H άλλη όψη των ανατιμήσεων

Σοβαρή πολιτική για εξοικονόμηση ενέργειας ουδέποτε έγινε

Ελίζα Παπαδάκη, Τα Νέα, 02/08/2006

Οι πρόσφατες αυξήσεις στη φορολογία των καυσίμων και των τιμολογίων της ΔΕΗ προκάλεσαν εύλογη δυσφορία στην κοινή γνώμη. Μαζί με τις ανάλογες αυξήσεις στη φορολογία της κινητής τηλεφωνίας και των τσιγάρων συνιστούν μια πρόσθετη πίεση στο πορτοφόλι του μέσου νοικοκυριού, που ήδη επιβαρύνεται από τη μεγάλη ανατίμηση του πετρελαίου και της βενζίνης, την ανοδική πορεία των επιτοκίων στα στεγαστικά και τα καταναλωτικά δάνεια, το γενικότερο κλίμα της ακρίβειας. Και αν όλοι γνωρίζουν ότι οι τιμές του πετρελαίου και τα επιτόκια καθορίζονται από τις διεθνείς εξελίξεις, για την επιβολή νέων φόρων στην κατανάλωση και αυξήσεων στα τιμολόγια δημοσίων επιχειρήσεων μέμφονται την κυβέρνηση. H όλη δημοσιονομική διαχείριση άλλωστε, οι διαβεβαιώσεις ότι ο προϋπολογισμός εξυγιαίνεται και ότι τον επόμενο χρόνο θα τερματισθεί το καθεστώς επιτήρησης στο οποίο οδήγησε τη χώρα, δεν πείθουν. Ο κόσμος αντιλαμβάνεται τα τελευταία μέτρα ως νέα βάρη και φοβάται ότι πιθανώς θα ακολουθήσουν και άλλα.

Στις τιμές και στους ειδικούς φόρους στην κατανάλωση υπάρχει ωστόσο μια διαρθρωτική διάσταση, για την οποία ελάχιστα συζητάμε. Αυτή θα έπρεπε να κατευθύνει τις πολιτικές - αν βέβαια υπήρχε μακροπρόθεσμος προγραμματισμός με γνώμονα το ευρύτερο κοινωνικό συμφέρον, και όχι ευκαιριακά μέτρα που βουλώνουν τρύπες προσωρινά, για να τα διαδεχθούν κατόπιν άλλα στην αντίθετη κατεύθυνση, όποτε πλησιάζουν οι εκλογές. Το απλούστερο παράδειγμα είναι τα τσιγάρα, που και με τον αυξημένο φόρο παραμένουν συγκριτικά φθηνά. Θυμάται κανείς την προσπάθεια του Γιώργου Γεννηματά, να ανεβάσει τη φορολογία στα τσιγάρα, που βλάπτουν την υγεία, και με αυτά τα πρόσθετα δημόσια έσοδα να ενισχύσει ακριβώς τη χρηματοδότηση του Εθνικού Συστήματος Υγείας; Θα ήταν αντικίνητρο για το κάπνισμα, αλλά και όσοι δεν πτοούνταν από την τιμή, θα είχαν άραγε αντίρρηση να πληρώνουν έστω και ένα ευρώ παραπάνω το πακέτο, αν ήξεραν ότι το ευρώ θα πήγαινε για τη βελτίωση του ΕΣΥ; Όμως ο φόρος στα τσιγάρα, όπως όλοι οι ειδικοί φόροι, χάνεται στους σκοτεινούς δαιδάλους του συνολικού προϋπολογισμού, οπότε η κοινή γνώμη τον αντιμετωπίζει ως ένα ακόμα «χαράτσι», αδυνατώντας να διακρίνει κάποια ωφέλεια.

Πιο σύνθετο ζήτημα είναι η τιμή της ενέργειας. Όλοι χρειαζόμαστε ηλεκτρικό ρεύμα για φως, μαγείρεμα και τις άλλες ανάγκες του σπιτιού, καύσιμα για θέρμανση και για κίνηση. Μόνο που ξοδεύουμε πολύ περισσότερο από όσο πραγματικά χρειάζεται. Τη σπατάλη μας βεβαιώνει το γεγονός ότι στους δείκτες ενεργειακής εξάρτησης η ηλιόλουστη χώρα μας έρχεται πρώτη στην Ευρώπη. H αλόγιστη κατανάλωση ενέργειας βλάπτει την οικονομία, την ανάπτυξη, τη συνολική κοινωνική μας ευημερία, επιπλέον φέρνει πρόσθετη επιβάρυνση στο περιβάλλον, στην άνοδο της θερμοκρασίας της γης, που ως κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχουμε αναλάβει τη δέσμευση να περιορίσουμε. Για τη μη συμμόρφωση στον περιορισμό των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου στα πλαίσια του Πρωτοκόλλου του Κιότο, τη μη υποβολή καν προσωρινού εθνικού σχεδίου, η κυβέρνηση θα λάβει τις επόμενες μέρες προειδοποιητική επιστολή από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, διαδικασία που καταλήγει στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο και σε πρόστιμα.

Αλλά σοβαρή πολιτική για την εξοικονόμηση ενέργειας ουδέποτε υιοθετήθηκε στην Ελλάδα. Τα τιμολόγια και οι ειδικοί φόροι θα ήταν συστατικό στοιχείο μιας τέτοιας πολιτικής, οπωσδήποτε όχι το μόνο. Είναι αρκετά γνωστό ότι είμαστε υποχρεωμένοι να προσαρμόσουμε στα κατώτατα επιτρεπόμενα ευρωπαϊκά όρια την εξαιρετικά χαμηλή φορολογία βενζίνης και πετρελαίου. Πρόκειται για μέτρο που αποσκοπεί στην αποθάρρυνση της υπερβολικής I.X. μετακίνησης, που μας παροτρύνει να μονώσουμε τα σπίτια μας για να μη χάνεται η θέρμανση. Πρόσφατα μάθαμε από την Eurostat ότι έχουμε και το φθηνότερο οικιακό ρεύμα μεταξύ των 25! (7,01 ευρώ οι 100 κιλοβατώρες περιλαμβανομένων των φόρων για ένα μέσο νοικοκυριό που καίει 3.500 κιλοβατώρες τον χρόνο, έναντι μέσης τιμής 14,16 ευρώ στην E.E.) Αν το ρεύμα είναι φθηνό, πώς να μην καίνε στο φουλ όλα τα κλιματιστικά, ακόμα και στα δωμάτια που δεν είναι κανείς, ακόμα και όταν η θερμοκρασία πέφτει;

H τελευταία έρευνα οικογενειακών προϋπολογισμών έδειξε ότι τα νοικοκυριά στην Ελλάδα δίνουν από τις συνολικές τους δαπάνες το 1,58% για ηλεκτρικό ρεύμα, το 1,76% για πετρέλαιο θέρμανσης, το 3,77% για τα καύσιμα και λιπαντικά των αυτοκινήτων τους, όσα δίνουν για να φάνε κρέας (3,78%). Για τσιγάρα δίνουν το 3,3%, όταν για γαλακτοκομικά διαθέτουν το 3,15% και για λαχανικά το 1,97%! Ακόμα και οι οικογένειες με παιδιά ξοδεύουν περισσότερα για τσιγάρα παρά για φροντιστήρια.

Κάθε μεμονωμένη ανατίμηση, κάθε νέα φορολογία, πονάει αυτούς που θα την πληρώσουν. Όταν επιβάλλεται αυθαίρετα, χωρίς σχέδιο και προοπτική, δικαιολογημένα εξοργίζει. Μια σοβαρή οικονομική πολιτική ωστόσο, μεταξύ άλλων, θα άλλαζε και τη διάρθρωση της κατανάλωσης.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι