Η απραξία ως πολιτική και ηθική ανωτερότητα

Γιώργος Γιαννουλόπουλος, Ελευθεροτυπία, 30/08/2006

Οταν οι Ισραηλινοί ισοπέδωναν τον Λίβανο και η διεθνής κοινότητα ζητούσε να σταματήσουν -έστω και προσωρινά- οι εχθροπραξίες, ο Τόνι Μπλερ, με το χαρακτηριστικό ύφος του («το ξέρω ότι το ξέρετε πως λέω ψέματα, αλλά επειδή δεν μπορείτε να το αποδείξετε, ας συνεχίσουμε αυτή την κωμωδία»), δήλωσε ότι θλίβεται για τους θανάτους των αμάχων. Θα ήταν όμως λάθος, συνέχισε, να αρκεστούμε σε ημίμετρα όπως η κατάπαυση του πυρός. Η μόνη λύση είναι να αντιμετωπίσουμε τις βαθύτερες αιτίες της κρίσης. Τα λόγια του διαβάστηκαν διαφορετικά: ο ισχυρισμός ότι θα πρέπει πρώτα να λυθεί το Μεσανατολικό για να σταματήσουν οι βομβαρδισμοί, ήταν μια άθλια πρόφαση που έδινε το πράσινο φως στους Ισραηλινούς να συνεχίσουν το θεάρεστο έργο τους.

Με μεγάλη μου έκπληξη είδα πολλούς στην Ελλάδα να τηρούν ανάλογη στάση, με την εξής διαφορά: το επίμαχο θέμα δεν ήταν η επιθετικότητα του Ισραήλ, αλλά η αποστολή της ειρηνευτικής δύναμης του ΟΗΕ στο νότιο Λίβανο. Π.χ. σύμφωνα με το γραμματέα του Συνασπισμού, Ν. Χουντή, η Ελλάδα δεν πρέπει να συμμετάσχει, όχι μόνο επειδή δεν έχει αποσαφηνιστεί ο ρόλος των κυανόκρανων, αλλά κυρίως γιατί «η παρουσία των δυνάμεων του ΟΗΕ, δυστυχώς, δεν εντάσσεται σε ένα πλαίσιο συνολικής ρύθμισης του Μεσανατολικού, δηλαδή αναγνώριση του παλαιστινιακού κράτους και απόσυρση του Ισραήλ στα προ του 1967 σύνορά του».

Ως γνωστόν, το «πρέπει» που επικαλείται ο Ν. Χουντής αποκτά εγκυρότητα μόνο ως γενικός κανόνας, ο οποίος ισχύει για τους πάντες. Και αυτό σημαίνει ότι όλες οι χώρες οφείλουν να ακολουθήσουν τη γραμμή του Συνασπισμού και να μη στείλουν στον Λίβανο στρατό μέχρις ότου το Συμβούλιο Ασφαλείας υιοθετήσει ψήφισμα που θα προβλέπει τη συνολική ρύθμιση του προβλήματος υπέρ των Παλαιστινιών. Το οποίο φυσικά θα έχει εγκριθεί και από τις ΗΠΑ. Δεν ξέρω πότε προβλέπει ο Ν. Χουντής ότι θα συμβεί κάτι τέτοιο, πάντως η Ελλάδα θα συμμετάσχει μόνο αν και όποτε λυθεί το Μεσανατολικό. Οταν, δηλαδή, η συμμετοχή της θα είναι μάλλον περιττή.

Ηάποψη αυτή μπορεί μεν να προσφέρεται για εύκολο σαρκασμό, εγείρει όμως κάποια θέματα που αξίζει να τα συζητήσουμε. Πρώτα απ’ όλα, στηρίζεται στην εξής ανομολόγητη προϋπόθεση: ότι υπό πολιτική και ηθική κρίση τίθενται μόνο οι προτάσεις που αφορούν το μέλλον. Αυτές τις περνάει από δεκαπέντε κόσκινα. (Και καλά κάνει, γιατί στο ψήφισμα του ΟΗΕ υπάρχουν όντως ασάφειες και εν δυνάμει κίνδυνοι.) Παραλείπει όμως να αντιμετωπίσει εξίσου κριτικά την κατάσταση που ισχύει σήμερα.

Διότι το θέμα είναι τι γίνεται μέχρι να λυθεί το Μεσανατολικό. Θέλω να πω ότι αν όλες οι χώρες υιοθετήσουν το δόγμα Χουντή, οι Ισραηλινοί θα παραμείνουν στο νότιο Λίβανο βομβαρδίζοντας κατ’ επιλογή και κατά βούληση, οι πρόσφυγες δεν θα μπορέσουν να ξαναφτιάξουν τη ζωή τους, η εύθραυστη κυβέρνηση του Λιβάνου θα καταρρεύσει και ίσως οδηγηθούμε σε μια γενικότερη και ανεξέλεγκτη ανάφλεξη στην περιοχή. Οσοι προτείνουν τη μη συμμετοχή, αναλαμβάνουν την πολιτική και ηθική ευθύνη για όλα αυτά;

Πάντως, για να πούμε του στραβού το δίκιο, και ο ρεαλισμός έχει τα προβλήματά του. Συχνά εκείνοι που περιορίζονται στο εφικτό ξεχνούν ότι δεν είναι δεδομένο, αλλά προκύπτει από μια δυναμική την οποία δημιουργεί η επιδίωξη του ανέφικτου. Γι’ αυτό οι ρεαλιστικές λύσεις δεν πρέπει απλώς να επικυρώνουν και να αναπαράγουν το ισχύον, αλλά να δημιουργούν νέα δεδομένα που ίσως αύριο κάνουν το ανέφικτο περισσότερο εφικτό.

Ομως ο δικός μας μαξιμαλισμός είναι διαφορετικός και οφείλεται σε άλλα αίτια. Κατ’ αρχάς είναι η παρηγοριά των πολιτικά αμελητέων, οι οποίοι απαιτούν τον ουρανό με τ’ άστρα, για να μπορέσουν μετά να κατηγορήσουν τους υπόλοιπους για ενδοτισμό.

Ετσι κι αλλιώς, οι προτάσεις τους δεν θα δοκιμαστούν ποτέ στην πράξη, άρα δεν θα έχουν συνέπειες, άρα κανείς δεν θα τους ζητήσει ευθύνες. Αυτό συνήθως συνδυάζεται με μια ισοπεδωτική ανάλυση που εκπορεύεται κατά κανόνα από τον Περισσό και καταργεί τις αποχρώσεις, βλέποντας παντού ΝΑΤΟϊκές συνωμοσίες και δακτύλους.

Υπάρχει επίσης και κάτι άλλο: μια τάση τα δύσκολα να αντιμετωπίζονται όχι ως προβλήματα προς πολιτική επίλυση, αλλά ως ευκαιρίες να επιδείξουμε την αριστεροσύνη μας. Οπως ορισμένοι δημοσιολογούντες, με τον εφηβικό λυρισμό τους, μας λένε πώς όλα αυτά τα απαίσια πράγματα αγγίζουν την αδούλωτη αλλά τόσο, μα τόσο ευαίσθητη ψυχή τους, έτσι και μερικοί «αριστεροί», απαλλαγμένοι από οποιαδήποτε ευθύνη, προπαθούν να μας πείσουν ότι δεν κάνουν σκόντο και παραμένουν στις επάλξεις. Η ανέξοδη πλειοδοσία σε αγωνιστικότητα μπορεί να θεραπεύει το ναρκισσισμό τους, αλλά είναι πολιτικά ακίνδυνη και φυσικά δεν έχει καμία σχέση με την Αριστερά.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι