Μύθος το μεγάλο κράτος

Τον κατέρριψε η αναθεώρηση των εθνικών λογαριασμών

Ελίζα Παπαδάκη, Τα Νέα, 04/10/2006

Ας κάνουμε, προς στιγμήν, αφαίρεση από τις προφανείς σκοπιμότητες που υπαγόρευσαν την αιφνιδιαστική ανακοίνωση μιας πελώριας αναθεώρησης των εθνικών λογαριασμών την περασμένη εβδομάδα. Ας αφήσουμε κατά μέρος την επερχόμενη διελκυστίνδα ανάμεσα στην ΕΣΥΕ και τη Eurostat, το υπουργείο Οικονομίας και τις υπηρεσίες του επιτρόπου Χοακίν Αλμούνια, για τις τεχνικές της αναθεώρησης, που, όπως μας προειδοποίησαν από τις Βρυξέλλες, θα διαρκέσει αρκετές εβδομάδες. Ας παραβλέψουμε ακόμα την πανευρωπαϊκή δυσφορία για το νέο κόλπο που μας κατηγορούν ότι σκαρφιστήκαμε για να υπεκφύγουμε το Σύμφωνο Σταθερότητας, τίτλους σαν της χθεσινής Monde «Η Ελλάδα ντοπάρει το ΑΕΠ της με βρώμικο χρήμα».

Ας δεχθούμε κατ αρχάς ότι μία πληρέστερη καταμέτρηση της αξίας των αγαθών και των υπηρεσιών που παράγονται στη χώρα, επομένως και των εισοδημάτων στα οποία αντιστοιχούν, οδήγησε πράγματι σε ένα Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ) κατά 25% μεγαλύτερο απ όσο νομίζαμε έως τώρα. Αυτό το «νομίζαμε» δεν είναι, άλλωστε, απολύτως ακριβές: Τόσο εμείς όσο και η Ευρωπαϊκή Ένωση μαζί με όλους τους διεθνείς οργανισμούς που ασχολούνται και συναλλάσσονται με την ελληνική οικονομία, γνωρίζαμε ότι στη χώρα μας ανθεί μεγάλη παραοικονομία, πλήθος οικονομικές δραστηριότητες και εισοδήματα που δεν καταγράφονται πουθενά. Γύρω στο 30% της επίσημης οικονομίας ανεβάζουν την έκτασή της συγκλίνουσες εκτιμήσεις - ήταν 28,6% σύμφωνα με την τελευταία έκθεση της Παγκόσμιας Τράπεζας - χωρίς να αποκλείεται να είναι και ακόμα μεγαλύτερη. Όταν είναι τόσο μεγάλο, αυτό το υπόγειο κομμάτι της οικονομίας οπωσδήποτε επηρεάζει σημαντικά και το υπόλοιπο, το φανερό, καταναλώνοντας, για παράδειγμα, δημόσια χρηματοδοτούμενα αγαθά και υπηρεσίες, χωρίς να συνεισφέρει (δεν πληρώνει φόρους), και με πολλούς άλλους τρόπους. Όμως για τη διαμόρφωση όλων των οικονομικών πολιτικών, των εθνικών, αλλά και των ευρωπαϊκών που χρηματοδοτούν τη σύγκλιση των φτωχότερων χωρών, λαμβάνεται υπόψη το επίσημο ΑΕΠ, αυτό που καταγράφεται στους εθνικούς λογαριασμούς.

Αν οι κ.κ. Αλογοσκούφης και Κοντοπυράκης κατόρθωσαν όντως να ενσωματώσουν στατιστικά στην επίσημη οικονομία ένα τόσο μεγάλο μέρος των έως τώρα αφανών δραστηριοτήτων και εισοδημάτων, αυτό θα πρέπει να έχει πολύ σημαντικές επιπτώσεις στη διαμόρφωση των πολιτικών. Όχι μόνον επειδή οι κοινοτικοί πόροι που θα δικαιούται η Ελλάδα θα είναι πολύ λιγότεροι πλέον εφόσον το κατά κεφαλήν εισόδημά της θα έχει πλησιάσει τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, όπως έχει ήδη επισημανθεί. Αλλά κυρίως επειδή η διαφορετική σύσταση της παραγωγής της χώρας, με ακόμα μικρότερη συμμετοχή της γεωργίας και της βιομηχανίας, και η διαφορετική κατανομή των εισοδημάτων - όπου ήδη είχαμε τον μεγαλύτερο, μαζί με την Πορτογαλία, δείκτη ανισότητας στην Ευρώπη - θα επέβαλλε να τεθούν νέοι στόχοι για την αναπτυξιακή και για την κοινωνική πολιτική. Για να τα σκεφθούμε αυτά συγκεκριμένα, θα πρέπει να περιμένουμε την επικύρωση των νέων εθνικών λογαριασμών από τη Eurostat και την αναλυτική δημοσίευσή τους.

Αλλά και από τώρα, με βάση την πρώτη ενημέρωση από τον υπουργό Οικονομίας, ένα πράγμα είναι βέβαιο: Η κατάρρευση του μύθου ότι στην Ελλάδα έχουμε τάχα μεγάλο κράτος. Το αυξημένο κατά 25% ΑΕΠ που κατέγραψε η αναθεώρηση δεν επηρεάζει διόλου τα δημοσιονομικά μεγέθη, τα δημόσια έσοδα και τις δαπάνες, όπως αναγνώρισε ο κ. Αλογοσκούφης. Αυτό σημαίνει ότι η αναλογία τους στην οικονομία γίνεται σημαντικά μικρότερη. Εάν ως τώρα θεωρούσαμε ότι οι συνολικές δαπάνες της γενικής κυβέρνησης το 2005 στο 46,2% του ΑΕΠ ήταν πολύ κοντά στον ευρωπαϊκό μέσο όρο (47,5%), πλέον περιορίζονται στο 37%, ένα ποσοστό μεγαλύτερο μόνον από της Ιρλανδίας, της Εσθονίας, της Λετονίας και της Λιθουανίας, που κυμαίνονται μεταξύ 33,7% και 36,2%. Και εκεί βέβαια περιλαμβάνονται οι χαμηλότερες μεταξύ των 25 δημόσιες δαπάνες για την παιδεία, που από το 3,5% του ΑΕΠ συρρικνώνονται στο 2,8%. Τα δε συνολικά έσοδα, που με 41,8% του ΑΕΠ εμφανίζονταν ήδη αισθητά χαμηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (45%), πέφτουν στο 33,4%, το χαμηλότερο ποσοστό στην Ε.Ε. μαζί με τη Λιθουανία (33,1%). Συνολικά πληρώνουμε δηλαδή τους χαμηλότερους, σε σχέση με το εισόδημά μας, φόρους και εισφορές στην κοινωνική ασφάλιση στην Ευρώπη.

Αν μάλιστα κοιτάξουμε την επίκαιρη εν όψει εκλογών Τοπική Αυτοδιοίκηση, το χαμηλότερο μετά την Κύπρο (που όμως έχει την ιδιομορφία της μικρής, ενιαίας περιφέρειας) ποσοστό εσόδων και δαπανών 3,1% του ΑΕΠ (ευρωπαϊκός μέσος όρος 11%) γίνεται μόλις 2,5%.

Από μια υπεύθυνη κυβέρνηση θα περίμενε κανείς να προβληματισθεί πρώτα γι αυτή τη διάσταση της αναθεώρησης και να επανεξετάσει τους στόχους της, αρχίζοντας από τη φορολογική πολιτική και τη χρηματοδότηση της παιδείας. Άλλες είναι όμως οι προτεραιότητες της κυβέρνησης Καραμανλή: να γλιτώσει από την επιτήρηση για να έχει κάποια περιθώρια να χειρισθεί φόρους και δαπάνες ακριβώς πριν από τις εθνικές εκλογές...

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι