Προς μία περιβαλλοντική ΕΕ

Ντέιβιντ Μίλιμπαντ, Centre for European Reform, www.ppol.gr,, 17/10/2006

Όταν αναμείχθηκα στην ίδρυση του «κέντρου για ευρωπαϊκή μεταρρύθμιση» (CER) το 1994, ήλπιζα πως το κέντρο θα μεταβαλλόταν σε σημαντική πηγή ιδεών και συζητήσεων για το μέλλον της Ευρώπης.

Από εκείνη την εποχή, παρά τις εμπνευσμένες προσπάθειες του προσωπικού του κέντρου, η εικόνα της Ευρώπης στο Ηνωμένο Βασίλειο δεν βελτιώθηκε.

Η Ευρώπη χρειάζεται ένα νέο «raison d’ être» (λόγο ύπαρξης).

Για τη γενιά μου η επιδίωξη της ειρήνης δεν αρκεί για να υποστηρίξει ηθικά ένα νέο γύρο στην ευρωπαϊκή οικοδόμηση.

Το περιβαλλοντικό ζήτημα είναι εκείνο που είναι σε θέση να ενώσει καλύτερα την Ευρώπη με τους πολίτες της και να νομιμοποιήσει στα μάτια τους τούς ευρωπαϊκούς θεσμούς.

Περιβαλλοντικό ζήτημα και ευρωπαϊκή οικοδόμηση ταιριάζουν τέλεια: το ένα είναι μία αποστολή που ζητά τον ήρωά της, η άλλη ένας ήρωας σε αναζήτηση αποστολής.

Η ανησυχία για την κλιματική αλλαγή διαδίδεται γρήγορα, παντού στην Ευρώπη.

Οι πολίτες γνωρίζουν πως το ζήτημα αυτό υπερβαίνει τα εθνικά σύνορα.

Γνωρίζουν επίσης πως όσο σοφά μέτρα κι αν εφαρμόσει μια χώρα, θα είναι άχρηστα αν δεν την ακολουθήσουν πολλά ακόμα κράτη

Το περιβαλλοντικό ζήτημα είναι ασύμβατο με τον απομονωτισμό.

Υπαγορεύεται έτσι ένας νέος ρόλος για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ), που καλείται να δημιουργήσει νέους θεσμούς και να πάρει νέες πρωτοβουλίες, ώστε να κατορθώσουν οι πολίτες της να πραγματοποιήσουν την επιτυχημένη μετάβαση προς μία οικονομία χαμηλών εκπομπών αερίων διοξειδίου του άνθρακα.

Τα 450 εκατομμύρια Ευρωπαίων είναι εις θέση να συμβάλουν αποφασιστικά στην παγκόσμια μείωση της εκπομπής των αερίων θερμοκηπίου.

Κι αν λειτουργήσει σαν ενιαίο μπλοκ, η ΕΕ θα μπορούσε να ρυμουλκήσει τις ΗΠΑ, την Κίνα και την Ινδία στο να δεσμευτούν πως θα αντιμετωπίσουν πράγματι την κλιματική αλλαγή.

Η Ευρώπη έχει να παρουσιάσει αξιόλογο περιβαλλοντικό έργο, από τη βελτίωση της ποιότητας του αέρα έως την καθιέρωση υψηλής ποιότητας διαχείρισης των απορριμμάτων.

Η πρόκληση όμως της μείωσης των εκπομπών σε διοξείδιο του άνθρακα και άλλα αέρια θερμοκηπίου είναι εντελώς διαφορετικής κλίμακας.

Εδώ χρειαζόμαστε να μείνουμε αμετακίνητοι στους στόχους μας.

Πρώτον, το σχήμα εμπορίας εκπομπών της ΕΕ έχει να παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο.

Πρόκειται σήμερα για την πλέον προωθημένη παγκοσμίως περιβαλλοντική πολιτική, που βοηθά προϊόντα και υπηρεσίες να καταστούν ενεργειακά πιο αποτελεσματικά και να αναπτύξουν νέες καθαρές πηγές ενέργειας.

Το σχήμα καθορίζει μεν ποιο είναι το χαμηλότερο επιτρεπτό επίπεδο εκπομπών, αλλά επιτρέπει σε κάθε επιχειρηματικό κλάδο να ορίσει μόνος του πώς θα πετύχει το όριο αυτό.

Έτσι, αυτό που ρυθμίζεται είναι τα αποτελέσματα, όχι ο τρόπος να τα πετύχεις.

Αυτό που χρειάζεται να κάνουμε ακόμα είναι να τροποποιήσουμε το σχήμα, ώστε το μέλλον της εμπορίας εκπομπών να είναι πιο εξασφαλισμένο και να συμπεριλάβουμε στην πολιτική αυτή τομείς όπως οι οδικές και αεροπορικές μετακινήσεις.

Δεύτερον, η ΕΕ χρειάζεται να γίνει πιο παρούσα διεθνώς, σε μία σειρά περιπτώσεων.

Σύμφωνα με τη «συμφωνία πλαίσιο του ΟΗΕ για την κλιματική αλλαγή» και το «πρωτόκολλο του Κιότο», χρειάζεται μακροπρόθεσμα να σταθεροποιήσουμε τις εκπομπές αερίων θερμοκηπίου.

Χρειάζεται όμως ταυτόχρονα να συνεργαζόμαστε άμεσα με αναδυόμενες οικονομίες όπως η Κίνα και η Ινδία, για να μπορέσουν κι αυτές να αναπτύξουν οικονομίες με χαμηλές εκπομπές αερίων θερμοκηπίου και να εμποδιστεί έτσι μία επικίνδυνων διαστάσεων κλιματική αλλαγή.

Η έκθεση του Νικ Στερν (Nick Stern), που πρόκειται να δημοσιευτεί αργότερα φέτος, αποδεικνύει πως το κόστος της κλιματικής αλλαγής θα είναι κατά πολύ μεγαλύτερο του κόστους της άμεσης αντιμετώπισης των οικονομικών, κοινωνικών και περιβαλλοντικών αιτίων που την προκαλούν.

Θα πρέπει να συνεχίσουμε να αναζητούμε τρόπους ώστε οι «πράσινες» επενδύσεις να συνεχίσουν να ρέουν προς τον αναπτυσσόμενο κόσμο, όπως π.χ. μέσω του «πλαισίου επενδύσεων στις καθαρές ενέργειες» της «παγκόσμιας τράπεζας».

Τρίτον, ο αγροτικός τομέας και ο τομέας παραγωγής τροφίμων είναι σε τέτοιο βαθμό αλληλένδετοι με το φυσικό περιβάλλον που χρειάζεται να κατέχουν κεντρική θέση στην προσπάθεια για επίτευξη των περιβαλλοντικών μας στόχων.

Στο Ηνωμένο Βασίλειο, η γεωργία παράγει το 7% των αερίων θερμοκηπίου, αν και αντιπροσωπεύει το 1% μόνο του ΑΕΠ.

Ο τομέας χρειάζεται να αλλάξει, ώστε να συμβάλει εποικοδομητικά στο περιβάλλον, συμπεριλαμβανομένης της επέκτασης παραγωγής βιοκαυσίμων και βιομάζας.

Όταν, το 2008-09 μπει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων το ζήτημα της αναθεώρησης της «κοινής αγροτικής πολιτικής» (ΚΑΠ) και του προϋπολογισμού της ΕΕ, θα χρειαστεί να κτίσουμε πάνω στις πρόσφατες αναθεωρήσεις της ΚΑΠ για να την καταστήσουμε ακόμα πιο συμβατή με την οικονομική ανάπτυξη και την προστασία του περιβάλλοντος.

Τέταρτον, χρειάζεται να ενισχυθεί ο περιβαλλοντικός πυλώνας της στρατηγικής της Λισσαβόνας.

Ο τομέας περιβαλλοντικών προϊόντων και αγαθών έχει πελώρια περιθώρια δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας.

Με το πετρέλαιο όμως στα 60 δολάρια το βαρέλι, όλες οι επιχειρήσεις κατανοούν πως η ανταγωνιστικότητά τους εξαρτάται από την ενεργειακή τους αποτελεσματικότητα, όχι μόνο από την ορθή αξιοποίηση των ανθρωπίνων πόρων.

Η κλιματική αλλαγή είναι σήμερα η σοβαρότερη πρόκληση που αντιμετωπίζει η ανθρωπότητα.

Δεν μπορεί να αντιμετωπισθεί χωρίς ενεργό παρουσία της ΕΕ.

Η ανάγκη να αντιμετωπισθεί αυτό το πρόβλημα, διαθέτει το πολιτικό δυναμικό να συσπειρώσει τους Ευρωπαίους πολίτες.

Ο David Miliband είναι υπουργός περιβάλλοντος, τροφίμων και αγροτικών ζητημάτων του Ηνωμένου Βασιλείου

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι