«Μικρό ημερολόγιο συνόρων»

Διονύσης Γουσέτης, Αυγή, 30/09/2006

Το μυθιστόρημα του Γκαζμέντ Καπλάνι (εκδόσεις Λιβάνης) είναι πολύ αληθινό για να είναι μυθιστόρημα. Στην πραγματικότητα είναι, πιστεύω, αυτοβιογραφικό με προσθήκες φανταστικών καταστάσεων για να περιγράψει και πάλι πραγματικά περιστατικά. Οι όψεις της ζωής των μεταναστών ξεπερνούν τη φαντασία μας. Δε χρειάζεται πολλή φαντασία για να τις περιγράψεις. Χρειάζεται οξυδέρκεια στην παρατήρηση και λογοτεχνική φλέβα. Ο Γκάζι διαθέτει και τα δυο. Μαζί κι ένα λεπτό υποδόριο χιούμορ. Χιούμορ που άλλοτε γίνεται μαύρο και άλλοτε αυτοσαρκαστικό, μα που πάντα παραμένει ανατρεπτικό χωρίς να γίνεται καταγγελτικό. Το βιβλίο του Γκαζμέντ Καπλάνι εκθέτει στα μάτια του αναγνώστη την ελληνική πολιτεία και την ελληνική κοινωνία γυμνές, χωρίς φτιασίδια, περισσότερο από όλα τα καταγγελτικά κείμενα που γράφτηκαν για το ρατσισμό, τους διωγμούς των μεταναστών, την ξενοφοβία.

Μίλησα για οξυδέρκεια. Είναι η οξυδέρκεια του ανθρώπου που έχει την ικανότητα να βγαίνει έξω απ’ το πετσί του, να παρατηρεί και να ερμηνεύει ως τρίτος τις απεχθείς συμπεριφορές που δέχεται. Ο Γκάζι μπόρεσε να διακρίνει δυο απεχθείς συμπεριφορές προς τον μετανάστη: εκείνην που γίνεται άμεσα αντιληπτή και την άλλη που χρειάζεται μια ευαισθησία για να τη διακρίνεις. Η πρώτη αφορά τον αγροίκο ρατσιστή που μισεί το μετανάστη, όχι επειδή αυτός διαφέρει, αλλά αντίθετα επειδή του μοιάζει. Το φτωχοδιάβολο που πιάνεται με λύσσα από τα εθνικά ή άλλα χαρακτηριστικά για να διαφοροποιηθεί από τον όμοιό του φτωχοδιάβολο μετανάστη. Το θύμα στο οποίο οι πολιτικοί πουλάνε ξενοφοβία για να αρμέξουν ψήφους.

Η άλλη συμπεριφορά αφορά ένα είδος ‘προοδευτικού’. Αυτόν που μιλάει φιλικά με τον μετανάστη, που τον νοιάζεται, που συμπαραστέκεται στον αγώνα του για επιβίωση, όλα υπό μια προϋπόθεση: ο μετανάστης να παραμένει μετανάστης, κατώτερος και εξαρτημένος. Από τη στιγμή που ο μετανάστης παύει να προκαλεί οίκτο, που δε ζητά να τον αγαπούν αλλά ζητά τα δικαιώματά του, χειραφετείται. Η πολυτέλεια που προσφέρει ο οίκτος χάνεται. Μαζί της και το νοιάσιμο για τον μετανάστη.

Οι δυο απεχθείς συμπεριφορές έχουν το ίδιο κοινό σημείο. Το φόβο μήπως ο Άλλος πάψει να είναι άλλος. Μήπως γίνει ίδιος με αυτούς, αφού έτσι κι αλλιώς τους μοιάζει. Αυτή αβάσταχτη ομοιότητα των Βαλκάνιων, όπως την τοποθετεί ο Γκάζι, είναι βασική, αν όχι η γενεσιουργός, αιτία του βαλκανικού μίσους και των βαλκανικών σφαγών.

Αυτές οι απεχθείς συμπεριφορές δεν είναι καινούργιες στην κοινωνία μας, ούτε αφορούν αποκλειστικά τους Αλβανούς ή τους μετανάστες. Τις συναντάμε στους πρόσφυγες, ξεκινώντας από αυτούς του 1923: μετά από 80 χρόνια, συναντάται ακόμη, σύμφωνα με αναφορές, ρατσισμός εναντίον των Ποντίων. Τις συναντάμε στους Εβραίους: ελάχιστοι έμειναν στη χώρα μας μετά τη ναζιστική ‘κάθαρση’ και όμως τον περασμένο μόλις μήνα -μέσα στον αντισημιτικό παροξυσμό με αφορμή τον πόλεμο στο Λίβανο- το Κεντρικό Ισραηλινό Συμβούλιο αναγκάστηκε να διευκρινίσει ότι οι Εβραίοι της Ελλάδας υπηρετούν στο στρατό της Ελλάδας και όχι του... Ισραήλ. Τις συναντάμε στις μειονότητες: ακόμα ακούγονται οι κραυγές αναθέματος -μέχρι και από συντρόφους- της υποψήφιας του ΠΑΣΟΚ για την υπερνομαρχία Θράκης, λόγω της εθνικότητας και της θρησκείας της. Όσο για την ‘ανύπαρκτη’ μακεδονική μειονότητα, κανένα κόμμα δεν τολμάει να συνάψει σχέσεις με το κόμμα της, το ‘Ουράνιο Τόξο’. Τις συναντάμε ακόμα και στους εσωτερικούς μετανάστες, τα ‘βλαχαδερά’ της επαρχίας, όπως ονομάζονται περιφρονητικά.

Ο Γκάζι ξεπέρασε, με τη δουλειά του, το επίπεδο του οίκτου. Είναι σήμερα διδάκτωρ πολιτικός επιστήμονας. Κέρδισε το διδακτορικό δουλεύοντας στην αρχή περιπτεράς και μετά στη δημοσιογραφία. Ίσως για να μην προκαλέσει και πάλι αναδρομικά τον οίκτο, παρέλειψε -κατά την παρουσίαση του βιβλίου του την Τετάρτη- να αναφέρει ότι τη στιγμή που άνοιγαν γι’ αυτόν οι πόρτες του πανεπιστήμιου και της δημοσιογραφίας, το βαθύ κράτος τον συνελάμβανε και τον κρατούσε στην ασφάλεια με αστήρικτες και αστείες κατηγορίες, στοχεύοντας να τον απελάσει!

Δε θέλουμε στη χώρα μας τον Γκάζι. Δε θέλουμε τα φωτεινά μυαλά. Τα εξοστρακίζουμε. Το ίδιο κάναμε στον Αλβανό αριστούχο μαθητή Οδυσσέα Τσενάι, όταν του στερήσαμε με κραυγές το δικαίωμα του αριστούχου να κρατάει τη σημαία. Τότε, ο Οδυσσέας μας έδωσε ένα καλό μάθημα ωριμότητας, αποποιούμενος το δικαίωμα του. Στη συνέχεια όμως εγκατέλειψε την γη των διωκτών του. Οι Αμερικάνοι, που ξέρουν να αξιοποιούν τα μυαλά, του πρόσφεραν θέση στο πανεπιστήμιο Harvard. Τη δέχτηκε με ανακούφιση. Εμείς απολαμβάνουμε τη μιζέρια μας. Αν ο Γκάζι αποφασίσει με τη σειρά του να μας εγκαταλείψει, θα μου λείψει ένας παλιός και καλός φίλος. Αλλά δεν θα σκεφτώ ότι έχει άδικο.

e-mail: diongous@central.ntua.gr

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι