Οι απλουστεύσεις συντηρούν το πρόβλημα

Οταν το θύμα είναι και δράστης

Νίκος Παρασκευόπουλος, Ελευθεροτυπία, 20/09/2006

Εχει περάσει ένα δεκαήμερο από τα άγρια επεισόδια στα εγκαίνια της Εκθεσης της Θεσσαλονίκης. Συνεχίζουν να ασχολούνται μόνον όσοι έχουν κάποια άμεσα ή έμμεση σχέση με τα πρόσωπα ή τα πράγματα του δράματος.

Ελάχιστοι πάντως θα επιμείνουν προσπαθώντας να καταλάβουν. Σαν να είναι περιττό. Τα κόμματα διαχωρίζουν απλώς τη θέση τους από εκτελεστές και ηθικούς αυτουργούς, πράγμα αυτονόητο αλλά όχι αρκετό. Η κοινή γνώμη, αναζητώντας ενόχους, δείχνει να περιορίζει την προσοχή της στο πανεπιστημιακό άσυλο. Οσο για τον βασικό κατασκευαστή της , τον τηλεοπτικό Τύπο, αρχειοθετεί προσωρινά τις υπεραπλουστεύσεις και τα στερεότυπα.Τα γνωστά: οι ταραχοποιοί είναι συλλήβδην αναρχικοί ή γνωστοί - άγνωστοι (ο όρος χούλιγκαν δεν ακούστηκε, ακόμη κι όταν διακρίνονταν τα σύμβολα των οπαδών), η Αστυνομία νωθρή και άβουλη.

Λέγεται ότι η τηλεόραση δεν ενδιαφέρεται τόσο για το ακριβές, όσο για την κατανάλωση της είδησης (C. Crouch). Φοβούμαι ότι με ορισμένους τα πράγματα είναι χειρότερα: πέρα από την κατανάλωση μεθοδεύεται το πέρασμα «γραμμής». Αυτές οι «γραμμές» (αποπροσανατολισμός από κοινωνικές παραμέτρους, χαρακτηρισμός συλλήβδην των ταραχοποιών ως αναρχικών, επικέντρωση σε ευθύνες των πανεπιστημιακών αρχών) αποτελούν την αφορμή των σκέψεων που ακολουθούν. Είναι αυτονόητο ότι οποιαδήποτε προσέγγιση και διαδικασία κοινωνικής ειρήνευσης, προϋποθέτει την αναγνώριση της κοινωνικής φυσιογνωμίας, των κουκουλοφόρων: κάποια, στοιχειώδη έστω, κατανόηση της συλλογικής τους ταυτότητας.

Καθώς τα ερωτηματικά είναι πολλά, θα χρειαστεί να ξεκινήσουμε με μια υπόθεση. Στην απλουστευτική και ισοπεδωτική εικόνα του «αναρχικού» θα αντιτάξουμε την ιδέα για ένα αμάλγαμα διαφορετικών ανθρώπων, που με τον καιρό έχουν συγκροτήσει μια δομή: αλληλοαναγνωρίζονται, έχουν προσδιορισμένα σημεία συνάντησης, επιχειρούν τακτικές (π.χ. πορεία Πολυτεχνείου) και σποραδικές εμφανίσεις. Θα κρίνει ο αναγνώστης, αν η εδώ εκδοχή είναι περισσότερο αξιόπιστη - ή όχι. Ας σημειώσουμε όμως προκαταβολικά ότι πρόκειται για κακή εκδοχή. Απαγορεύει την αισιοδοξία: δεν τεκμηριώνει μια προοπτική εκτόνωσης ή αυτοδιάλυσης των δραστών, ούτε προδικάζει μελλοντικές επιτυχίες των κατασταλτικών επιχειρήσεων, εφόσον κάποιες στρατηγικές θα εκσυγχρονιστούν κ.λπ. Ισα ίσα, δείχνει ότι η διέξοδος είναι δύσβατη. Εξάλλου, δεν στηρίζεται σε κάποια αποκάλυψη, αλλά σε δεδομένα εδώ και εκεί γνωστά.

Στο αμάλγαμα, λοιπόν, των κουκουλοφόρων μετέχουν οι ακόλουθες κατηγορίες - «φυλές» ανθρώπων:

* Ενα μερίδιο αναρχικών, μάλλον μικρό: οι περισσότεροι έχουν αναπτύξει μια συλλογική πολιτική στάση, που αποκλείει την πρόταξη του δόγματος «βία για τη βία».

* Κάποιοι ωμοί εθνικιστές, που συνήθως ονομάζονται μονολεκτικά «ακροδεξιοί». Ορισμένοι μπορεί να επικοινωνούν με άκρες της Αστυνομίας, π.χ. προσφέροντας πληροφορίες, αλλά οπωσδήποτε παίζοντας επίσης διπλά παιχνίδια. Είναι εύκολο να ξεχωρίσει κανείς τα συνθήματά τους στους τοίχους από τα αντίστοιχα των αναρχικών.

* Οι δυναμικοί πυρήνες των οργανωμένων χούλιγκαν των γηπέδων.

* Σπανίως συναντώνται κάποιες δυναμικές ομάδες μεταναστών. Στην πλειονότητά τους οι ομάδες αυτές είναι κλειστές και δύσκολα εντάσσονται σε ευρύτερα σχήματα.

* Μετέχουν επίσης συμμορίες ανηλίκων που μεγάλωσαν και εξελίχθηκαν. Είχε άραγε κανείς την εντύπωση ότι, καθώς ενηλικιώνονται οι μικροί «συμμορίτες», εγκαταλείπουν τη συλλογική δράση; Ή ότι αυτόματα, δήθεν, ημερεύουν; Στην πραγματικότητα η κατηγορία αυτή περιλαμβάνει μέλη που περισσότερο πλησιάζουν στον πυρήνα των ταραχών.

* Απομένει ακριβώς ο πυρήνας: το υπόλοιπο των ανθρώπων που, χάρη στη χρήση ουσιών ή χωρίς αυτές, διαλέγει τη βία σαν αυτοσκοπό. Το πράγμα είναι περίεργο: αυτό το χωρίς πολλά διακριτικά υπόλοιπο δεν συγκροτεί την περιφέρεια, αλλά το επίκεντρο του κύκλου.

* Στα παραπάνω θετικά χαρακτηριστικά ας προσθέσουμε κάτι αρνητικό: οι δράστες των επεισοδίων δεν είναι και δεν πρέπει να ονομάζονται διαδηλωτές. Ισα ίσα, η δράση τους υπονομεύει τις διαδηλώσεις, καθώς η προσοχή του κοινού αποσύρεται από τα αιτήματα των ακτιβιστών - συνδικαλιστών και συγκεντρώνεται στη θεαματική βία, ενώ επίσης αποτρέπει τη συμμετοχή πολλών ήσυχων ανθρώπων στις πορείες.

Με τα παραπάνω χαρακτηριστικά του, το αμάλγαμα της βίας εμφανίζεται αρχικά σαν ένα μεταμοντέρνο μόρφωμα: δεν πρόκειται για κίνημα με σαφή ιστορικά - κοινωνικά - πολιτικά χαρακτηριστικά, που να μπορεί να εξηγηθεί με την αφήγηση της προϊστορίας του. Λίγες συμμετοχές έχουν μορφή συμβολικής κοινωνικής αυτοχειρίας, πλείστες δείχνουν να εκφράζουν συγκυριακά μια ετερόκλητη και βάναυση επιθετικότητα. Οι μολότοφ πέφτουν, υποτίθεται, σαν κεραυνοί εν αιθρία.

Με τον ίδιο ελαφρύ -παρά τη σοβαρότητα του θέματος- όρο, μεταμοντέρνος θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και ο τηλεοπτικός διάλογος μεταξύ παρουσιαστών ειδήσεων και Αστυνομίας. Κάποιοι παρουσιαστές (ευτυχώς όχι όλοι) υπερθεμάτιζαν σε προτάσεις σχεδιασμού αστυνομικής τακτικής, ειρωνεύονταν την προετοιμασία για αμυντικής υφής επιχειρήσεις και ζητούσαν αποτελεσματικότητα χωρίς όρους. Από την άλλη, οι εκπρόσωποι της Αστυνομίας υπενθύμιζαν την ανάγκη σεβασμού ορίων, δικαιωμάτων, και γενικά της νομιμότητας.

Στην πραγματικότητα όλα ήταν διαφορετικά. Η αστυνομική επιχείρηση ήταν προσεχτικά οργανωμένη και ατομικοί ηρωϊσμοί δεν έλειψαν. Αν αναγνωρίζεται μια ευθύνη, αυτή οπωσδήποτε αφορά την επαναλαμβανόμενη θυσία του πανεπιστημίου. Προκειμένου να οχυρωθούν αποτελεσματικά οι «επίσημοι», η πορεία των ταραχοποιών φάνηκε κυριολεκτικά να διοχετεύεται προς τον πανεπιστημιακό χώρο. Εξάλλου, η άρνηση πυροσβεστικών μονάδων να εισέλθουν ή έστω να εισέλθουν έγκαιρα στο πανεπιστήμιο, είναι επιεικώς απαράδεκτη. Κάθε πυρκαγιά συνιστά μια κατάσταση ανάγκης, που αίρει κατά την ποινική νομοθεσία οποιαδήποτε ευθύνη για την άμεση πυροσβεστική παρέμβαση. Επί πλέον, όπως είναι ευρύτερα γνωστόν, το κατοχυρωμένο άσυλο δεν αφορά κακουργήματα.

Ακόμη και το μεταμοντέρνο με πρώτη ματιά σύνολο των ταραχοποιών έχει πραγματικές κοινωνικές ρίζες. Κάτω από τις κουκούλες δεν βρίσκονται φαντάσματα. Κοινό χαρακτηριστικό των κρυμμένων προσώπων είναι ο αποκλεισμός, κοινωνικός (φτώχεια, γκρίζες ζώνες της μετανάστευσης κ.λπ.) ή συμβολικός. Οι «απόβλητοι του συστήματος» (Ζ. Bauman) έστω μαζί τους και κάποιοι αυτοπεριθωριοποιημένοι αστοί, έχουν προϊστορία όση και το ίδιο το σύστημα.

Επειδή λοιπόν το πρόβλημα διατηρεί κοινωνικά χαρακτηριστικά, η λύση είναι αδύνατη χωρίς κοινωνική παρέμβαση και στράτευση. Ο ταραχοποιός (του κέντρου της Θεσσαλονίκης ή της Αθήνας ή των προαστίων του Παρισιού) που εμπνέεται από την παροιμία «από πίτα που δεν τρως τι σε νοιάζει κι αν καεί», θα είναι πάντοτε ασυγκράτητος. Μόνον αν διακρίνει στην άλλη πλευρά κάτι που τον συγκινεί, κάτι στο οποίο ο ίδιος μετέχει, μπορεί να αυτοσυγκρατηθεί.

Από την άποψη αυτή, πιο αποτελεσματική για το μέλλον μπορεί να είναι μια στάση όπως αυτή του πρύτανη του ΑΠΘ: έσπευσε στον τόπο των επεισοδίων και απευθύνθηκε άμεσα στους ταραχοποιούς, λέγοντάς τους πως το πανεπιστήμιο είναι χώρος πολιτισμού που ανήκει σε όλους· δηλαδή και σε εκείνους. Είναι όμως φανερό ότι για να αλλάξει κάτι χρειάζεται να σκεφθούν και να αναθεωρήσουν τη στάση τους πολλοί. Δεν φθάνει να διαχωρίζεις τη θέση σου, χρειάζεται να συζητήσεις, να παρέμβεις. Δεν φθάνει να κατακρίνεις τους άλλους, χρειάζεται να εξετάσεις τις δικές σου επιλογές. Δεν είσαι μόνο θύμα, είσαι και δράστης.

* Καθηγητής Νομικής στο ΑΠΘ

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι