Νέοι παίκτες οι πολυεθνικές των φτωχότερων

Ελίζα Παπαδάκη, Κυριακάτικη Αυγή, 22/10/2006

Μια βαθιά αλλαγή στην παγκόσμια οικονομία επισημαίνει η τελευταία έκθεση των Ηνωμένων Εθνών για τις παγκόσμιες επενδύσεις, που δόθηκε στη δημοσιότητα την περασμένη εβδομάδα: το αυξανόμενο οικονομικό και πολιτικό βάρος μερικών αναπτυσσομένων χωρών, όπως αντανακλάται στις επενδύσεις τους σε άλλες αναπτυσσόμενες, αλλά και σε ανεπτυγμένες χώρες, καθώς και στην ανάδειξη δικών τους πολυεθνικών εταιρειών σε μείζονες παίκτες στις διεθνείς αγορές. Σε αλματώδη άνοδο τα τελευταία χρόνια, το 2005 οι ξένες άμεσες επενδύσεις εταιρειών από αναπτυσσόμενες χώρες έφθασαν τα 133 δισ. δολάρια, αντιπροσωπεύοντας το 17% των παγκόσμιων εκροών. Η διεθνής επενδυτική δραστηριότητα παύει να αποτελεί αποκλειστικό προνόμιο των πολυεθνικών των πλουσίων χωρών, η παραδοσιακή εικόνα που είχαμε από τις προηγούμενες δεκαετίες δεν ισχύει πια.

Η μετατόπιση αυτή καταγράφεται και στην κλίμακα της ελληνικής οικονομίας, όπως τονίσθηκε σε ημερίδα που διοργάνωσε το ΙΟΒΕ με αφορμή την παγκόσμια έκθεση. Ενώ η εισροή ξένων άμεσων επενδύσεων στην Ελλάδα παραμένει απογοητευτικά χαμηλή (μόλις στο 1,1% των συνολικών επενδύσεων παγίου κεφαλαίου το 2005, έναντι 9,4% στη διεθνή αγορά, 16,1% στην Ευρωπαϊκή Ένωση), χωρίς να διακρίνεται κάποια βελτίωση των προοπτικών για την προσέλκυσή τους στο μέλλον, η επενδυτική δραστηριότητα ελληνικών εταιρειών στο εξωτερικό αυξάνεται ραγδαία: από 412 εκατομμύρια δολάρια το 2003 σε 1,03 δισ. το 2004 και σε 1,4 δισ. το 2005. Συνολικά και αυτή είναι ακόμα χαμηλή (το 2005 αντιπροσωπεύει το 2,7% των επενδύσεων παγίου κεφαλαίου, έναντι 8,3% στη διεθνή αγορά, 21,1% στην Ε.Ε.), αλλά εδώ η ανοδική δυναμική φαίνεται ότι θα συνεχισθεί. Και οι επενδύσεις αυτές φαίνεται να έχουν θετικές επιδράσεις στην εγχώρια οικονομία, τόσο στις εξαγωγές όσο και στην απασχόληση, σύμφωνα με τα πρώτα αποτελέσματα σχετικής μελέτης που εκπονείται στο ΙΟΒΕ.

Ελίζα ΠΑΠΑΔΑΚΗ

Άλμα 29% στις παγκόσμιες ξένες επενδύσεις το 2005

Νέα ρεκόρ στην Αφρική, τη Δυτική Ασία, τη Νοτιοανατολική Ευρώπη και τις πρώην σοβιετικές δημοκρατίες

Αλλά τη μερίδα του λέοντος αποσπά η Ευρωπαϊκή Ένωση

Μετά τη σημαντική αύξησή τους το 2004, οι παγκόσμιες ροές ξένων άμεσων επενδύσεων (ΞΑΕ, δηλαδή επενδύσεις απ ευθείας σε παραγωγικές δραστηριότητες άλλων χωρών που έχουν μονιμότερο χαρακτήρα, σε αντιδιαστολή με τις εφήμερες διεθνικές τοποθετήσεις σε χρηματιστηριακούς τίτλους) πραγματοποίησαν το 2005 ένα νέο άλμα κατά 29%, φθάνοντας τα 916 δισ. δολάρια. Το ενδιαφέρον χαρακτηριστικό αυτού του άλματος, όπως τόνισε παρουσιάζοντας την έκθεση ο γενικός γραμματέας της UNCTAD, της Διάσκεψης των Ηνωμένων Εθνών για το Εμπόριο και την Ανάπτυξη, Σουπατσάι Πανιτσπάκντι, είναι ότι όλες οι μείζονες περιφέρειες του πλανήτη συμμετείχαν στην αύξηση: Οι ροές προς την Αφρική και τη Δυτική Ασία αυξήθηκαν πάνω από 80% φθάνοντας τα 31 δισ. και τα 34 δισ. αντίστοιχα. Κύριος μαγνήτης μεταξύ των αναπτυσσομένων χωρών παρέμεινε η Νότια, Ανατολική και Νοτιοανατολική Ασία με 165 δισ, ενώ σχετικά υψηλά επίπεδα διατήρησε η Λατινική Αμερική με 104 δισ. Οι ΞΑΕ στη Νοτιοανατολική Ευρώπη και την Κοινοπολιτεία Ανεξαρτήτων Κρατών (πρώην ΕΣΣΔ) έφθασαν για πρώτη φορά τα 40 δισ. Μεγαλύτερη ωστόσο ήταν η αύξηση 37% στις ανεπτυγμένες χώρες, όπου οι ΞΑΕ έφθασαν τα 542 δισ, από τις οποίες ο κύριος όγκος, 422 δισ. πήγε στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Καθοριστικό ρόλο, στις ανεπτυγμένες χώρες προπάντων έπαιξαν οι υπερσυνοριακές συγχωνεύσεις και εξαγορές, που διπλασιάσθηκαν σχεδόν έναντι του 2004 φθάνοντας τα 716 δισ. δολάρια.

Η έντονα ανοδική τάση φαίνεται να συνεχίζεται το 2006: Οι υπερσυνοριακές συγχωνεύσεις και εξαγορές δείχνουν το πρώτο εξάμηνο ετήσια αύξηση 39%. Στην Αφρική αναμένονται μεγαλύτερες ροές χάρη στις υψηλές τιμές των πρώτων υλών και την υψηλή ζήτηση των αναπτυσσομένων ασιατικών οικονομιών για φυσικούς πόρους. Και υψηλές θα είναι οι ενδοπεριφερειακές ροές ΞΑΕ στη Νότια και Νοτιοανατολική Ασία, με πρωταγωνιστές την Κίνα και την Ινδία.

Ο κύριος όγκος των ΞΑΕ το 2005 κατευθύνθηκε στις υπηρεσίες (χρηματοοικονομικές, τηλεπικοινωνίες, αγορές ακινήτων), ενώ η άνοδος του πρωτογενούς τομέα, πετρέλαιο και φυσικό αέριο κυρίως, ιδιαίτερα σημαντικός στην Αφρική (55% των ΞΑΕ στην Αλγερία, 80% στη Νιγηρία) περιόρισε το μερίδιο της μεταποίησης.

Οι νέες πολυεθνικές από την Ασία

Αλλά το νέο φαινόμενο, στο οποίο επέμεινε ο Σουπατσάι Πανιτσπάκντι, είναι η ανάδυση και ταχεία εξάπλωση πολυεθνικών εταιρειών από τις αναπτυσσόμενες και τις χώρες "σε μετάβαση" (πρώην σοσιαλιστικές). Έχοντας δεκαπλασιάσει από το 1990 τις ΞΑΕ τους σε 133 δισ. δολάρια που αντιπροσώπευαν το 17% των παγκοσμίων ροών το 2005, κατέχουν πλέον το 12% των επενδυμένων ξένων κεφαλαίων στον κόσμο - 1,4 τρισ. δολάρια το 2005 από 150 εκατομμύρια δολάρια το 1990! Και στη λίστα των 500 μεγαλύτερων εταιρειών του περιοδικού Fortune περιλαμβάνονταν 47 εταιρείες από αναπτυσσόμενες και χώρες "σε μετάβαση" το 2005, 57 το 2006.

Στο πετρέλαιο, το φυσικό αέριο, τα ορυχεία, τη μεταλλουργία, το χάλυβα, οι νέες πολυεθνικές ανταγωνίζονται κατά μέτωπο με εταιρείες των ανεπτυγμένων χωρών. Πιο περιορισμένες στην ευρύτερη περιφέρειά τους παραμένουν όσες δραστηριοποιούνται στις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες και τις υποδομές. Αλλά εντελώς ανοικτές στο διεθνή ανταγωνισμό είναι εταιρείες ηλεκτρονικών, ενδυμάτων, πληροφορικής και τηλεπικοινωνιών. Όλες σχεδόν έχουν την έδρα τους στην Ασία.

Η κινητήρια δύναμη για την ανάπτυξη αυτών των νέων πολυεθνικών εταιριών, σύμφωνα με το γενικό γραμματέα της UNCTAD, είναι η σύνδεση με τη διαδικασία της παγκοσμιοποίησης: Καθώς οι αναπτυσσόμενες χώρες ανοίγονται στο διεθνή ανταγωνισμό, οι επιχειρήσεις τους υποχρεώνονται να ανταγωνισθούν με τις πολυεθνικές άλλων χωρών στις δικές τους και στις ξένες αγορές, οπότε οι ΞΑΕ γίνονται γι αυτές μια πρόσθετη στρατηγική επιλογή, με σημαντικότερο κίνητρο την πρόσβαση στις ξένες αγορές. Πρόσθετοι λόγοι είναι η εξασφάλιση πετρελαίου, αερίου και άλλων πρώτων υλών, αλλά και η απόκτηση τεχνογνωσίας που δεν είναι διαθέσιμη στη χώρα τους. Οι επιπτώσεις είναι ευεργετικές για τη χώρα προέλευσης των ΞΑΕ, εφόσον μπορεί να ενισχύεται η ανταγωνιστικότητα των εταιρειών που επενδύουν, αλλά και να διαχέεται, ωθώντας σε αναδιάρθρωση ολόκληρης της οικονομίας

Πολύ σημαντικές είναι όμως ευρύτερα οι συνέπειες για την παγκόσμια ανάπτυξη, καθώς τα τρία τέταρτα τουλάχιστον των ΞΑΕ από αναπτυσσόμενες χώρες κατευθύνονται σε άλλες αναπτυσσόμενες χώρες, ενισχύοντας τη συνεργασία μεταξύ των χωρών του Νότου. Το μεγαλύτερο μέρος ακόμα παραμένει εντός της Νότιας και Ανατολικής Ασίας, αλλά έχουν ξεκινήσει ροές μεταξύ Ασίας και Αφρικής, Ασίας και Λατινικής Αμερικής. Σε πολλές από τις λιγότερο ανεπτυγμένες χώρες οι μισές και πλέον ΞΑΕ που δέχονται προέρχονται από αναπτυσσόμενες χώρες. Και η UNCTAD επισημαίνει εδώ πλεονεκτήματα έναντι των ΞΑΕ του ανεπτυγμένου Βορρά: το επιχειρηματικό και τεχνολογικό μοντέλο είναι πλησιέστερο προς το δικό τους και άρα πιο αξιοποιήσιμο, ενώ δημιουργεί περισσότερη απασχόληση, αφού στις αναπτυσσόμενες χώρες επικρατούν τεχνολογίες μεγαλύτερης έντασης εργασίας σε όλους τους κλάδους. Αναφέρει πάντως και τον κίνδυνο, για τις μικρές αναπτυσσόμενες χώρες ιδίως, λίγες, μεγάλες πολυεθνικές αναπτυσσομένων χωρών να γίνουν κυρίαρχοι παίκτες στις οικονομίες τους, αποκτώντας μονοπωλιακή δύναμη.

Ξένες επενδύσεις δεν έρχονται στην Ελλάδα

ελληνικές πολυεθνικές όμως επενδύουν έξω

Και ενισχύουν τις εξαγωγές και την απασχόληση, σύμφωνα με μελέτη του ΙΟΒΕ

"Οι προοπτικές προσέλκυσης ξένων επενδύσεων στην Ελλάδα θα εξακολουθήσουν να είναι δυσμενείς, στο βαθμό που τα μέτρα πολιτικής δεν συνιστούν ένα συνεκτικό πλέγμα για την αύξηση της αποτελεσματικότητας της οικονομίας και θα συνεχισθεί ο αποσπασματικός χαρακτήρας των θεσμικών μεταρρυθμίσεων". Την εκτίμηση αυτή διατύπωσε ο πρόεδρός του ΙΟΒΕ Μιχαήλ Κορτέσης στην εκδήλωση που διοργανώθηκε προχθές για να παρουσιασθούν τα πρώτα αποτελέσματα μελέτης για τη θέση της χώρας στη διεθνή αγορά επενδύσεων, με αφορμή την έκθεση της UNCTAD.

Για την ανάλυση της ελκυστικότητας της Ελλάδας στις ΞΑΕ το ΙΟΒΕ κατάρτισε μια σειρά ποσοτικούς δείκτες οικονομικού περιβάλλοντος, που ιδίως όσον αφορά την αποτελεσματικότητα της μικροοικονομικής πολιτικής και τις επιδράσεις της προσφοράς, την εμφανίζουν να υστερεί, όχι μόνον έναντι του ΟΟΣΑ, αλλά και έναντι των χωρών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης καθώς και της Νοτιοανατολικής Μεσογείου ως το 2004. Την αρνητική αυτή εικόνα διόλου δεν αναιρεί η έκθεση για την εφαρμογή του εθνικού προγράμματος μεταρρυθμίσεων που παρουσίασε την περασμένη εβδομάδα ο υπουργός Οικονομίας Γιώργος Αλογοσκούφης: πέρα από τη μείωση του δημοσίου ελλείμματος, τη μείωση της φορολογίας για τις επιχειρήσεις, τις συμπράξεις δημόσιου και ιδιωτικού τομέα και τη νέα γενιά των ιδιωτικοποιήσεων, το μεγαλύτερο μέρος της έκθεσης αναλίσκεται στη γενική περιγραφή στόχων της στρατηγικής της Λισσαβώνας και των συναφών προγραμμάτων που χρηματοδοτούνται με κοινοτικούς πόρους, με χρόνια ζητήματα όπως το χωροταξικό σχέδιο και την αναμόρφωση του πτωχευτικού κώδικα να παραμένουν σε εκκρεμότητα, την καταπολέμηση της γραφειοκρατίας ή και τον "εθνικό διάλογο για την παιδεία" να αποτελούν αφηρημένες διακηρύξεις σε κατάφωρη αντίθεση με την πραγματικότητα. Ούτε ο πρόεδρος του Συμβουλίου Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων Πλούταρχος Σακελάρης, που μίλησε στην εκδήλωση για το πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων, αντέκρουσε άλλωστε την απαισιόδοξη εκτίμηση του ΙΟΒΕ. Ενώ στα μάλλον ευνοϊκά για την κυβερνητική πολιτική σχόλιά της, η αποστολή του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου σημείωνε και αυτή προχθές την υστέρηση σε ανταγωνιστικότητα και δυναμισμό που υποδηλώνουν οι χαμηλές ΞΑΕ, υποδεικνύοντας περαιτέρω μεταρρυθμίσεις στις αγορές προϊόντων και εργασίας και βελτίωση της δημόσιας διοίκησης.

Αντίθετα, η μελέτη που καταρτίζουν ο διευθυντής έρευνας του ΙΟΒΕ καθηγητής Θεοδόσιος Παλάσκας και η δρ Μαρίνα Παπαναστασίου, η οποία εκπροσωπεί την UNCTAD στην Ελλάδα για την παγκόσμια έκθεση επενδύσεων, διαπιστώνει σημαντική δυναμική στις επενδύσεις των ελληνικών επιχειρήσεων στο εξωτερικό, που το 2005 αυξήθηκαν κατά 41% φθάνοντας τα 1,4 δισ. δολάρια. Το μεγαλύτερο μέρος των εκροών ΞΑΕ της Ελλάδας κατευθύνεται προς τις χώρες της Βαλκανικής (Ρουμανία, Βουλγαρία, Αλβανία, ΠΓΔ Μακεδονίας, ΟΔ Γιουγκοσλαβίας) αλλά και στη Βόρεια Αφρική (Αίγυπτος) και στις ΗΠΑ.

Σύμφωνα με τα πρώτα αποτελέσματα της μελέτης, οι επενδύσεις των ελληνικών επιχειρήσεων στο εξωτερικό έχουν επιδράσει θετικά τόσο στις εξαγωγές όσο και στην απασχόληση. Ενώ την περίοδο 2001-2004 οι συνολικές εγχώριες εξαγωγές αυξάνονται κατά 17,9%, οι εξαγωγές των ελληνικών πολυεθνικών εταιρειών που είχαν επενδύσεις στο εξωτερικό αυξάνονται κατά 169,4%. Επίσης, σε ένα δείγμα θυγατρικών πολυεθνικών εταιρειών που το 2001 απασχολούσαν 16.000 εργαζόμενους, ο αριθμός σήμερα προσεγγίζει τους 35.000.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι παράγοντες που προσδιορίζουν την απόφαση των επιχειρήσεων να επενδύσουν στο εξωτερικό: ο κυριότερος, σύμφωνα με τα ευρήματα της έρευνας, με τιμή 6,8 είναι η εκμετάλλευση νέων αγορών, και ακολουθεί με 5,8 η διατήρηση της ανταγωνιστικής θέσης στη διεθνή αγορά. Αντίθετα, παρά την εντύπωση που επικρατεί στην ελληνική κοινή γνώμη, οι διεθνείς ανταγωνιστικές πιέσεις στην Ελλάδα και το κόστος παραγωγής στην Ελλάδα βρέθηκαν τελευταίοι, μη καθοριστικοί παράγοντες με τιμή 2,8.

Credit Agricole - Finansbank: 2-2

Καπλάζει το εξωτερικό έλλειμμα

Στο ισοζύγιο πληρωμών του οκταμήνου Ιανουαρίου-Αυγούστου οι καθαρές εισροές άμεσων επενδύσεων εμφανίζονται στα 810,8 εκατομμύρια ευρώ, έναντι μόλις 52,2 εκατομμυρίων το αντίστοιχο οκτάμηνο του 2005, και από το στοιχείο αυτό πιάστηκε ο κ. Αλογοσκούφης για να χαρεί ότι αυξάνονται οι ΞΑΕ στη χώρα. Αλλά το μέγεθος αυτό μόλις ξεπερνά το οκτάμηνο του 2004 (776,4 εκατομμύρια). Όπως εξάλλου σημειώνει η Τράπεζα της Ελλάδος, τον Αύγουστο σημειώθηκε εισροή 2.090 εκατ. ευρώ για την εξαγορά της Εμπορικής Τράπεζας από την Credit Agricole, αλλά τον ίδιο μήνα πραγματοποιήθηκε και η εκροή 2.154 εκατ. ευρώ για την εξαγορά της τουρκικής Finansbank από την Εθνική Τράπεζα. Οι δύο, ασυνήθιστα μεγάλες για την ελληνική οικονομία ροές αλληλοεξουδετερώθηκαν.

Η πιο εντυπωσιακή εξέλιξη του οκταμήνου είναι όμως η αύξηση του ελλείμματος τρεχουσών συναλαγών κατά 86% στα 14.869 εκατ. ευρώ. Προήλθε κυρίως από την επιδείνωση του εμπορικού ισοζυγίου όπου το ακριβότερο πετρέλαιο και οι συγκυριακές αγορές πλοίων συνέβαλαν στη διεύρυνση του ελλείμματος κατά 5,5 δισ. ευρώ. Αλλά και χωρίς καύσιμα και πλοία, οι εξαγωγές αυξήθηκαν κατά 12,2% στα 7,5 δισ. ευρώ και οι πολύ μεγαλύτερες εισαγωγές 22,6 δισ. κατά 11,1%, συμβάλλοντας επίσης στη διεύρυνση του ελλείμματος, αφού ο λόγος εξαγωγών προς εισαγωγές είναι πλέον 1:3.

Αυτό το έλλειμμα θεωρεί "μη διατηρήσιμο" ή "μη βιώσιμο" πλέον το ΔΝΤ, και αυτή είναι ίσως η πιο ανησυχητική επισήμανση στα προκαταρκτικά συμπεράσματα που ανακοίνωσε η αντιπροσωπεία του προχθές.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι