Πόσο ωφελούν οι μειώσεις φόρων;

140ή έρχεται η Ελλάδα στην ευκολία να ιδρυθεί μια επιχείρηση

Ελίζα Παπαδάκη, Τα Νέα, 13/09/2006

Η πρωθυπουργική ομιλία στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης θεωρητικά προσφέρει κάθε χρόνο την ευκαιρία για μία προγραμματική αντιπαράθεση εφ όλης της ύλης της οικονομίας. Είναι όμως καιρός τώρα, αφότου οι δημοσκοπήσεις έχουν πάρει το πάνω χέρι στους πολιτικούς σχεδιασμούς των κομμάτων και στη διαμόρφωση της κοινής γνώμης γενικότερα, που η αντιπαράθεση αυτή χάνει τον προγραμματικό της χαρακτήρα. Φαίνεται έτσι χρήσιμο, πριν προχωρήσει κανείς σε κριτική των πρωθυπουργικών δηλώσεων για πολιτικές και μέτρα από διαφορετική αφετηρία, να τις μετρήσει με τις δικές τους σκοπιμότητες και εγγενείς λογικές, καθώς βέβαια και με τα αποτελέσματα που παράγουν.

Όπως όλοι ανέμεναν, το Σάββατο ο κ. Καραμανλής επικέντρωσε την ομιλία του στις «μεταρρυθμίσεις», ανάγοντας σε «κορυφαία» μεταξύ αυτών τη μείωση των φόρων. «Βασική επιλογή, βασική αρχή» της κυβέρνησης, την αποκάλεσε, οπότε λίγο θα τον αγγίζει μια αντιπαραβολή με την κυβέρνηση π.χ. της Ισπανίας, η οποία προχωρεί σε πολύ πιο λελογισμένη μείωση της φορολογίας ώστε να διατηρήσει πλεονασματικό τον προϋπολογισμό της και ταυτόχρονα το 2007 να αυξήσει τις δημόσιες δαπάνες για την παιδεία κατά 27%, για έρευνα και ανάπτυξη πάνω από 30%, για αναπτυξιακή βοήθεια κατά 32% - μετά την αύξηση κατά 25% το 2005 και κατά 32,2% το 2006, σε συνέπεια με την προσπάθειά της να συγκρατήσει τα νέα κύματα μεταναστών που την κατακλύζουν («El Pais» 11/9). Όταν «η κορυφαία μεταρρύθμιση» και «βασική επιλογή» της κυβέρνησης είναι η μείωση των φόρων, αυτό σημαίνει ότι εναποθέτει τον κύριο ρόλο για την ανάπτυξη της οικονομίας, εντέλει και για βασικές προϋποθέσεις της ανάπτυξης όπως είναι η παιδεία και η έρευνα, στην ιδιωτική πρωτοβουλία, την οποία επιδιώκει να διευκολύνει μικραίνοντας το κράτος και τον δημόσιο τομέα.

Παρά τις ιδιωτικοποιήσεις, βέβαια, για την ανοιχτή και δημόσια ανακοίνωση μιας τόσο ξεκάθαρης νεοφιλελεύθερης στόχευσης οι δημοσκοπήσεις είναι ακόμα απαγορευτικές, άλλωστε ούτε η πελατειακή διάρθρωση και πρακτική της Νέας Δημοκρατίας θα την επέτρεπαν. Επομένως ο κυβερνητικός ρεαλισμός επιτάσσει «ήπιες πολιτικές» που δεν θα υπερβαίνουν τα όρια ανοχής της πλειοψηφίας, για να προωθηθούν αυτοί ακριβώς οι στόχοι, αν οι διακηρύξεις περί «κορυφαίων» και «βασικών» επιλογών έχουν κάποια πρακτική σημασία και δεν είναι συνθήματα που απλώς αποτυπώνουν ευρήματα των δημοσκόπων (η ιδέα να μειώνονται οι φόροι, με τη βοήθεια και των μέσων ενημέρωσης, πράγματι αρέσει πολύ σε σημαντική μερίδα του πληθυσμού).

Εφόσον υποθέσουμε ότι στην ηγεσία της κυβέρνησης υφίσταται μια τέτοια πολιτική λογική, όπου εντάσσονται και οι αναγγελλόμενες μεγάλες «μεταρρυθμίσεις» της επόμενης τετραετίας (Σύνταγμα κ.λπ.), έχει ενδιαφέρον να δούμε από ποια άλλα μέτρα για τη διευκόλυνση της ιδιωτικής πρωτοβουλίας συνόδευσε την όντως δραστική μείωση της φορολογίας για τις επιχειρήσεις στα δυόμισι χρόνια της θητείας της. Συντριπτική εμφανίζεται εδώ η έκθεση για τις συνθήκες της επιχειρηματικής δραστηριότητας σε 175 χώρες του κόσμου, την οποία δημοσίευσε πριν από μία εβδομάδα η Παγκόσμια Τράπεζα (Doing Business 2007). Ως προς την ευκολία των επιχειρήσεων να λειτουργήσουν στη χώρα, η Ελλάδα κατατάσσεται στην 109η θέση (ανάμεσα στις αφρικανικές Νιγηρία και Μαλάουι), σε μεγάλη απόσταση από την αμέσως προηγούμενη χώρα της Ε.Ε. (Ιταλία: 82η, Πορτογαλία: 40ή, Ισπανία: 39η). Όσο και αν διεθνείς συγκρίσεις αυτού του είδους πρέπει να αντιμετωπίζονται με επιφύλαξη, ενδεικτική αξία πάντως έχουν.

Από την προηγούμενη έκθεση, η Ελλάδα προχώρησε δύο θέσεις (ήταν 111η), αλλά η βελτίωση οφείλεται αποκλειστικά σε έναν από τους 10 επιμέρους δείκτες που συναποτελούν τον γενικό, στην καταχώριση ιδιοκτησίας (πρόκειται ενδεχομένως για την ενσωμάτωση στο ελληνικό δίκαιο κάποιων κοινοτικών οδηγιών). Στους υπόλοιπους παρουσιάζει επιδείνωση ή στασιμότητα. Έχει σημασία να τονισθεί ότι μόνο ένας δείκτης, η ευκολία προσλήψεων - απολύσεων, αποτελεί πολιτικό πρόβλημα, καθώς κάθε αλλαγή της νομοθεσίας θα προσέκρουε στη ριζική αντίθεση των εργαζομένων. Όλοι οι άλλοι αφορούν κυρίως τη σχέση των επιχειρήσεων με την κρατική γραφειοκρατία. Χαρακτηριστικότερος ο πρώτος, που αναφέρεται στην ίδρυση μιας επιχείρησης, όπου η Ελλάδα κατατάσσεται 140ή: Εδώ χρειάζεται κάποιος πάνω από 38 ημέρες για να ολοκληρώσει τις 15 απαιτούμενες διαδικασίες (μέσος όρος ΟΟΣΑ: 16,6 ημέρες για 6,2 διαδικασίες). Θα του κοστίσει το 24,2% του ετήσιου κατά κεφαλήν εισοδήματος της χώρας (ΟΟΣΑ: 5,3%), ενώ πρέπει να διαθέτει ελάχιστο κεφάλαιο το 116% του κατά κεφαλήν εισοδήματος (ΟΟΣΑ: 36,1%). Σημειώνουμε ότι η Ελλάδα κατατάσσεται στις χώρες υψηλού εισοδήματος και η παραοικονομία της εκτιμάται στο 28,6% του ΑΕΠ.

Από τη Θεσσαλονίκη, ανάμεσα σε πολλές εξαγγελίες, ο κ. Καραμανλής ανέφερε και την απλούστευση αυτών των διαδικασιών, χωρίς να δώσει καμία αίσθηση επείγοντος ή προτεραιότητας.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι