Η αξιοπιστία του αποκλεισμού από τα ΑΕΙ

Η συζήτηση για τη βάση «10»

Νίκος Παρασκευόπουλος, Ελευθεροτυπία, 06/09/2006

Η «αξιολόγηση» αποτελεί ένα από τα φετίχ της εποχής. Αφηρημένα παραπέμπει σε μια διαδικασία αυτονόητης σημασίας, τόσο για τον ιδιωτικό όσο και για τον δημόσιο χώρο, στην αξιοκρατία και στην παραγωγικότητα· γι αυτό, η όποια υποστήριξή της είναι απλή υπόθεση. Η συγκεκριμένη εμφάνισή της, ωστόσο, ως διαδικασίας-εργαλείου της νέας οικονομικής τάξης, διαφέρει από τις θεωρητικές κατασκευές. Η αγορά προωθεί διαρκώς έναν συγκεκριμένο τύπο αξιολόγησης, που προτάσσει πάντοτε την οικονομική αποτελεσματικότητα. Είτε πρόκειται για αξιολόγηση επιχειρήσεων είτε για βαθμολόγηση προνοιακών ή εκπαιδευτικών δραστηριοτήτων, τα κριτήρια-αξίες αποβλέπουν βασικά σε οικονομικά προϊόντα, αγνοώντας άλλες κοινωνικοπολιτικές ανάγκες (δημοκρατικές δομές, πτυχές κράτους δικαίου, ισότητα κ.λπ.).

Η θέσπιση της βάσης «δέκα» για την εισαγωγή στα ΑΕΙ και στα ΤΕΙ κατ αρχάς δεν αποκλίνει από το παραπάνω μοντέλο: ως άμεσο και βέβαιο αποτέλεσμά της ανακύπτει η εξυπηρέτηση ιδιωτικών εκπαιδευτικών επιχειρήσεων, που θα απορροφήσουν μια νέα πολυπληθή πελατεία σπουδαστών, ενώ αβέβαια είναι η όποια μελλοντική επίδραση της καινοτομίας στο εθνικό πεδίο των σπουδών.

Οπως είναι γνωστό, η νέα ρύθμιση για τη βαθμολογική βάση της εισαγωγής στην ανώτατη εκπαίδευση δεν στηρίχθηκε σε προεκλογικές εξαγγελίες. Αξιοποίησε με ταχύτητα την κριτική άλλων (κομμάτων, ειδικών κ.λπ.) για την απογοητευτική δυνατότητα εισαγωγής με χαμηλούς βαθμούς. Το δεδομένο ότι με το νέο αυστηρό κατώφλι απομένουν περίπου 19.000 θέσεις για σπουδαστές κενές, ότι αναμένεται να ωφεληθούν ιδιωτικές επιχειρήσεις εκπαίδευσης ή ότι κάποιοι θα κατευθυνθούν στο εξωτερικό, εμφανίστηκε ως ανακλαστική παρασυνέπεια. Το ίδιο ισχύει για την επελθούσα εξυπηρέτηση των συντακτών του κρατικού προϋπολογισμού, που στο μέλλον θα περιορίσουν ή θα μεταφέρουν αλλού κάποιες δαπάνες προβλεπόμενες για την ανώτατη εκπαίδευση.

Το γεγονός ότι το βασικό μέτωπο των αντιδράσεων σχηματίζεται από τοπικούς προύχοντες και επαγγελματίες, που χάνουν φοιτητική πελατεία σε εστιατόρια, ενοικιαζόμενα δωμάτια κ.λπ., διευκόλυνε την κυβερνητική επιχειρηματολογία απέναντι στους αμέτοχους. Η απάντηση στις αιτιάσεις έγινε απλή: η ενίσχυση τοπικών οικονομικών συμφερόντων δεν αποτελεί βασική -ούτε καν δευτερεύουσα- αποστολή της εθνικής παιδείας. Ως πόλοι της σύγκρουσης παρουσιάστηκαν έτσι η αξιοκρατία από τη μια, ο λαϊκισμός από την άλλη.

Μήπως όμως τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά; Ας προσπαθήσουμε να απαντήσουμε εδώ στο ακόλουθο ερώτημα: είναι άραγε κανείς βέβαιος, με βάση το ισχύον εξεταστικό σύστημα, ότι όσοι π.χ. κινούνται περί το οκτώ είναι αποκλειστέοι και όσοι περί το δώδεκα άξιοι για σπουδές; Προς το παρόν, η εισαγωγή συνεχίζει να στηρίζεται κατά κύριο λόγο σε μία εφ άπαξ εξέταση, με αναπόφευκτες τις συγκυριακές παραμέτρους (τύχη, άγχος) και με κρίσιμη την «παπαγαλία». Η αποδοτικότητα μάλιστα της τελευταίας ενισχύθηκε με τη μείωση των εξεταζόμενων μαθημάτων.

Το εξεταστικό μας σύστημα, αδιάβλητο στο μέτρο του εφικτού, έχει σταθερά χαρακτηριστικά αξιολογικού διαγωνισμού. Ως εξέταση, όμως, επιτρέπει τη διάγνωση μόνο αισθητών αποκλίσεων του διαμορφωμένου γνωστικού και κριτικού εξοπλισμού των υποψηφίων. Ασφαλώς, όσοι βαθμολογούνται με δεκαοκτώ ή δεκαεννέα βρίσκονται σε μια σαφή απόσταση, ως προς το πραγματικό επίπεδο, σε σχέση με όσους δεν φθάνουν στο δέκα. Δεν ισχύει όμως το ίδιο για την απόσταση από το δώδεκα στο οκτώ. Οι μικρές βαθμολογικές διαφορές δικαιολογούν ιεράρχηση σε διαγωνισμό, αλλά όχι αυθεντικές διαγνώσεις επιπέδου, απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς και αποκλεισμό. Η εντύπωση εξάλλου που κυριαρχεί είναι ότι την αποπεράτωση των σπουδών τους καθυστερούν ιδίως όσοι αφοσιώνονται σε άλλες παράλληλες ενασχολήσεις (εργαζόμενοι κ.λπ.), κι όχι όσοι είχαν εισαχθεί με μικρό βαθμό.

Τι σημαίνουν τα παραπάνω; Οχι, βέβαια, ότι η ισχύουσα βαθμολόγηση των εξεταζομένων αποτελεί ένα διαχρονικά απρόσφορο σύστημα αξιολόγησης, αλλά ότι εδώ συντρέχει μια συγκεκριμένη δυσλειτουργία: προς το παρόν, ειδικά στο μέτρο που οι μικρές βαθμολογικές αποκλίσεις δεν διαθέτουν σαφές αξιοκρατικό αντίκρυσμα, αδυνατούν να προσφέρουν ένα αξιόπιστο κριτήριο αποκλεισμού από διαθέσιμες μετά τον διαγωνισμό θέσεις σπουδών.

Εν τω μεταξύ, η θέσπιση της βάσης του δέκα αποκάλυψε αντιφάσεις και εικονικότητες της εκπαιδευτικής πολιτικής και των δύο μεγάλων κομμάτων.

Η κυβέρνηση (με διακριτική στήριξη της αξιωματικής αντιπολίτευσης) προωθεί τη μεταρρύθμιση του άρθρου 16 του Συντάγματος, ώστε να ανοίξει ο χώρος της ανώτατης εκπαίδευσης σε ιδιωτικούς παρόχους υπηρεσιών. Στερεότυπο το επιχείρημα: θα απορροφηθεί έτσι εδώ η ζήτηση σπουδών και θα αποφευχθεί η διαρροή συναλλάγματος στο εξωτερικό. Με την εισαγωγή της βάσης δημιουργούνται, ωστόσο, οι όροι για ένα νέο (έστω, όχι σαρωτικό) κύμα εξόδου και διαρροής φοιτητικού συναλλάγματος.

Το ΠΑΣΟΚ, επίσης, τέθηκε αντιμέτωπο με την εικονικότητα ή έστω αστοχία, μιας δικής του προηγούμενης πολιτικής. Αρκετά από τα πληττόμενα τώρα ΤΕΙ ιδρύθηκαν πανηγυρικά στην περίοδο 1995-2000. Τότε είχαν προσανατολιστεί τα κονδύλια του επιχορηγούμενου από την Ευρωπαϊκή Ενωση προγράμματος ΕΠΕΑΕΚ στην ίδρυση νέων τμημάτων, αντί να προτιμηθούν άλλοι ποιοτικοί στόχοι. Πολλαπλά κίνητρα είχαν εμπνεύσει την επιλογή εκείνη: θεματικός προσανατολισμός των τμημάτων σε ειδικότητες που ενδιαφέρουν την αγορά, αποφυγή εξαγωγής φοιτητικού συναλλάγματος, τόνωση ζωής επαρχιακών πόλεων. Πρώτη διάψευση των προσδοκιών ήλθε με την απροθυμία των υποψηφίων να εντάξουν τα τμήματα αυτά στις προτεραιότητές τους. Τώρα, με το έλλειμμα εισαγομένων, η διάψευση ολοκληρώνεται και επικυρώνεται.

Η ελληνική κοινωνία δεν πειθάρχησε στους άνωθεν στρατηγικούς σχεδιασμούς για την ανώτατη εκπαίδευση. Προφανώς, όχι λόγω επαναστατικότητας. Η επιλογή Σχολής εκ μέρους των υποψηφίων επηρεάζεται αναπόφευκτα από τον οικογενειακό προγραμματισμό, ιδίως μέσα σε συνθήκες αυξημένης ανεργίας. Ο συγκεντρωμένος στις μεγάλες πόλεις πληθυσμός απέστρεψε το βλέμμα από τα νεότευκτα τμήματα της επαρχίας, ιδίως για να αποφύγει έξοδα εκτός έδρας διαμονής των φοιτητών. Κάποιοι, άλλωστε, προτιμούν ειδικότητες με ασαφείς προοπτικές μεταγενέστερης ένταξης στην αγορά, αλλά με εχέγγυα παροχής ενός ευπρόσωπου κοινωνικού status (κοινωνιολογία, καλές τέχνες κ.λπ.), καθώς η οικογένεια τούς προσφέρει τα αναγκαία.

Με δυο λόγια: ο αποκλεισμός περίπου 19.000 φοιτητών που δεν έφθασαν στη βάση δεν προσκρούει σε θέματα αρχής, αλλά έγινε βεβιασμένα και αντιμετωπίζει σημαντικές ενστάσεις μεθόδου. Η βάση θα αποτελούσε έγκυρο κριτήριο αποκλεισμού, αν είχε συντονιστεί με τη θέσπιση ενός πιο ουσιαστικού εξεταστικού συστήματος, που να εξασφαλίζει έλεγχο της κριτικής γνώσης. Επίσης, η χώρα δεν θα αντιμετώπιζε αιφνίδια το φαινόμενο αλλού να λείπουν οι αναγκαίες για την ανώτατη εκπαίδευση υποδομές και αλλού να μένουν πλέον κενές οι διαθέσιμες, αν είχαν έγκαιρα μελετηθεί συγχωνεύσεις ή αναπροσανατολισμοί των τμημάτων.

Θα χρειαζόταν, βέβαια, καιρός για να οργανωθούν οι παρεμβάσεις αυτές. Στον χώρο της παιδείας, όμως, ο χρόνος προετοιμασίας συνιστά αυτονόητη συνταγή για τη σοβαρότητα και την επιτυχία των αλλαγών.

* Καθηγητής Νομικής στο ΑΠΘ

Θέμα επικαιρότητας:
Παιδεία

Σύνολο: 264 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι