Ο κόσμος και τα ελληνικά… σύνδρομα

Μιχάλης Παπαγιαννάκης, Μεταρρύθμιση , Τεύχος 8, 2006, 28/10/2006

Με την ευκαιρία της ισραηλινής εισβολής στο Λίβανο και των όσων ακολούθησαν (και θα ακολουθήσουν…), ακούσαμε για πολλοστή φορά τα μύρια όσα που αμέσως ή εμμέσως σχετίζονται με το ρόλο της Ελλάδας στις εξελίξεις. Για μιαν ακόμη φορά επικράτησε ένας τόνος Αποκάλυψης, ένας ανέξοδος καταγγελτικός λόγος και πολλές εκκλήσεις για αποχή από τα τεκταινόμενα, για αναχωρητισμό και απομόνωση, μια και η κατάσταση γενικώς είναι άθλια, οι εξελίξεις προκαθορισμένες προς το χειρότερο, η οποιαδήποτε πολιτική αδύνατη. Η Ελλάδα, μας λένε, δεν έχει κανένα λόγο ή συμφέρον να ανακατευτεί με «όλα αυτά» (συνεργασίες, διαμεσολαβήσεις, ειρηνευτική αποστολή...), τα οποία εξάλλου προοιωνίζονται ή και προαναγγέλλουν και περαιτέρω δυσμενείς εξελίξεις στον ευρύτερο χώρο που την περιλαμβάνει (Κύπρος, Αιγαίο, Θράκη…).

Δηλαδή η Ελλάδα, με την αποχή της από «όλα αυτά», έχει κάποια καλύτερα πολιτικά και διπλωματικά, ίσως και στρατιωτικά μέσα και «όπλα», για να αποτρέψει δυσμενείς εξελίξεις στο Κυπριακό (επίσημη διχοτόμηση, κατάληψη όλου του νησιού ή άλλα χειρότερα ακόμη…). Για να αποφύγει τη «μοιρασιά» του Αιγαίου ή την απώλεια κυριαρχίας στο χώρο του (βραχονησίδες ή και νησιά…)… Για να εμποδίσει απόπειρες κηδεμονίας της στη Θράκη, ή και χειρότερα - όλα αυτά από τη μεριά της Τουρκίας και της αμερικανικής (και ισραηλινής; και ευρωπαϊκής; …) πολιτικής;

Από πού προκύπτει αυτή η πεποίθησή τους; Δεν είναι σαφές. Αν η συνεργασία, πρωτοβουλία και παρέμβαση της Ελλάδας είναι αρνητική και η αποχή δεν φαίνεται να εγγυάται τίποτε, τότε δικαιούται κανείς να αναρωτηθεί μήπως και άλλα στοιχεία πολιτικής υπονοούνται από τέτοιες τοποθετήσεις - όπως π.χ. η εθνική αναδίπλωση και οι αυξημένοι αμυντικοί εξοπλισμοί ή ακόμα και η αναζήτηση νέων συμμαχιών, έστω και φανταστικών, στην περιοχή ή στον κόσμο ;

Ας μη συνεχίσουμε με αυτήν την ανάλυση και ας επιστρέψουμε στα «βασικά», τα οποία συχνότατα και οι καλόπιστοι υποστηρικτές του αναχωρητισμού υποτιμούν ή παραμερίζουν. Είναι προφανές ότι η Ελλάδα ως κράτος και ως κοινωνία (στον κατάλογο των 25 πλουσιότερων του κόσμου, ας σημειωθεί...) έχει γενικότερα συμφέροντα να προφυλάξει και ενδιαφέροντα να προωθήσει, από τα πιο κλασικά και ομοθύμως αποδεκτά όπως η εδαφική ακεραιότητα και η κυριαρχία, ως τα πιο σύγχρονα και πιο συζητήσιμα στη συγκεκριμενοποίηση τους, όπως η παρουσία της στον ευρύτερο χώρο της και στον κόσμο, η ανάπτυξη του εμπορίου και των επενδύσεων, η ασφάλεια του ενεργειακού της εφοδιασμού, η ελευθερία της εμπορικής ναυτιλίας, η πρόσβαση στις νέες τεχνολογίες, η διεθνής συνεργασία στην προστασία του περιβάλλοντος και της δημόσιας υγείας, η άμυνα απέναντι σε διασυνοριακές φυσικές καταστροφές, η εκπαιδευτική, ερευνητική και πολιτιστική συνεργασία, κ.λπ. Μετέχει (και δυστυχώς όχι αρκετά ενεργητικά…) σε διεθνείς συμφωνίες και οργανισμούς, είναι μέλος του ΟΗΕ, της ΕΕ (που …δεν είναι απλώς ένας διεθνής οργανισμός ) και του μεταλλαγμένου και μάλλον πνέοντος τα λοίσθια ΝΑΤΟ, κ.λπ. Δεν γνωρίζω αν όλοι οι οπαδοί του αναχωρητισμού απορρίπτουν όλους αυτούς τους στόχους ή τμήμα τους, ή αποδέχονται ορισμένους από αυτούς, με αυτό ή το άλλο περιεχόμενο, πράγμα που θα ήταν απολύτως εύλογο. Νομίζω ότι ελάχιστοι είναι εκείνοι που θέλουν να αγνοούν ή και να απορρίπτουν συλλήβδην κάθε διεθνή ενέργεια της χώρας, άσχετα από την Κυβέρνηση της στιγμής.

Αν έτσι έχουν τα πράγματα, ανοίγει ένας ευρύτατος χώρος διαλόγου και ουσιαστικής πολιτικής αντιπαράθεσης για πραγματικά ζητήματα, εξίσου σοβαρά με τα αυστηρά «εσωτερικά», αν τέτοια υπάρχουν πια με δεδομένες τις σημερινές εξελίξεις και προοπτικές του κόσμου. Και επειδή αργεί η ενδεχόμενη αλλαγή κατεύθυνσης αυτών των εξελίξεων, όποιος ενδιαφέρεται για την υπεύθυνη και δημιουργική άσκηση της πολιτικής, οφείλει να εγκύψει σοβαρά στο πώς είναι δυνατό να αξιοποιηθούν τα στοιχεία παρουσίας και σύνδεσης της χώρας με τον κόσμο, ή και να προτείνει νέα και εναλλακτικά, ώστε να υπηρετηθούν οι στόχοι που ο ίδιος υποστηρίζει. Και τότε αλλάζει σημαντικά και η ποιότητα και η αποτελεσματικότητα του διαλόγου και της όποιας αντιπαράθεσης. Για παράδειγμα, αντί να καταγγέλλει κανείς τον ΟΗΕ και τις (ομόφωνες στην περίπτωση του Λιβάνου) αποφάσεις του, να συζητήσουμε με ποιες συνεργασίες και ποιες προτάσεις μπορούν αυτές οι αποφάσεις να βοηθήσουν την υπόθεση της ειρήνης και της αποκατάστασης της κυριαρχίας του Λιβάνου και να στρώσουν το δρόμο για να προχωρήσει η υπόθεση του ανεξάρτητου Παλαιστινιακού κράτους. Και είναι, ειρήσθω εν παρόδω, αστείο έως και επικίνδυνο να αντιμετωπίζεται αυτό το ζήτημα σε αντίθεση με αυτά που ζητάει ο ίδιος ο Λίβανος, που αποδέχεται η Συρία ή η Χεσμπολά και ενώ αναζωπυρώνεται η διαδικασία διαπραγματεύσεων Αράβων- Ισραήλ…

Φυσικά, μπορεί πάντα κανείς να προβλέπει τις χειρότερες δυνατές εξελίξεις και ανατροπές και να εμμένει στις καταγγελίες των πάντων, αναμένοντας την επαλήθευση και τη δικαίωση. Η υπεύθυνη άσκηση της πολιτικής είναι εκείνη που κάνει τα πάντα για να μην υπάρξει μια τέτοια επαλήθευση και αντιθέτως, να προωθηθούν λύσεις πολιτικές, με διάλογο, συμβιβασμούς και συναίνεση που να ανοίγουν ένα διαφορετικό μέλλον και για τη Μέση Ανατολή και για την ευρύτερη περιοχή. Περιλαμβανομένης και της Ευρώπης, που στο συγκεκριμένο ζήτημα ήταν ομόφωνη, και έτσι και της Ελλάδας.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι