Δημογραφία και πολιτική

Πώς θα αφοπλίσουμε την ωρολογιακή βόμβα

Ελίζα Παπαδάκη, Τα Νέα, 25/10/2006

Όταν, πριν από δύο εβδομάδες, ανακοινωνόταν στις Βρυξέλλες η κατάταξη της χώρας μας, μαζί με την Κύπρο και άλλα τέσσερα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στη ζώνη «υψηλού κινδύνου» ως προς τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα των δημοσίων οικονομικών, σημαντική μερίδα της κοινής γνώμης το αντιλήφθηκε σαν μία ακόμα από τις συνηθισμένες πιέσεις που δεχόμαστε πολλά χρόνια τώρα για αυστηρότερη δημοσιονομική πειθαρχία και για τη μεταρρύθμιση των συντάξεων - υπονοώντας ότι θα συνεχίσουμε να πορευόμαστε κουτσομπαλώνοντας, όπως μπορούμε - αν όχι σαν άλλη μία «επίθεση της νεοφιλελεύθερης Κομισιόν κατά των δικαιωμάτων των εργαζομένων».

Είναι αλήθεια ότι οι δημογραφικές προβολές της Eurostat, από τις οποίες απορρέει μια εκρηκτική διόγκωση των δαπανών για συντάξεις ώς το 2050, δεν συνιστούν προβλέψεις, αλλά ακριβώς προβολές: παίρνουν δηλαδή τις εξελίξεις των ετών 2000-2004 και, με την υπόθεση ότι δεν αλλάζουν τα δεδομένα, τις προβάλλουν τεσσερισήμισι δεκαετίες στο μέλλον. Έτσι πολλοί στην Ελλάδα είναι έτοιμοι να τις αμφισβητήσουν, με το επιχείρημα ότι αν αυτή η άσκηση είχε επιχειρηθεί π.χ. το 1990, τα αποτελέσματά της θα είχαν ανατραπεί από την έλευση ενός εκατομμυρίου μεταναστών τη δεκαετία που ακολούθησε. Οι συγκεκριμένες προβολές περιλαμβάνουν, βέβαια, τη μετανάστευση, και δείχνουν μια μείωση του πληθυσμού μας από 11,1 εκατομμύρια το 2005 σε 10,6 εκατομμύρια το 2050, υποθέτοντας ότι εν τω μεταξύ θα έχουν έρθει ακόμα 1,7 εκατομμύριο μετανάστες. Χωρίς αυτούς, ο πληθυσμός θα έπεφτε στα 8,9 εκατομμύρια, και ο λόγος είναι η χαμηλή γεννητικότητα: 1,3 παιδιά για κάθε γυναίκα το 2005, που ως τάση γίνεται 1,5 στις προβολές της Eurostat, αλλά πάντως προδιαγράφει μικρότερο αριθμό των γεννήσεων από τους θανάτους, μεγαλύτερη αύξηση των ηλικιωμένων από τα νέα άτομα, αυτό που έχει ονομασθεί γήρανση του πληθυσμού.

Ως προς τον αριθμό των μεταναστών που θα έρθουν δεν έχει πολύ νόημα να παίξουμε την κολοκυθιά. Είναι άλλωστε ακόμα μικρή μειοψηφία όσοι υποστηρίζουν μια πολιτική ανοικτών συνόρων ειλικρινά, με όλες τις προσπάθειες - και τις δαπάνες - που συνεπάγεται η υποδοχή και η ένταξη στην κοινωνία μας όλων εκείνων που προσπαθούν να μπουν αναζητώντας μια καλύτερη τύχη. Και θα χρειασθεί εντατική δημόσια συζήτηση, αλλά και συγκεκριμένες πολιτικές πρακτικές, αρχίζοντας από την οργάνωση υποδομών σε αλληλέγγυα βάση, όπου θα πρέπει να πολλαπλασιασθούν τα καλά τοπικά και εθελοντικά παραδείγματα, για να πεισθούν σημαντικά περισσότεροι. Θα απαιτηθεί δηλαδή κάποιος χρόνος. Όσον αφορά όμως τη γεννητικότητα, αν δεν θέλουμε τα παιδιά μας και τα παιδιά των παιδιών μας να ζήσουν σε μια κοινωνία γερόντων, φτώχειας και δυστυχίας, το ερώτημα πώς θα γινόταν να αυξηθεί ο μέσος αριθμός των παιδιών κάθε γυναίκας στο 1,9 που είναι σήμερα η τάση στη Γαλλία και τη Σουηδία π.χ. μπορούμε και πρέπει να το θέσουμε αμέσως.

Το έχει ήδη θέσει για λογαριασμό μας η Ευρωπαϊκή Επιτροπή: στην πρωτοβουλία «για τον αφοπλισμό της δημογραφικής ωρολογιακής βόμβας», ο πρώτος από τους πέντε τομείς για συγκεκριμένη δράση που εισηγείται σε κάθε χώρα είναι η βοήθεια προς τους ανθρώπους να εξισορροπούν την εργασία, την οικογένεια και την ιδιωτική ζωή, έτσι ώστε να μπορούν να έχουν όσα παιδιά επιθυμούν. Και το είπε πιο χειροπιαστά ο επίτροπος για την Απασχόληση, τις Κοινωνικές Υποθέσεις και τις Ίσες Ευκαιρίες Βλαντιμίρ Σπίντλα: «Ολοένα περισσότερο οι γυναίκες μεταξύ 30 και 45 αναγκάζονται να φέρουν ένα τριπλό φορτίο: κάνουν παιδιά, προχωρούν στην επαγγελματική τους σταδιοδρομία, φροντίζουν ηλικιωμένους γονείς». Δεν πρόκειται δηλαδή για προσωπικό πρόβλημα, όπως το βιώνουν, συχνά στα όρια της απόγνωσης, χιλιάδες γυναίκες στη χώρα μας, αλλά για πρόβλημα της κοινωνίας και ζήτημα πολιτικό. «Σε μια προσέγγιση του κύκλου της ζωής χρειαζόμαστε να κάνουμε τα εκπαιδευτικά μας συστήματα και τα εργασιακά μας πρότυπα πιο ευέλικτα, για να στηρίξουν όσες/ους θέλουν να κάνουν παιδιά, όταν τα θέλουν», πρόσθεσε ο Σπίντλα, και κατέληξε: «Είναι σημαντικό τα κράτη-μέλη να δώσουν ένα ισχυρό σήμα στις επιχειρήσεις και στους πολίτες να αλλάξουν τις προσδοκίες και τις στάσεις τους, ιδίως στην αγορά εργασίας».

Για τη συμφιλίωση της επαγγελματικής, της ιδιωτικής και της κοινωνικής ζωής, η Επιτροπή έχει ήδη ανοίξει μια διαδικασία διαβούλευσης με τους εργοδότες και τα συνδικάτα, ενώ τη Δευτέρα 30 Οκτωβρίου ανοίγει το πρώτο Φόρουμ Δημογραφίας με κυβερνητικούς εμπειρογνώμονες των χωρών-μελών. Δεν αρκούν κάποιες «πολιτικά ορθές» δηλώσεις, που εύκολα μπορούν να κάνουν κορυφαίες εργοδοτικές ενώσεις ή υπουργοί. Χρειάζεται να αλλάξουν οι εργοδοτικές συμπεριφορές, που είναι εξ αρχής εχθρικές απέναντι στις γυναίκες: συχνά δεν προσλαμβάνονται ως δυνητικές μητέρες, εξ ου και έχουν τριπλάσια σχεδόν ανεργία, και όταν είναι ήδη εργαζόμενες δεν διευκολύνονται αν αποκτήσουν παιδιά, αντίθετα υφίστανται διακρίσεις - όλοι/ες ξέρουμε πολλά παραδείγματα. Χρειάζεται δημόσια στήριξη με πόρους και θεσμούς. Και χρειάζεται ενεργητική συνδικαλιστική διεκδίκηση.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι