Κρίση οικονομική ή κοινωνική;

Λευτέρης Παπαγιαννάκης, Ελευθεροτυπία, 25/08/2006

Το ουσιώδες ερώτημα επανέρχεται κατά περιόδους και συσκοτίζεται εξίσου συχνά. Η σημερινή δημοσιονομική κρίση είναι αναμφισβήτητη. Κάτι το αναποτελεσματικό κράτος και τα διαπλεκόμενα, κάτι οι Ολυμπιακοί Αγώνες, οι δαπάνες ξέφυγαν και ξεπέρασαν κάθε μέτρο. Αλλά ακόμα και αν περιορίσουμε το τρέχον έλλειμμα κάτω του 3% του ΑΕΠ, πουλώντας και τα «ασημικά» και τα «μανικετόκουμπα», ένα δήθεν κρυφό αλλά «σύνηθες» έλλειμμα θα είναι πάντα εδώ. Συσσωρεύεται επί δεκαετίες, καλύπτεται από δανεισμό, συντηρεί το χρέος και τις δουλείες του, περιορίζει ασφυκτικά τη δυνατότητα της πολιτείας να ασκήσει κοινωνική και αναπτυξιακή πολιτική.

Δεν υστερούμε σε αναπτυξιακές ούτε σε κοινωνικές δαπάνες, τυπικά τουλάχιστον και σε σύγκριση με τους κοινοτικούς εταίρους μας (μόνο που στη χώρα μας οι δαπάνες αυτές χάνονται στο δρόμο και ελάχιστα ανακουφίζουν τους οικονομικά αδύναμους). Υστερούμε όμως εμφανώς σε έσοδα, γεγονός που καθιστά αναπόφευκτο, αλλά και αδιέξοδο το φαύλο κύκλο των ελλειμμάτων και του χρέους. Η εξίσωση μοιάζει δυσεπίλυτη, τουλάχιστον όσο η κορυφή του παγόβουνου (δημοσιονομική κρίση) μονοπωλεί την προσοχή μας και συσκοτίζει τους πάγιους κοινωνικούς μηχανισμούς που «παράγουν» σταθερά συνθήκες κρίσης.

Υποτίθεται ότι δεν έχουμε φοροδοτική ικανότητα γιατί είμαστε φτωχή χώρα (τα ατομικά μας εισοδήματα -μέσος όρος σε ισοδύναμη αγοραστική δύναμη- κυμαίνονται στο 75% της Ε.Ε. των 15). Στην πραγματικότητα, όμως, η σχετική «φτώχεια» μας είναι αμφισβητήσιμη. Γιατί το φαινόμενο της εκτεταμένης παραοικονομίας καθιστά ψευδή την εικόνα της επίσημης οικονομίας. Πλήθος οι μελέτες που επισημαίνουν, πολλά χρόνια τώρα, αυτή την πολύ σημαντική «ιδιαιτερότητα» της χώρας. Πλήθος τα εμπειρικά στοιχεία που την επιβεβαιώνουν.

Συστηματική απόκρυψη τζίρου και μη απόδοση αμέσων φόρων από κέρδη ή εισοδήματα. Εκτεταμένη φοροκλοπή με ποικίλους τρόπους, όπως π.χ. η μη απόδοση εργοδοτικών εισφορών (που ρυθμίζονται κάποτε με «φιλικούς» διακανονισμούς), η οικειοποίηση των ειδικών φόρων κατανάλωσης με το λαθρεμπόριο (καυσίμων, ποτών, καπνού), η «παρακράτηση» του ΦΠΑ, με τη βοήθεια εικονικών προμηθευτών ή ακόμα και με τη συνενοχή του καταναλωτικού κοινού. Αναίτια οικειοποίηση κοινωνικών δαπανών (χαριστική ένταξη σε βαρέα και ανθυγιεινά, ψευδείς αναπηρίες, πρόωρες συνταξιοδοτήσεις...). Συστηματική, αυθαίρετη και δωρεάν ανάλωση δημόσιων αγαθών (δόμηση εκτός σχεδίου, επαγγελματική χρήση πεζοδρομιών και πλατειών, ρύπανση ποταμών, λιμνών και βιότοπων)...

Συνήθως εντυπωσιάζουν οι μεγάλες υποθέσεις από το χώρο της «διαπλοκής» (των εθνικών πρωταθλητών και προμηθευτών), αλλά δεν πρόκειται μόνο περί αυτού. Αποδεικνύεται ότι στο ευγενές σπορ της παραοικονομίας, της φοροδιαφυγής και της αυθαιρεσίας ασκείται συστηματικά η πλειοψηφία σχεδόν των επιχειρήσεων και των αυτοαπασχολούμενων (πολύ λιγότερο οι μισθωτοί, σχεδόν καθόλου οι συνταξιούχοι).

Το κίνητρο είναι βεβαίως μεγάλο. Οι εμπλεκόμενοι στην παραοικονομία κερδίζουν κατ’ αρχάς από τη φοροδιαφυγή και τη φοροκλοπή ποσά μεγαλύτερα κι από τα ετήσια δημόσια ελλείμματα. Επιπλέον, έχουν την ευκαιρία να ξεπλύνουν τα αφανή κέρδη τους χρηματοδοτώντας τον κρατικό δανεισμό (κρατικά ομόλογα) και απολαμβάνοντας πρόσθετα και ενδιαφέροντα εισοδήματα χωρίς κόστος και κίνδυνο.

Αν συνεκτιμηθεί η απανταχού παραοικονομία, τότε τα ατομικά εισοδήματα στην Ελλάδα πρέπει να προσεγγίζουν το μέσο όρο της Ε.Ε. Γιατί φυσικά η παραοικονομία είναι κατ’ αρχήν οικονομία, παράγει χρήσιμα προϊόντα και υπηρεσίες, απασχολεί πολλούς εργαζομένους, δημιουργεί πολλά εισοδήματα. Κι ο πλούτος δεν κρύβεται: οι ρυθμοί με τους οποίους ανανεώνονται το οικιστικό απόθεμα της χώρας ή ο στόλος των ΙΧ αυτοκινήτων, η ταχύτητα με την οποία διαδίδονται η χρήση του κινητού τηλεφώνου, ο τζόγος, κ.λπ., αποτελούν ασφαλέστερους δείκτες της πραγματικής οικονομίας.

Κάποτε η παραοικονομία αποτέλεσε μηχανισμό άμυνας των φτωχών απέναντι στο κράτος-μπαμπούλα, αλλά και στην επιθετική πολιτική των μεγάλων επιχειρηματικών συμφερόντων. Ενδεχομένως αυτό να παραμένει ακόμα και σήμερα μέρος της αλήθειας. Ωστόσο, με την έκταση που έχει πάρει, το φαινόμενο της παραοικονομίας έχει παραλυτικές συνέπειες. Γιατί δεν λειτουργεί ως εναλλακτική πρόταση οργάνωσης της οικονομίας και της κοινωνίας, αλλά ως παράλληλος μηχανισμός, ο οποίος λειτουργεί με τους δικούς του κανόνες παραγωγής και κατανομής, αυξάνει τις κοινωνικές και οικονομικές ανισότητες, «παράγει» ελλείμματα, περιορίζει και σταδιακά διαλύει τους δημόσιους μηχανισμούς κοινωνικής αλληλεγγύης, διευκολύνει την άμυαλη πορεία προς την πλήρη ιδιωτικοποίηση της οικονομίας και της κοινωνίας.

Πρόκειται για μια ιδιότυπη «κοινωνική» ιδιωτικοποίηση μεγάλου τμήματος της οικονομίας, η οποία συμβάλλει στην εξασθένηση της αναπτυξιακής δυναμικής του συστήματος, γιατί δημιουργεί νέα στρώματα εισοδηματιών με παγιωμένη ψυχολογία προσόδου που θεμελιώνεται στην ιδιοκτησία (ακινήτων και τίτλων) ή σε «κεκτημένα δικαιώματα» και πολύ λιγότερο στην ανάληψη ευθυνών και κινδύνων, με σκοπό το μισθό ή το κέρδος, δίπολο στο οποίο στηρίχθηκε η οικονομική ανάπτυξη.

Μάθαμε να κατανοούμε τη δημοσιονομική κρίση ως αντανάκλαση της κρίσης (αλλά και της αντίστασης) του κοινωνικού και αναπτυξιακού κράτους, στο νεοφιλελεύθερο πλαίσιο του διεθνούς ανταγωνισμού. Είναι ενδιαφέρον να την κατανοήσουμε, στη χώρα μας τουλάχιστον, και ως αντανάκλαση μιας μακροχρόνιας κοινωνικής κρίσης, η οποία εκδηλώνεται με άκρως αντικοινωνικούς και αντιαναπτυξιακούς μηχανισμούς, ο έλεγχος των οποίων αποτελεί πάντα «εκ των ων ουκ άνευ» προϋπόθεση κάθε αλλαγής, εκσυγχρονισμού ή μεταρρύθμισης.

* Οικονομολόγος, καθηγητής ΕΜΠ

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι