Η ιδιωτικοποίηση της πρόνοιας ενισχύει... τους τυφώνες

Naomi Klein, Αναδημοσίευση από The Guardian, Η Καθημερινή, 01/09/2006

Ο Ερυθρός Σταυρός ανακοίνωσε πρόσφατα μια συμφωνία με την Wal-Mart, τον αμεριακανικό κολοσσό των σούπερ μάρκετ, με στόχο την αντιμετώπιση των καταστροφών. Οταν χτυπήσει ο επόμενος τυφώνας, θα έχουμε μια συμπαραγωγή βοήθειας από τους δύο οργανισμούς. Αυτό, φαίνεται, είναι το δίδαγμα που βγήκε από την κωμικοτραγική ανταπόκριση της αμερικανικής κυβέρνησης στον τυφώνα «Κατρίνα»: στις καταστροφές, οι επιχειρήσεις είναι πιο καλές.

«Πολύ γρήγορα, όλα θα γίνουν ιδιωτική επιχείρηση», είπε τον Απρίλιο ο Μπίλι Γουάγκνερ, επικεφαλής των υπηρεσιών επείγουσας ανάγκης στα νησιά Keys της Φλώριδας, τα οποία απειλήθηκαν πρόσφατα από τον τυφώνα «Ερνέστο». «Οι επιχειρήσεις έχουν την εμπειρία, έχουν και τους πόρους». Προτού όμως προχωρήσει αυτή η νέα εξέλιξη, είναι ίσως καιρός να δούμε από πού ξεκίνησε η ιδιωτικοποίηση της αντιμετώπισης καταστροφών και πού θα οδηγήσει αναπόφευκτα.

Το πρώτο βήμα ήταν η εγκατάλειψη από την κυβέρνηση της θεμελιακής υποχρέωσής της να προστατεύει τον πληθυσμό από τις μείζονες καταστροφές. Από τότε που ανέλαβε η κυβέρνηση Μπους, ολόκληροι τομείς κυβερνητικής δραστηριότητας, με πιο αξιοσημείωτη ανάμεσά τους το Υπουργείο Εσωτερικής Ασφάλειας, μετατράπηκαν σε πρακτορεία ανάθεσης βασικών λειτουργιών σε ιδιωτικές εταιρείες. Η φιλοσοφία είναι ότι οι επιχειρηματίες, με κίνητρο το κέρδος, είναι πάντα πιο αποτελεσματικοί (παρακαλώ, μη γελάτε υστερικά).

Είδαμε τα αποτελέσματα στη Νέα Ορλεάνη πριν από ένα χρόνο: η Ουάσιγκτον αποδείχθηκε απελπιστικά αδύναμη και ανίκανη, εν μέρει γιατί οι ειδικοί αντιμετώπισης κρίσεων είχαν «μεταναστεύσει» στον ιδιωτικό τομέα, ενώ η τεχνολογία και οι υποδομές των δημόσιων υπηρεσιών είχαν σαφώς απαρχαιωθεί. Συγκριτικά, τουλάχιστον, ο ιδιωτικός τομέας φάνταζε σύγχρονος και δυναμικός.

Ομως, η σελήνη του μέλιτος δεν κράτησε πολύ. «Πού πήγαν όλα τα χρήματα;», ρωτούν απελπισμένοι άνθρωποι από τη Βαγδάτη ώς τη Νέα Ορλεάνη και από την Καμπούλ ώς τη Σρι Λάνκα. Ενα μέρος όπου πήγαν πολλά από αυτά τα χρήματα είναι οι μεγάλες κεφαλαιακές δαπάνες των ιδιωτών εργοληπτών. Υπό δημόσια εποπτεία ως επί το πλείστον, δισεκατομμύρια δολάρια των φορολογούμενων ξοδεύτηκαν στην κατασκευή υποδομών για την «ιδιωτικοποιημένη» αντιμετώπιση καταστροφών. Παραδείγματα: τα καινούργια γραφεία της Shaw Group σε κτίριο υψηλής αισθητικής στο Μπατόν Ρουζ της Νέας Ορλεάνης· οι μηχανοκίνητες ταξιαρχίες χωματουργικών εργασιών της Bechtel· οι εγκαταστάσεις των 24.000 στρεμμάτων της Blackwater USA στη Βόρεια Καρολίνα (που περιλαμβάνουν παραστρατιωτικό στρατόπεδο εκπαίδευσης και διάδρομο προσγείωσης δύο χιλιομέτρων).

Εχω αποκαλέσει το νέο αυτό φαινόμενο «καπιταλισμό της καταστροφής». Οτιδήποτε χρειαστείς σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης, οι εργολάβοι μπορούν να στο προμηθεύσουν: γεννήτριες, δεξαμενές νερού, κρεβάτια εκστρατείας, λυόμενα σπίτια, συστήματα επικοινωνίας, ελικόπτερα, ιατρικά είδη, ένοπλους άνδρες.

Αυτό το «κράτος εν κράτει» έχει οικοδομηθεί αποκλειστικά με χρήματα από κρατικά συμβόλαια, που περιλαμβάνουν και την εκπαίδευση του προσωπικού (που στη συντριπτική του πλειονότητα είναι πρώην δημόσιοι υπάλληλοι, πολιτευόμενοι και στρατιωτικοί). Κι όμως, όλα βρίσκονται στην κατοχή ιδιωτών· οι φορολογούμενοι δεν έχουν απολύτως κανέναν έλεγχο ή δικαίωμα να απαιτήσουν έλεγχο. Προς το παρόν, το σύστημα αυτό δεν έχει καταρρεύσει γιατί ενόσω οι λογαριασμοί των ιδιωτικών εταιρειών πληρώνονται από τα κρατικά ταμεία, οι ίδιες προμηθεύουν τις υπηρεσίες τους στο κοινό δωρεάν.

Εδώ, όμως, είναι ο κόμπος: η αμερικανική κυβέρνηση έχει φθάσει στα όρια της χρεοκοπίας, εν μέρει εξαιτίας αυτού του παρανοϊκού είδους δαπανών. Το εθνικό χρέος είναι 8 τρισεκατομμύρια δολάρια· το ομοσπονδιακό έλλειμμα είναι τουλάχιστον 260 δισεκατομμύρια. Αυτό σημαίνει ότι αργά ή γρήγορα, και μάλλον γρήγορα, τα συμβόλαια δεν θα μπορούν να πληρωθούν. Ανθρωποι με γνώση των πραγμάτων από τα μέσα, αποκαλούν την κατάσταση αυτή «σαπουνόφουσκα της εσωτερικής ασφάλειας».

Οταν η φούσκα σκάσει, εταιρείες σαν την Bechtel, την Fluor και την Blackwater θα χάσουν τη κύρια πηγή εσόδων τους. Θα εξακολουθήσουν να έχουν όλο τον υψηλής τεχνολογίας μηχανισμό τους που τους δίνει τη δυνατότητα να ανταποκρίνονται σε καταστροφές (ενώ οι κυβερνητικές υπηρεσίες θα έχουν αφήσει τον δικό τους να φθείρεται και να χάνεται) – τώρα όμως θα «νοικιάζουν» αυτό το πολύτιμο δυναμικό που χτίστηκε με λεφτά των φορολογουμένων σε όποια τιμή θέλουν.

Να μια μικρή πρόβλεψη για το τι μπορεί να μας περιμένει στο όχι και πολύ μακρινό μέλλον: ελικόπτερο κατεβαίνει σε ταράτσες σπιτιών πλημμυρισμένης περιοχής χρεώνοντας 5.000 δολάρια τη «στάση» (7.000 για οικογένειες, μαζί με τα κατοικίδια)· προσφέρεται επίσης εμφιαλωμένο νερό και «έτοιμο γεύμα» με 50 δολάρια το κεφάλι, και ένα ράντζο σε καταφύγιο με λυόμενο ντους (δείξε μας την ταυτότητά σου με τα βιομετρικά στοιχεία, και θα σε βρούμε αργότερα για να πληρώσεις).

Ενα αποτυχημένο μοντέλο

Το μοντέλο, βέβαια, είναι το αμερικανικό σύστημα Υγείας, στο οποίο οι πλούσιοι έχουν πρόσβαση σε υψηλού επιπέδου περίθαλψη με ξενοδοχειακές υπηρεσίες πέντε αστέρων, ενώ 46 εκατομμύρια Αμερικανοί δεν έχουν καμιά υγειονομική ασφάλιση. Ως ανταπόκριση σε επείγουσες ανάγκες, το πρότυπο αυτό έχει δείξει ήδη την αποτελεσματικότητα του στην παγκόσμια πανδημία του έιτζ: ο δυναμισμός του ιδιωτικού τομέα βοήθησε να αναπτυχθούν σωτήρια φάρμακα (με γερή κρατική επιδότηση), κι έπειτα όρισε τιμές τόσο υψηλές που η μεγάλη πλειονότητα των αρρώστων στον κόσμο να μην μπορούν να έχουν φαρμακευτική περίθαλψη.

Εάν αυτά είναι τα επιτεύγματα του κόσμου των εταιρειών σε καταστροφές που εξελίσονται αργά, γιατί θα πρέπει να περιμένουμε να κυριαρχήσουν διαφορετικές αξίες στις «ξαφνικές» καταστροφές, όπως οι τυφώνες και οι τρομοκρατικές επιθέσεις; Αξίζει να θυμηθούμε ότι καθώς οι ισραηλινές βόμβες σφυροκοπούσαν τον Λίβανο πριν από λίγο καιρό, η αμερικανική κυβέρνηση προσπάθησε αρχικά να χρεώσει στους πολίτες της το κόστος της αναγκαστικής φυγής τους από τη Βηρυτό. Και, βέβαια, όποιος δεν είχε δυτικό διαβατήριο στο Λίβανο, δεν είχε καμιά ελπίδα να φύγει για να σωθεί.

Πριν από ένα χρόνο, οι φτωχοί κάτοικοι της Νέας Ορλεάνης περίμεναν σκαρφαλωμένοι στις στέγες των σπιτιών τους για βοήθεια που ποτέ δεν ήρθε, ενώ εκείνοι που μπορούσαν να πληρώσουν για τη διαφυγή τους δραπέτευσαν εύκολα προς τη σωτηρία. Οι πολιτικοί ηγέτες της χώρας ισχυρίζονται ότι αυτό οφειλόταν σε κάποιο φριχτό λάθος, μια κατάρρευση στο πεδίο των επικοινωνιών η οποία τώρα διορθώνεται. Η λύση που προτείνουν είναι να προχωρήσουμε ακόμα πιο μακριά στον καταστροφικό δρόμο των «ιδιωτικών λύσεων».

Αν δεν απαιτηθεί ριζική αλλαγή πορείας, η Νέα Ορλεάνη θα αποδειχθεί ότι ήταν πρόγευση από ένα ζοφερό μέλλον, ένα «απαρτχάιντ της συμφοράς» όπου οι πλούσιοι θα σώζονται και όλοι οι άλλοι θα αφήνονται στην τύχη τους.

*Η Ναόμι Κλάιν, συγγραφέας του βιβλίου No Logo, ετοιμάζει ένα δοκίμιο για τον «καπιταλισμό της καταστροφής». Αυτές τις μέρες προβάλλεται στους ελληνικούς κινηματογράφους το ντοκιμαντέρ της «Η κατάληψη», που γυρίστηκε στην Αργεντινή.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι