ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ: Όποιος δεν θέλει να ζυμώσει...

Γιάννης Μπασιάκος, Αυγή, 12/09/2006

Φούντωσε πάλι η συζήτηση για την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση στην Ανώτατη Εκπαίδευση, και πάλι η συζήτηση γίνεται για τα τρέχοντα, πιεστικά μεν, όχι και τόσο σημαντικά δε, προβλήματα. Μη σημαντικά για το πανεπιστήμιο, αλλά σίγουρα πολύ σημαντικά για τους υποψήφιους φοιτητές και φοιτήτριες, όπως είναι η βάση εισαγωγής. Αποφεύγουμε την ουσιαστική συζήτηση γιατί φοβόμαστε να μιλήσουμε με ειλικρίνεια και να θίξουμε νοοτροπίες βαθύτατα ριζωμένες στην ελληνική κοινωνία. Η συζήτηση πρέπει να αρχίσει από το ρόλο του πανεπιστημίου στη σημερινή ελληνική πραγματικότητα. Υπενθυμίζω ότι ο νόμος-πλαίσιο, που ισχύει, ορίζει ότι η ίδρυση πανεπιστημιακών Τμημάτων προϋποθέτει την "θεραπεία" συγκεκριμένου επιστημονικού αντικειμένου. Εξ ου και δεν υπάρχουν στην Ελλάδα πανεπιστήμια που να προσφέρουν τίτλο στις "ελεύθερες τέχνες" (liberal arts), δηλαδή τίτλο γενικής Παιδείας, όπως τα αμερικανικά κολέγια και πανεπιστήμια. Στη χώρα μας η γενική παιδεία θεωρείται ότι προσφέρεται από τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Η έκρηξη γνώσης σε όλα τα επιστημονικά πεδία, αλλά κυρίως στις θετικές επιστήμες, δημιουργεί εκ των πραγμάτων προβλήματα σε αυτή την οργάνωση των σπουδών. Επιπλέον, η αλλαγή περιεχομένου των θέσεων εργασίας, με έντονη χρήση νέων τεχνολογιών, αλλά και νέων μεθόδων οργάνωσης της παραγωγής, θέτει εν αμφιβόλω τη δυνατότητα της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης να εφοδιάσει τους αποφοίτους της με τις αναγκαίες γνώσεις, δεξιότητες και ικανότητες για την απασχόληση στο σύγχρονο εργασιακό περιβάλλον. Η μεταλυκειακή εκπαίδευση (ή κατάρτιση;) είναι μονόδρομος. Σε μια ορθολογική κοινωνία θα είχαν γίνει εδώ και καιρό οι απαραίτητες μελέτες για τις ανάγκες της οικονομίας σε έμψυχο δυναμικό και θα είχαν αναπτυχθεί τα απαραίτητα μεταλυκειακά προγράμματα σε ποικιλία επιπέδων: τεχνική και τεχνολογική κατάρτιση, εκπαίδευση γενικού επιπέδου, επιστημονική εκπαίδευση και επιστημονική εξειδίκευση. Τα επίπεδα αυτά μπορούν να αντιστοιχηθούν σε διάφορους εκπαιδευτικούς φορείς: ΚΕΚ, ΙΕΚ, ΤΕΙ, ΑΕΙ (προπτυχιακά και μεταπτυχιακά προγράμματα). Είναι προφανές ότι η πλειοψηφία των αποφοίτων λυκείου θα έπρεπε να κατευθυνθεί στους δύο πρώτους φορείς, αν προέχουν λόγοι επαγγελματικής αποκατάστασης. Αν από την άλλη το εργασιακό μέλλον είναι εξασφαλισμένο (που δεν είναι), θα μπορούσε ο καθένας και η καθεμιά να σπουδάσει της επιστήμη της αρεσκείας του/της, χωρίς να έχει απαίτηση να βρει δουλειά στο αντικείμενο που σπούδασε (κατοχύρωση πτυχίου). Όσο για τα ΤΕΙ, όσα προσφέρουν εκπαίδευση υψηλού επιπέδου σε κάποιο επιστημονικό πεδίο, θα έπρεπε να αναβαθμιστούν σε ΑΕΙ, αφού βελτιωθούν ως προς την υποδομή και το διδακτικό προσωπικό (εάν κριθεί αναγκαίο). Τα υπόλοιπα θα έπρεπε να μετατραπούν σε ΙΕΚ. Εδώ όμως προσκρούουμε στον τοίχο του ελληνικού ανορθολογισμού: "Το παιδί πρέπει να πάει πανεπιστήμιο". Δεν το κρύβω ότι και εγώ το ίδιο όνειρο έχω για τα παιδιά μου, αλλά θα περιμένω αρκετά χρόνια για την πραγματοποίησή του, αφού δεν έχουν πάει ακόμη στο Δημοτικό. Τι θα γίνει αν τα παιδιά μου δεν "παίρνουν τα γράμματα", όπως έλεγαν οι παλιοί; Θα τους κάνω φροντιστήριο, κι αν αποτύχουν, θα τα στείλω έξω. Και ανακύπτει φυσιολογικά το ερώτημα: αυτοί που δεν "παίρνουν τα ελληνικά γράμματα", πώς τα καταφέρνουν στα ξένα, με την πρόσθετη δυσκολία της ξένης γλώσσας; Η απάντηση είναι τραγικά απλή: στην Ελλάδα είναι πολύ πιο δύσκολο να μπεις στο πανεπιστήμιο από το να το τελειώσεις! Άρα αυτοί που δεν μπαίνουν στο ελληνικό πανεπιστήμιο μπορεί να "παίρνουν από γράμματα", αλλά δεν επιβιώνουν του συστήματος εισαγωγής στο πανεπιστήμιο. Αρκετοί από αυτούς τους "εκπαιδευτικούς μετανάστες" επαναπατρίζονται και αντιμετωπίζουν ένα μέλλον ανεργίας ή ετεροαπασχόλησης. Μια θαρραλέα πρόταση θα ήταν να μειωθούν οι εισακτέοι στα ΑΕΙ ή να δημιουργηθούν προγράμματα γενικής παιδείας στα πανεπιστήμια με ελεύθερη πρόσβαση. Το πρώτο "κολλάει" στην νοοτροπία που προαναφέραμε, το δεύτερο στην έλλειψη πολιτικής βούλησης για την επένδυση των αναγκαίων πόρων. Μια ανοιχτή και χωρίς παρωπίδες δημόσια συζήτηση θα βοηθούσε στο να βρεθεί λύση σε αυτό το αδιέξοδο. Έχουμε το θάρρος να πάρουμε την πρωτοβουλία για μια τέτοια συζήτηση; Δυστυχώς, αμφιβάλλω.

* Ο Γιάννης Κ. Μπασιάκος είναι πανεπιστημιακός

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι