Συντάξεις μοιράζει άνισα ο κοινωνικός προϋπολογισμός

Ελίζα Παπαδάκη, Κυριακάτικη Αυγή, 03/09/2006

Με ικανοποίηση παρουσίασε την Τρίτη ο υπουργός Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας Σάββας Τσιτουρίδης τον κοινωνικό προϋπολογισμό για το τρέχον έτος: Οι δαπάνες για την κοινωνική προστασία αυξάνονται φέτος κατά 8,96%, υπογράμμισε, φθάνοντας τα 39,65 δισεκατομμύρια ευρώ (από 36,4 δισ. το 2005). Αν και με πολλές ελλείψεις και κενά στα στοιχεία που καταγράφει, ωστόσο και ο νέος κοινωνικός προϋπολογισμός αναδεικνύει τη συντήρηση, μερικές φορές και την όξυνση των μεγάλων ανισοτήτων μέσα από τους μηχανισμούς των δημοσίων παροχών, αντί, όπως θα όφειλε, να τείνει προς την εξάλειψή τους.

Κατ’ αρχάς, σε μια χώρα όπου το 20% του πληθυσμού ζει κάτω από το όριο της φτώχειας (δηλαδή κάτω από το 60% του διαμέσου εισοδήματος), μάλιστα το 5,5% του πληθυσμού, πάνω από μισό εκατομμύριο άνθρωποι, σε συνθήκες ακραίας φτώχειας, καθώς αδυνατούν με το εισόδημά τους να καλύψουν τις πιο στοιχειώδεις ανάγκες, οι παροχές πρόνοιας προβλέπεται φέτος να αυξηθούν μόλις κατά 4,4%, ελάχιστα ξεπερνώντας τον πληθωρισμό, για να φθάσουν τα 4,01 δισ. ευρώ. Το μερίδιο των παροχών πρόνοιας στις συνολικές δαπάνες για την κοινωνική προστασία πέφτει έτσι στο 10,23% από 10,68% που ήταν το 2005.

Ειδικότερα, τα οικογενειακά επιδόματα που χορηγεί ο ΟΑΕΔ μένουν καθηλωμένα στα 120 μόλις εκατομμύρια ευρώ που είχαν δοθεί πέρυσι, από τα οποία μάλιστα, όπως αναφέρεται, φέτος θα χρηματοδοτηθεί με 4 εκατομμύρια το νέο μέτρο για το τρίτο παιδί. Πρόκειται κυριολεκτικά για "ψίχουλα", αν αντιπαραβληθούν με το τετραπλάσιο ποσό των 485 εκατομμυρίων ευρώ για τα οικογενειακά επιδόματα των ολιγότερων αριθμητικά δημοσίων υπαλλήλων, όπως καταγράφονται παράλληλα στην ευρωπαϊκή κατάταξη (σύστημα ESSPROS) στο τέλος του τόμου του κοινωνικού προϋπολογισμού.

Πληρέστερη εικόνα θα είχαμε αν γνωρίζαμε και το ύψος των οικογενειακών επιδομάτων που καταβάλλονται μέσω συλλογικών συμβάσεων εργασίας (δεν αναφέρονται, αφού παρέχονται από ιδιώτες εργοδότες), αλλά και πάλι θα αφορούσαν ένα τμήμα μόνο του πληθυσμού. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πολιτική ενιαίας και ισότιμης στήριξης των οικογενειών με παιδιά είναι άγνωστη στη χώρα μας. Πενιχρά καλύπτονται οι γονείς που έχουν τη μεγαλύτερη ανάγκη, δεν είναι δημόσιοι υπάλληλοι ούτε μισθωτοί με καλές συλλογικές συμβάσεις.

Με επίσημα καταμετρημένους ανέργους γύρω στο μισό εκατομμύριο (σε 473.100, στο 9,7% του εργατικού δυναμικού τους, υπολόγιζε το πρώτο τρίμηνο φέτος η Στατιστική Υπηρεσία), ο ΟΑΕΔ προβλέπεται να διαθέσει φέτος για παροχές ανεργίας 825,1 εκατομμύρια ευρώ, μόλις 0,96% περισσότερα από πέρυσι. Ακόμα και αν δεχθούμε μια μείωση της ανεργίας της τάξης του 5,8%, όπως καταγράφεται στατιστικά το πρώτο τρίμηνο φέτος, μια τόσο μικρή αύξηση διατηρεί τις παροχές για την ανεργία εξαιρετικά χαμηλά. Αν τις μοιράζονταν όλοι οι άνεργοι, θα έπαιρναν μόλις 1.744 ευρώ ο καθένας (ετήσιο ποσό) και, αν τις μοιράζονταν μόνον οι 254.000 που είναι άνεργοι πάνω από δώδεκα μήνες (οι οποίοι δεν δικαιούνται επίδομα ανεργίας, ενώ αυτοί το χρειάζονται περισσότερο), θα έπαιρναν βία 2.095 ευρώ για να ζήσουν έναν ολόκληρο χρόνο, 150 ευρώ τον μήνα.

Για την καταπολέμηση του κοινωνικού αποκλεισμού, απότοκου της ανεργίας και της φτώχειας, δεν διατίθενται παρά 10,4 εκατομμύρια ευρώ, σύμφωνα με την κατάταξη ESSPROS, 4,2 εκτομμύρια από τον κεντρικό προϋπολογισμό 6,2 εκατομμύρια από τους ΟΤΑ. Ο καθένας μπορεί να πεισθεί με μια μικρή βόλτα στο κέντρο της Αθήνας για την έκταση αυτού του οδυνηρού φαινομένου που κανείς δεν μετράει. Με ένα κονδύλι που αντιπροσωπεύει το 0,0002% των δαπανών κοινωνικής προστασίας, ο κοινωνικός προϋπολογισμός αποδεικνύει ότι δεν υφίστανται ούτε πολιτική ούτε προγράμματα για την αντιμετώπισή του.

Συντάξεις το 69,5% των δαπανών για κοινωνική προστασία, με κρατική επιχορήγηση που κυμαίνεται από 300 μέχρι 11.800 ευρώ ανά ασφαλισμένο!

Διαθέτοντας εντελώς ανεπαρκή κονδύλια για τη στήριξη των οικογενειών, των ανέργων, των φτωχών, ο κοινωνικός προϋπολογισμός συγκεντρώνει τον κύριο όγκο των δαπανών στις συντάξεις (69,5%) και ακολουθούν οι παροχές ασθένειας (21%). Μελετητές της ελληνικής κοινωνικής πολιτικής έχουν επισημάνει από χρόνια ότι μέσω των συντάξεων επιχειρείται να αντιμετωπιστούν η φτώχεια και άλλες κοινωνικές ανάγκες, πρακτική που βλέπουμε να συνεχίζεται αδιάλειπτα όταν η πρόωρη συνταξιοδότηση είναι η απάντηση της πολιτείας στα εργοστάσια που κλείνουν, ακόμα και στις αναδιαρθρώσεις στιβαρών επιχειρήσεων, του ΟΤΕ ή κερδοφόρων τραπεζών.

Αλλά η πρακτική αυτή παράγει σοβαρές κοινωνικές στρεβλώσεις, αφού με όλες τις διορθώσεις που μεσολάβησαν εξακολουθεί π.χ. να προκρίνεται η πρόωρη συνταξιοδότηση από την ενίσχυση της μητρότητας την περίοδο που τα παιδιά είναι μικρά. Έχει δυσμενή αντίκτυπο στην απασχόληση, στην οικονομία γενικότερα, εν τέλει και στα ίδια τα οικονομικά της κοινωνικής ασφάλισης, καθώς δεν δημιουργεί κίνητρα για να καταβάλλονται εισφορές για επαρκή χρόνο, ανακυκλώνοντας τις "συντάξεις πείνας". Γι’ αυτό θα απαιτούνταν μια εκ βάθρων αναθεώρηση της κατανομής των κοινωνικών δαπανών, η οποία μέχρι σήμερα έχει φανεί εξαιρετικά δύσκολο να συζητηθεί στην Ελλάδα.

Οι συνολικές δαπάνες για τις συντάξεις θα φθάσουν φέτος τα 24,5 δισ. ευρώ και είναι αυξημένες κατά 8,2% σε σύγκριση με το 2005. Παρά την αύξηση των δαπανών για το ΕΚΑΣ, το επίδομα κοινωνικής αλληλεγγύης για τους χαμηλοσυνταξιούχους, κατά 14,9% σε 740 εκατομμύρια φέτος (στο 3% του συνόλου των δαπανών για συντάξεις), τα στοιχεία του κοινωνικού προϋπολογισμού δείχνουν ότι οι συνολικές δαπάνες κατανέμονται με τρόπο που αναπαράγει και εντείνει τις εισοδηματικές ανισότητες μεταξύ των συνταξιούχων.

Ο μηχανισμός της έντασης των ανισοτήτων στηρίζεται στα διαφορετικά συστήματα εισφορών που λειτουργούν στα διάφορα ταμεία και κυρίως στη διαφοροποιημένη κρατική εισφορά ή τους λεγόμενους "κοινωνικούς πόρους", τους οποίους απέσπασαν κάποια ιστορική στιγμή επαγγελματικοί κλάδοι και ακόμα διατηρούνται, ή και νέους που δημιουργούνται για να «περάσουν», να γίνουν αποδεκτές επιχειρηματικές αναδιαρθρώσεις. Από το δαιδαλώδες τοπίο των εβδομήντα και πλέον φορέων κύριας, επικουρικής ασφάλισης και άλλων μορφών που καταγράφονται στον κοινωνικό προϋπολογισμό, απομονώνουμε τις τρεις μεγάλες κατηγορίες, καθώς και, ενδεικτικά, δύο ευνοημένες κατηγορίες:

- Οι 948.000 συνταξιούχοι του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ λαμβάνουν φέτος μέση μηνιαία κύρια σύνταξη 530 ευρώ (όπου περιλαμβάνεται και το ΕΚΑΣ). Από αυτούς 553.000 λαμβάνουν και μέση επικουρική (ΕΤΕΑΜ) άλλα 158 ευρώ. Οι ασφαλιστικές εισφορές για σύνταξη είναι υψηλές (9,67% επί του μισθού κύρια συν επικουρική ο ασφαλισμένος, 16,33% ο εργοδότης), αλλά η μέση σύνταξη αντιστοιχεί στα αρκετά λιγότερα από 35 έτη καταβεβλημένων εισφορών. Η αναλογία της κρατικής εισφοράς είναι 1.135,8 ευρώ ανά ασφαλισμένο (επί 1.995.000 ασφαλισμένων).

- Οι 862.500 συνταξιούχοι του ΟΓΑ λαμβάνουν μέση υποχρεωτική συν κύρια σύνταξη 300 ευρώ. Εδώ η κρατική εισφορά είναι υψηλότερη, 4.161 ευρώ, για να αντισταθμίσει τη μακροχρόνια αδυναμία των αγροτών να καταβάλουν ασφαλιστικές εισφορές (σήμερα πληρώνουν ένα 7% της κατηγορίας τους).

- Από τους συνταξιούχους του Οργανισμού Ασφάλισης Ελευθέρων Επαγγελματιών, οι 198.000 επαγγελματοβιοτέχνες (ΤΕΒΕ) λαμβάνουν μέση σύνταξη 585 ευρώ, οι 39.850 έμποροι (ΤΑΕ) 619 ευρώ, οι 52.856 αυτοκινητιστές (ΤΣΑ) 442 ευρώ. Οι εισφορές τους κυμαίνονται από 45 μέχρι 429 ευρώ τον μήνα οι πρώτοι, από 122 μέχρι 312 ευρώ οι δεύτεροι, από 122 μέχρι 221 ευρώ οι τρίτοι. Η κρατική εισφορά για τους δύο πρώτους κλάδους είναι σχετικά χαμηλή, 405, 2 και 296,5 ευρώ ανά ασφαλισμένο, αλλά σημαντικά υψηλότερη για τους αυτοκινητιστές, 1.689,2 ευρώ ανά ασφαλισμένο.

Στην άλλη άκρη του φάσματος

- 45.000 συνταξιούχοι του ΟΤΕ λαμβάνουν φέτος μέση μηνιαία κύρια σύνταξη 1.557,5 ευρώ. Από αυτούς 22.570 λαμβάνουν και μέση επικουρική 255 ευρώ. Οι εισφορές τους για σύνταξη είναι 14% επί του μισθού τους οι εργαζόμενοι και 27% ο εργοδότης. Και το κράτος πληρώνει 9.104,55 ευρώ ανά ασφαλισμένο επί 38.662 ασφαλισμένων για "κάλυψη παροχών σύνταξης από κρατικό προϋπολογισμό", όπως αναφέρεται.

- 28.754 συνταξιούχοι της ΔΕΗ λαμβάνουν μέση κύρια σύνταξη 1.739,4 ευρώ. Όλοι σχεδόν, 25.656, λαμβάνουν και επικουρική άλλα 339 ευρώ. Πληρώνουν εισφορές 15,5% επί του μισθού τους οι εργαζόμενοι και 26,5% ο εργοδότης. Και το κράτος πληρώνει "ως αντιπαροχή έναντι της ενσωματωμένης στη ΔΕΗ Α.Ε. περιουσίας του ΟΑΠ-ΔΕΗ" 11.829 ευρώ ανά ασφαλισμένο επί των 28.610 ασφαλισμένων της ΔΕΗ.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι