Ένα σχεδόν πανευρωπαϊκό μπλακ άουτ

Στάθης Λουκάς, Αυγή, 09/11/2006

Η κρίσιμη σχέση που έχει η ενέργεια με τη ζωή μας στην καθημερινότητα της και την προοπτική της έρχεται τώρα τελευταία στην επιφάνεια σαν εναλλασσόμενο ρεύμα, με το πέρασμά του από θετικό σε αρνητικό πρόσημο.

Μια καλή είδηση που αφορά π.χ. τη σχετική μείωση των τιμών του πετρελαίου συνοδεύεται από μια πληθώρα αρνητικών ειδήσεων. Που ξεκινάνε από την έκθεση του ΟΗΕ για την ερημοποίηση του πλανήτη, εκείνη της WWF, του Stern κ.λπ. για τις αλλαγές του κλίματος μέχρι την τελευταία για το σχεδόν πανευρωπαϊκό μπλακ άουτ. Που διέσχισε σαν κεραυνός του Δία τη μισή Ευρώπη -από τη Γερμανία στη Γαλλία, Ιταλία ξεμπαρκάροντας στις μαροκινές ακτές- τις 4/11, και ευτυχώς σε χρονική περίοδο που οι κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας είναι εξαιρετικά χαμηλή.

Καταστάσεις "συναγερμού" και δυσλειτουργίας των ενεργειακών ηλεκτρικών συστημάτων -και όχι μόνον- παρουσιάστηκαν με εμβληματική συχνότητα από τις αρχές τις τρίτης χιλιετίας στον γεωγραφικό χώρο του λεγόμενου "πρώτου κόσμου". Από τις ΗΠΑ στην Μ. Βρετανία, από τη Σκανδιναβία στη Γαλλία, από την Ιταλία στη χώρα μας και μάλιστα τα χρόνια των Ολυμπιακών Αγώνων. Στη χώρα μας δε, ιδίως τους καλοκαιρινούς μήνες, περιφέρεται ανά την επικράτεια σε υπνοβατική κατάσταση έτοιμο να εκραγεί με τη συνδρομή οποιουσδήποτε απρόβλεπτου τεχνικού ή μετεωρολογικού γεγονότος.

Εάν η ενεργειακή ανασφάλεια έχει γενικευθεί, και επεκτείνεται αδιάκριτα από ενεργειακές πηγές σε ενεργειακά ανύσματα, καλό θα ήταν να αναζητηθούν οι κατ αρχήν λόγοι, τα αρχικά αίτια καθώς και τα ερεθίσματα και τα "διδάγματα" που πρέπει να εξαχθούν.

Δύο είναι οι κύριοι γενεσιουργοί λόγοι των μπλακ-αουτ:

α. Σε κάθε εθνικο-γεωγραφικό ηλεκτρικό σύστημα οι γραμμές μεταφοράς είναι κατά κανόνα περιορισμένες και διάσπαρτες σε έναν πυκνοκατοικημένο γεωγραφικό χώρο, όπως είναι ο ευρωπαϊκός. Κατά το πλείστον έχουν κατασκευασθεί από καθέτως ολοκληρωμένα μονοπώλια και είναι υπολογισμένες για τη μέγιστη ικανότητα μεταφοράς στο πλαίσιο του μονοπωλίου και όχι για ανταλλαγή μεταξύ διαφορετικών παραγωγών και συστημάτων. Ενώ η διασύνδεση γεννήθηκε με την πρόθεση αμοιβαίας βοήθειας σε περίπτωση περιορισμένης χρονικά έλλειψης ισχύος. Πρόκειται, ως επί το πλείστον, για γραμμές που είχαν διαστασιολογηθεί για τη μεταφορά περιορισμένων χρονικά και ποσοτικά ηλεκτρικών ροών. Ενώ στην ευρωπαϊκή ηλεκτρική αγορά, που διαμορφώνεται, η ηλεκτρική ενέργεια που μεταφέρεται είναι ποσοτικά πολύ μεγαλύτερη και για πολύ μεγαλύτερα χρονικά διαστήματα και με αυξητικές τάσεις για το άμεσο μέλλον.

β. Διανύουμε μια περίοδο που, σε αντίθεση με την περίοδο των μονοπωλίων, έχουν περιορισθεί οι επενδύσεις στις γραμμές μεταφοράς γιατί δεν είναι "ελκυστικές".

Εκτιμάται, πράγματι, ότι από τα συνολικά κέρδη του ηλεκτρικού κύκλου στη μεταφορά αντιστοιχεί το 7-8% κατά μέσον όρο. Βρισκόμαστε μπροστά σε μια ανεπάρκεια επενδύσεων ως συνέπεια των διαδικασιών "απελευθέρωσης - ιδιωτικοποίησης" και όχι μόνον.

Σε ένα ανταγωνιστικό και ιδιωτικοποιημένο πλαίσιο οι βιομηχανικές ενεργειακές επιχειρήσεις επενδύουν όταν αυτό ανταποκρίνεται στις επιδιώξεις του "στενού δικού τους" συμφέροντος και όχι όταν είναι ανάγκη να εξασφαλίσουν το συνεχές της τροφοδοσίας. Παρ όλα τα τεράστια κέρδη των τελευταίων ετών οι εταιρείες δεν επένδυσαν στον βαθμό που ήταν και είναι αναγκαίος για την εξασφάλιση της βεβαιότητας της ενεργειακής τροφοδοσίας. Στον κοινό ευρωπαϊκό χώρο η ικανότητα παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, η ικανότητα μεταφοράς των πρώην εθνικών δικτύων και των δικτύων διασύνδεσης έχει αγγίξει τα επίπεδα κορεσμού. Σε αντίθεση με την αύξηση της ζήτησης. Μάλιστα σε τέτοιο βαθμό που τα όρια διασφάλισης βεβαιότητας της τροφοδοσίας είναι κάτω από το 5% (σχέση προσφοράς / ζήτησης).

Από εδώ απορρέουν οι κίνδυνοι των μπλακ άουτ. Τα ερεθίσματα και τα διδάγματα που προκύπτουν είναι τρία κυρίως.

Πρώτον: Κάτι πάρα πολύ σημαντικό δεν πήγε καλά στις διαδικασίες "απελευθέρωσης - ιδιωτικοποίησης", σε τέτοιο βαθμό που βάζει σε μεγάλο ρίσκο την ασφάλεια τροφοδοσίας.

Δεύτερον: οι εθνικές ηλεκτρικές ευρωπαϊκές αγορές γίνονται όλο και πιο αλληλεξαρτώμενες, σε τέτοιο βαθμό που ένας οποιοσδήποτε παράγοντας κρίσης που παρουσιάζεται σε ένα εθνικό δίκτυο -όπως στην περίπτωση της Γερμανίας- αντανακλάται αστραπιαία στα άλλα εθνικά δίκτυα με επιπτώσεις που δύσκολα ελέγχονται.

Τρίτον: μπροστά σε μια τέτοια πραγματικότητα οι εθνικές πολιτικές αποδεικνύονται αναποτελεσματικές και, αν περιορισθούμε σε αυτές, δαπανηρές. Παρά την αποτυχία μέχρι στιγμής της Ε.Ε. (και εδώ) δεν απομένει παρά ο αναγκαστικός δρόμος της υπερεθνικής συνεργασίας που θα εκφράζεται οργανωτικά, θεσμικά και πολιτικά με μια ενιαία ενεργειακή πολιτική. Από διάφορες πλευρές (τροφοδότηση φυσικού αερίου, σχέσεις με χώρες παραγωγής πετρελαίου, εξοικονόμηση ενέργειας, μείωση των εκπομπών, "αλληλοσπαραγμός" ενεργειακών γιγάντων, νέος ενεργειακός εθνικισμός, ενεργειακός "ατλαντισμός" κ.λπ.) έρχεται τελευταία στην επιφάνεια η αναγκαιότητα -που ενυπάρχει στην "Πράσινη Βίβλο" της Ε.Ε.- του κεντρικού υπεύθυνου, "σκηνοθέτη" της κοινής ενεργειακής πολιτικής της Ε.Ε. Που θα "αγγίζει" και τα προβλήματα όπως ο κίνδυνος του μπλακ άουτ, που σχετίζεται με διαδικασίες εξασφάλισης και ρύθμισης της προσφοράς.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι