Η Συντήρηση των μεσοστρωμάτων

Γιατί οι πολίτες δεν αντιδρούν στη θλιβερή εικόνα του πολιτικού - κομματικού συστήματος;

Γιάννης Βούλγαρης, Τα Νέα, 02/09/2006

Η ΘΛΙΒΕΡΗ ΕΙΚΟΝΑ ΠΟΥ ΠΑΡΟΥΣΙΑΖΕΙ ΤΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ - ΚΟΜΜΑΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΚΑΘΙΣΤΑ ΕΥΛΟΓΗ ΤΗΝ ΕΡΩΤΗΣΗ: ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΑΝΤΙΔΡΑ Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ; ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΕΚΔΗΛΩΝΕΤΑΙ ΕΝΤΟΝΟΤΕΡΗ ΒΟΥΛΗΣΗ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΕΩΝ;

Η κυνική απάντηση είναι ότι κάθε κοινωνία έχει την πολιτική και τα ΜΜΕ που της αξίζουν. Το πρόβλημα με την απάντηση δεν είναι ο κυνισμός της, αλλά η ταυτολογία της. Γιατί η ελληνική κοινωνία έφτασε σήμερα να έχει τόσο χαμηλές απαιτήσεις και προσδοκίες από τις πολιτικές εκφράσεις της; Μια συνηθισμένη άποψη είναι ότι η σύγχρονη κοινωνία δεν χρειάζεται τόσο την πολιτική και τα κόμματα γιατί τα καταφέρνει από μόνη της. Η αγορά και η «κοινωνία των πολιτών» εξασφαλίζουν, υποτίθεται, την αυτοοργάνωση και την αυτοέκφραση της κοινωνίας. Η άποψη αυτή υποτιμά τον σημαντικό ρόλο που χρειάζεται να παίξουν το κράτος και η πολιτική, προκειμένου χώρες όπως η Ελλάδα να μπορέσουν να παρακολουθήσουν τους διεθνείς μετασχηματισμούς.

Μια άλλη απάντηση είναι ότι η κοινωνία δεν αντιδρά γιατί δεν υπάρχουν μείζονα διλήμματα και μείζονες εναλλακτικές λύσεις. Παρά την προφανή αλήθεια της, ούτε αυτή η απάντηση εξαντλεί το θέμα. Δεν χρειάζονται πάντα μείζονα διλήμματα ή οι «συνολικές» εναλλακτικές λύσεις προκειμένου να εκδηλωθούν εξυγιαντικές κοινωνικές ωθήσεις και βελτιωτικά πολιτικά άλματα. Το απέδειξε η ελληνική κοινωνία στα μέσα της δεκαετίας του ’90, όταν εν μέσω μιας χειρότερης πολιτικής κρίσης, έδωσε στον Κ. Σημίτη μια «διευρυμένη εντολή» αναπροσανατολισμού της χώρας. Και οπωσδήποτε, δεν χρειάζονται μείζονα διλήμματα προκειμένου η κοινή γνώμη να στείλει σπίτι τους άχρηστους υπουργούς, απαράδεκτους κομματικούς παράγοντες, ή ανερμάτιστους δημάρχους και υποψηφίους.

Η άνοδος

Το ερώτημα λοιπόν παραμένει. Οι αιτίες ενός σύνθετου προβλήματος είναι προφανώς εξίσου σύνθετες. Θέλω να απομονώσω μία, για την οποία ξέρουμε λίγα πράγματα. Αναφέρομαι, διαισθητικά σχεδόν, στις αντιφατικές δυναμικές στις οποίες υπόκεινται τα εξαιρετικά εκτεταμένα μεσαία και μικρομεσαία στρώματα στη σημερινή Ελλάδα. Τα στρώματα αυτά πέτυχαν μια συνεχή και χρονικά συμπυκνωμένη κοινωνική άνοδο από τη δεκαετία του ’60 και ύστερα. Η άνοδός τους πραγματοποιήθηκε παράλληλα με τον μετασχηματισμό της Ελλάδας σε μια «εξαστισμένη» κοινωνία, όπου οι ανάγκες, οι συνήθειες και ο τρόπος ζωής, καθορίζονται πλέον από τον πολιτισμό των μεγαλουπόλεων, και μάλιστα της Δύσης παρά της Ελλάδας. Η οικονομική - παραγωγική δομή που προσέφερε τις ευκαιρίες ανόδου διαμορφώθηκε κυρίως από τις υπηρεσίες και το κύκλωμα γη - οικοδομή, αφού η εκβιομηχάνιση υπήρξε περιορισμένη. Η απασχόληση στις κοινωνικές υπηρεσίες (της εκπαίδευσης, της υγείας, των επικοινωνιών, των μεταφορών), στη δημόσια διοίκηση, στον χρηματοπιστωτικό κλάδο, στον μικροεπιχειρηματικό τουρισμό αποτέλεσε τον μοχλό της κοινωνικής ανόδου. Η οικονομική ανάπτυξη είχε ως κεντρικό «παίκτη» το κράτος. Όχι μόνο με τη στενή έννοια του κράτους - επιχειρηματία και του κράτους - εργοδότη, αλλά του κράτους - εγγυητή της κοινωνικής ενσωμάτωσης, της διάχυσης των πλεονεκτημάτων του εκσυγχρονισμού προς τους «κάτω». Ο κεντρικός ρόλος του κράτους συγκεκριμενοποιήθηκε σε ένα πυκνό πλέγμα επικάλυψης δημόσιων - ιδιωτικών λειτουργιών και ρόλων. Οι συμπεριφορές, οι προσδοκίες, οι διεκδικήσεις των ανερχόμενων στρωμάτων διαπλάστηκαν εν όψει αυτού του ρόλου του κράτους και στο πεδίο των συγκεκριμένων διασυνδέσεων δημόσιου - ιδιωτικού. Το ίδιο και οι μορφές οργάνωσής τους: ο κρατικός ή κοινωνικός κορπορατισμός στον δημόσιο τομέα και τις κοινωνικές υπηρεσίες, η ισχυρή εκπροσώπηση των ελεύθερων επαγγελματιών, η ενδυνάμωση της «τοπικότητας» μέσω της αυτοδιοικητικής και συνεταιριστικής οργάνωσης στις δεκαετές ’80 και ’90. Χάρη στην ισχυροποίησή τους τα στρώματα αυτά πέτυχαν ένα σημαντικό για τα ελληνικά δεδομένα επίπεδο εγγυήσεων και προστασίας. Τέλος, η εθνική - δημοκρατική ιδεολογία που ηγεμόνευσε ουσιαστικά από τη δεκαετία του ’60 καθιστώντας πλειοψηφία την Κεντροαριστερά, αποτέλεσε την κυρίαρχη αυτοσυνείδησή τους. Με διπλή όψη. Εξέφρασε την προοδευτική ριζοσπαστικοποίησή τους και ταυτόχρονα παρέσχε ιδεολογική νομιμοποίηση στους τρόπους της κοινωνικής τους ανέλιξης. Οι εκάστοτε ιστορικές συγκυρίες καθόρισαν τη δοσολογία της αυθεντικότητας και της υποκρισίας, της προόδου και του εκχυδαϊσμού, της λαϊκότητας και του λαϊκισμού, που η διπλή ιδεολογική λειτουργία περιέκλειε.

Η στάση

Από τα μέσα της δεκαετίας του ’80, κυρίως όμως στα τελευταία χρόνια, όλοι οι όροι αυτού του φαινομένου αρχίζουν να εξαντλούνται. Η χώρα βεβαίως προοδεύει, οι βιοτικές συνθήκες βελτιώνονται, όμως το φαινόμενο της μαζικής κοινωνικής ανόδου και της αυξημένης οικονομικο-κοινωνικής εξασφάλισης αρχίζει να στομώνει. Αντιθέτως, γενικεύεται η ανασφάλεια των μεσαίων και μικρομεσαίων στρωμάτων της «εξαστισμένης» πλέον κοινωνίας. Παραδοσιακοί μηχανισμοί κοινωνικής ανόδου, με πρώτη την εκπαίδευση, έχουν μπλοκάρει. Το οικονομικό κόστος της απλής αναπαραγωγής του κοινωνικού status των προσφάτως ανελθόντων στρωμάτων γίνεται δυσβάσταχτο. Εξάλλου, το νέο μοντέλο της υπερεθνικής φιλελεύθερης καπιταλιστικής ανάπτυξης υποβαθμίζει τον ρόλο του κράτους. Όχι μόνο τον οικονομικό ή τον εργοδοτικό, αλλά και τον πολιτικό - ιδεολογικό. Το γεγονός αυτό έχει «αποδιοργανώσει» τις προσδοκίες, τις στοχοθετήσεις και τις συμπεριφορές των μεσαίων και μικρομεσαίων στρωμάτων, στο μέτρο τουλάχιστον που το κράτος αποτελούσε ενοποιητικό σημείο αναφοράς και «συνομιλητή». Ακόμα χειρότερα, πολλές από τις καθιερωμένες διασυνδέσεις δημόσιου - ιδιωτικού όχι μόνο δεν λειτουργούν πια, αλλά έχουν γίνει ανασταλτικοί παράγοντες τόσο από την άποψη της παραγωγικότητας όσο και της κοινωνικής ενσωμάτωσης. Στην εποχή του ευρώ αυτό το έλλειμμα ανταγωνιστικότητας καθίσταται αυτομάτως ορατό και μετρήσιμο. Παράδειγμα, η περίπτωση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.

Στις συνθήκες της περιορισμένης κοινωνικής ανόδου και της γενικευμένης ανασφάλειας, οι δυναμικές που αναπτύσσονται στα μεσαία και μικρομεσαία στρώματα διαφοροποιούνται και αποκλίνουν. Ανέρχονται (ή εκτοξεύονται) τα τμήματα που κινούνται επιτυχώς στο επίπεδο της διεθνοποιούμενης αγοράς και των ανώτερων υπηρεσιών, υποβαθμίζονται όσα έχουν δέσει την τύχη τους με το Δημόσιο και την τιμιότητα ταυτόχρονα, ενώ στο ενδιάμεσο συνωθούνται με διαφορετικά αποτελέσματα τα υπόλοιπα τμήματα. Αντιστοίχως διαφοροποιημένες και αποκλίνουσες είναι οι ιδεολογικές τάσεις των στρωμάτων αυτών. Μπορούμε να διακρίνουμε τον αυθόρμητο και δυναμικό φιλελευθερισμό / νεοφιλελευθερισμό των «επιχειρηματικών» μεσαίων στρωμάτων. Ή τον προοδευτικό πρωταγωνισμό «μορφωμένων» μεσαίων στρωμάτων στο πλαίσιο της δημόσιας σφαίρας / κοινωνίας πολιτών. Πιστεύω ότι το κλίμα όμως διαμορφώνεται από τις υλικές και ιδεολογικές αντιφάσεις που εκδηλώνονται κατά την αναπαραγωγή του μεγάλου όγκου των μεσαίων και μικρομεσαίων στρωμάτων στο πεδίο των διασυνδέσεων δημόσιου - ιδιωτικού. Όσων δηλαδή ζουν είτε ως ιδιώτες είτε ως δημόσιοι υπάλληλοι, από την οικονομία και την «παραοικονομία» που εκεί αναπτύσσεται. Αυτοί ενσαρκώνουν τις αντιφάσεις του υπάρχοντος συστήματος στην παρούσα φάση: κερδίζουν ως εργαζόμενοι και χάνουν ως πολίτες. Και αντιστρόφως. Αναπαράγονται τρώγοντας από τις σάρκες τους: κερδίζουν από τη μια «καταναλώνοντας» δημόσια αγαθά, «ιδιωτικοποιώντας» ατύπως δημόσιες υπηρεσίες και χάνουν από την άλλη ως χρήστες. Η προχωρημένη «εν τοις πράγμασι» ιδιωτικοποίηση της δημόσιας εκπαίδευση, με το συνεχώς αυξανόμενο κόστος για τις οικογένειες, είναι και πάλι το κλασικό παράδειγμα.

Μεταμοντέρνα συντήρηση

Η ιδεολογική συνισταμένη που παράγει η ανασφάλεια, η κοινωνική υποβάθμιση ή η ανωτέρω σχιζοφρενική αναπαραγωγή των μεσαίων και μικρομεσαίων στρωμάτων είναι ένα κλίμα συντηρητισμού, όχι τόσο με την έννοια της ιστορικής Δεξιάς, όσο την κυριολεκτική: της συντήρησης του υπάρχοντος, της στασιμότητας στο παρόν ασταθές σημείο. Γι’ αυτό τον λόγο άλλωστε το ιδεολογικό κλίμα περιθωριακά μόνο ευνόησε τον επιθετικό συντηρητισμό τύπου Χριστόδουλου ή Καρατζαφέρη. Ο σταυρός που κοσμεί συνήθως το αβυσσαλέο ντεκολτέ των διαφόρων τηλεπαρουσιαστριών εικονογραφεί το είδος του μεταμοντέρνου αυτού συντηρητισμού.

Εξίσου όμως το κλίμα αυτό δεν ευνοεί ένα εξυγιαντικό σοκ της πολιτικής αντιπροσώπευσης. Και κυρίως δεν παράγει εύκολα μια δυναμική μεταρρυθμίσεων που θα υπερβεί τη στασιμότητα και τη συντήρηση.

Επ’ αυτών όμως θα επανέλθουμε.

Ο Γιάννης Βούλγαρης διδάσκει στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι