απασχόληση, τη δημόσια υγεία, την παιδεία και τον πολιτισμό κλπ. Από τον ισολογισμό όλων των επιλογών της θα προκύψει ή όχι ο προοδευτικός και λαϊκός χαρακτήρας της, και όχι βέβαια από τις διακηρύξεις της ή τις κομματικές της αναφορές.

Όλα αυτά φαίνονται παντού αλλού αυτονόητα, εκτός της φιλτάτης πατρίδας μας, γενικώς, δυστυχώς δε και σε σημαντικό τμήμα της αριστεράς πτέρυγας του πολιτικού συστήματος της. Παρά τις ελπιδοφόρες εξελίξεις στο επίπεδο των αναλύσεων, των ιδεών και των προτάσεων (π.χ. της ΚΕΔΚΕ ή της ΕΝΑΕ, αλλά και πολλών πια στελεχών) επικρατεί ακόμη η γενική ιδέα ότι η Τοπική Αυτοδιοίκηση δεν έχει καμιά δουλειά με "όλα αυτά". Σε μια πιο ακραία αντίληψη, έτσι κι αλλιώς η αυτοδιοίκηση σήμερα δεν είναι τίποτε άλλο από μια απόφυση του κεντρικού κράτους και, προσθέτω εγώ, έτσι πρέπει να μείνει... Να μη γίνει "φορομπήχτης του λαού", να μην έχει τη δυνατότητα να αναζητεί δικούς της πόρους και να κρίνεται από αυτό. Το πολύ πολύ, κάτω από την έμπνευση των "σωστών" φιλολαϊκών δυνάμεων, να μετεξελιχθεί σε διεκδικητικό κίνημα (σ.σ: κάτι σαν συνδικάτο δηλαδή...) και να απαιτήσει από το κράτος χρήμα και μέσα για να ασκήσει αναδιανεμητική πολιτική και κοινωνική πρόνοια που θα επιλέγει ή ίδια. Σαν καλό και πολιτικά άκοπο φαίνεται αυτό. Αλλά αφήνει πολλά ερωτήματα αναπάντητα: Γιατί και πώς το κακό κεντρικό κράτος θα μοιράζει λεφτά, πώς θα κρίνεται πολιτικά η επίδοση της τοπικής αρχής που δεν θα έχει ενοχλήσει κανέναν κλπ.

Το ενδιαφέρον είναι ότι στην ουσία η συντηρητική παράταξη και οι κατά καιρούς κυβερνήσεις της συμφωνούσαν πάντοτε με το "διά ταύτα" , άσχετα από το σκεπτικό (άσε που με κάποιες αποχρώσεις υποψιάζομαι ότι το ...συμμερίζονται!). Βολεύονταν με μιαν αυτοδιοίκηση που περιορίζεται σε εγκαίνια και εθνικές επετείους, συν τη διαχείριση ορισμένων ζητημάτων, περίπου αναγκαστικά τοπικών, και με ρυθμίσεις ασφυκτικά διοικητικές και γραφειοκρατικές, και βέβαια καθόλου πολιτικές (δηλαδή με υπεύθυνη δέσμευση σε μια από περισσότερες εναλλακτικές επιλογές). Το ίδιο το Σύνταγμα απαγορεύει ουσιαστική φοροληπτική (άλλο πράγμα τα ανταποδοτικά τέλη…) ικανότητα για την αυτοδιοίκηση, και βέβαια δεν απειλείται από την επερχόμενη αναθεώρηση.

Το περί "φορομπηχτικού" χαρακτήρα της τοπικής φορολογίας θα είχαν βάση αν προτεινόταν η τοπική φορολογία επιπλέον της σήμερα υπάρχουσας φορολογίας γενικώς. Αυτό δεν είναι αλήθεια: η συζήτηση γίνεται για τη μετάθεση φοροληπτικής εξουσίας από το κεντρικό κράτος στην αυτοδιοίκηση. Και, βέβαια, υπάρχει η εμπειρία πολλών ευρωπαϊκών κρατών όπου η νομοθεσία προβλέπει και ανώτατα όρια και άλλους περιορισμούς, που αποκλείουν το έστω και απίθανο ενδεχόμενο η αυτοδιοίκηση να επιδοθεί σε φορολογικές ακρότητες. Και όχι μόνο μετάθεση αλλά και αλλαγή φόρων χρειάζεται, τουλάχιστον από μιαν αριστερή σκοπιά: π.χ., μείωση σε φορολογία που επιβαρύνει χαμηλότερα εισοδήματα ή μικρομεσαίες επιχειρήσεις, εισαγωγή φορολογίας στη μεγάλη ακίνητη περιουσία, τις εγκαταστάσεις υπερκαταστημάτων ή στην κατάχρηση ενεργειακών και φυσικών πόρων. Γιατί βέβαια η φορολογία δεν έχει μόνο εισπρακτικό χαρακτήρα~ προσανατολίζει επίσης τις επιθυμητές ή μη δραστηριότητες. Και πάνω σε όλα αυτά αναπτύσσεται η δυνατότητα πραγματικού πολιτικού διαλόγου, πολιτικής και εκλογικής επιβράβευσης ή κύρωσης.

Ελλείψει μιας ουσιαστικής και πράγματι ριζοσπαστικής και γνήσια εκσυγχρονιστικής μεταρρύθμισης στον πυρήνα της αυτοδιοίκησης, όλοι, συντηρητικοί και "επαναστάτες", μένουν με τις αντιπαραθέσεις για ασήμαντα πράγματα ή και για σημαντικά, αλλά πρόσκαιρα, όπως η χρήση των κοινοτικών κονδυλίων και προγραμμάτων (για όσους ΟΤΑ καταφέρουν να τα αποσπάσουν και πάλι από το κεντρικό κράτος ), που αποτελούν σήμερα ένα ερζάτς των δυνατοτήτων μιας τοπικά ριζωμένης διακυβέρνησης των τοπικών υποθέσεων.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι