Διέξοδος για την Ευρώπη η πολιτική ενέργειας

Ελίζα Παπαδάκη, Κυριακάτικη Αυγή, 12/11/2006

Την επείγουσα ανάγκη διεθνούς συνεργασίας, ώστε οι αυξανόμενες ενεργειακές ανάγκες του πληθυσμού της Γης να μην οδηγήσουν σε αλλαγή του κλίματος με καταστροφικές συνέπειες για τη ζωή στον πλανήτη, ανέδειξε η έκθεση Στερν, προτείνοντας συγκεκριμένες πολιτικές. Η Ευρώπη αναφερόταν εκεί ως θετικό παράδειγμα για κάποια πρώτα βήματά της στην επιβαλλόμενη κατεύθυνση. Κανένας λόγος αυταρέσκειας δεν υφίσταται όμως. Η τεράστια διακοπή ρεύματος που βύθισε στο σκοτάδι εκατομμύρια Ευρωπαίους στις 4 Νοεμβρίου, και κόντεψε να εξελιχθεί σε γενικευμένο μπλακ άουτ, ήρθε να υπενθυμίσει ότι και στην πλούσια και ορθολογική - υποτίθεται - ήπειρό μας, η ενεργειακή τροφοδοσία δεν είναι εξασφαλισμένη.

Η διακοπή "διέσχισε σαν κεραυνός του Δία τη μισή Ευρώπη, από τη Γερμανία στη Γαλλία, Ιταλία, ξεμπαρκάροντας στις μαροκινές ακτές, ευτυχώς σε χρονική περίοδο (10 το βράδυ του Σαββάτου) που η κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας είναι εξαιρετικά χαμηλή", έγραφε στις "Συναντήσεις" της "Αυγής" την Πέμπτη ο Στάθης Λουκάς και ανέλυε τα αίτια: Οι υφιστάμενες γραμμές μεταφοράς έχουν κατασκευασθεί από καθέτως ολοκληρωμένα εθνικά μονοπώλια - τις αδελφές της ΔΕΗ στα διάφορα ευρωπαϊκά κράτη. Αλλά ενώ στην υπό διαμόρφωση ευρωπαϊκή ηλεκτρική αγορά μεταφέρεται ολοένα περισσότερη ηλεκτρική ενέργεια, οι επενδύσεις σε νέες γραμμές μεταφοράς έχουν περιορισθεί γιατί δεν είναι "ελκυστικές", δεν κρίνονται δηλαδή αρκετά κερδοφόρες. Αυτή η ανεπάρκεια των επενδύσεων, που βάζει σε μεγάλο κίνδυνο την ασφάλεια τροφοδοσίας, είναι η συνέπεια των διαδικασιών "απελευθέρωσης-ιδιωτικοποίησης" που ακολουθούνται. Μπροστά στην ολοένα μεγαλύτερη αλληλεξάρτηση των εθνικών αγορών, οι εθνικές πολιτικές αποδεικνύονται αναποτελεσματικές, αλλά και δαπανηρές, διαπιστώνει ο Λουκάς, για να καταλήξει: "Παρά την έως τώρα αποτυχία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεν απομένει παρά ο αναγκαστικός δρόμος της υπερεθνικής συνεργασίας που θα εκφράζεται οργανωτικά, θεσμικά και πολιτικά, με μιαν ενιαία ενεργειακή πολιτική". Όχι μόνο για την αποτροπή του κινδύνου του μπλακ άουτ, αλλά και για την τροφοδότηση με φυσικό αέριο, τις σχέσεις με τις χώρες παραγωγής πετρελαίου, την εξοικονόμηση ενέργειας, τη μείωση των εκπομπών κ.λπ.

Ο πυρήνας της πρότασης αυτής ενυπάρχει στην "Πράσινη Βίβλο" της Επιτροπής, που οι εθνικοί εγωισμοί των κυβερνήσεων των ευρωπαϊκών κρατών επίμονα παρακάμπτουν. Αλλά ευτυχώς ανάλογες σκέψεις προβάλλονται ευρύτερα στην ευρωπαϊκή κοινή γνώμη. Από παρόμοιες διαπιστώσεις εκκινώντας, ο γνωστός οικονομολόγος και αρθρογράφος της Le Monde Ζαν-Πολ Φιτουσί προχώρησε μάλιστα την περασμένη εβδομάδα ένα βήμα πιο πέρα: προβάλλει την ανταπόκριση στην πρόκληση των νέων τεχνολογιών του περιβάλλοντος και της ενέργειας σαν το φαινομενικά τεχνικό, αλλά ουσιαστικά πολιτικό σχέδιο, που θα μπορούσε να δώσει την αναγκαία νέα ώθηση στην τελματωμένη, μετά το ναυάγιο του Ευρωσυντάγματος, Ευρώπη.

Σε ευρωπαϊκή κλίμακα η ενεργειακή ανεξαρτησία

Όπως οι "πατέρες ιδρυτές" της Ευρώπης προώθησαν αρχικά την ιδέα μιας κοινότητας άνθρακα και χάλυβα (της ΕΚΑΧ), όπου κάτω από ένα οικονομικό πρόσχημα οι χθεσινοί εχθροί συνέπραξαν σε μερικά από τα ισχυρότερα μέσα του πολέμου, καθιστώντας πλέον υλικά αδύνατο τον πόλεμο μεταξύ τους, έτσι και τώρα ένα τέτοιο σχέδιο μπορεί να απαντήσει ταυτόχρονα στα ζητήματα της γεωπολιτικής επιρροής και της ενεργειακής ανεξαρτησίας της Ευρώπης και στις εύλογες οικολογικές ανησυχίες των πληθυσμών της, υποστηρίζει ο Φιτουσί. Η ενεργειακή ανεξαρτησία είναι ουσιαστικό στοιχείο της εθνικής κυριαρχίας, αλλά δεν μπορεί να εξασφαλισθεί σήμερα παρά μόνο σε ευρωπαϊκή κλίμακα. Και αποτελεί μέγιστη τεχνοκρατική αφέλεια να υποθέτει κανείς ότι ζητήματα ανεξαρτησίας και ισχύος είναι δυνατό να λυθούν μέσα από την αγορά. Οι αντιστάσεις των κρατών στις απόπειρες εξαγοράς των ενεργειακών τους επιχειρήσεων από άλλες ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, οι χωριστές τους προσεγγίσεις στις χώρες παραγωγούς πετρελαίου και φυσικού αερίου που αποδυναμώνουν την ευρωπαϊκή διαπραγματευτική δύναμη, το καταδεικνύουν.

Η απάντηση που εισηγείται ο Φιτουσί είναι να δημιουργηθεί, κατά το πρότυπο της ΕΚΑΧ, μια ευρωπαϊκή κοινότητα περιβάλλοντος, ενέργειας και έρευνας (ΕΚΠΕΕ): Μόνο διπλασιάζοντας την ερευνητική προσπάθεια θα κάνουμε την καθημερινή μας ζωή λιγότερο ενεργοβόρα και θα σχεδιάσουμε τις ενέργειες του μέλλοντος που θα είναι πιο φιλικές για το περιβάλλον. Οι οικολογικές καταστροφές που ήδη έχει προκαλέσει η οικονομική δραστηριότητα και οι φοβερότερες που δυνητικά επέρχονται έχουν κάνει κατανοητό ότι ενέργεια και περιβάλλον έχουν συνδεθεί αξεδιάλυτα. Η δημιουργία νέων τεχνολογιών για την ενέργεια και το περιβάλλον στην Ευρώπη μπορεί να αποτελέσει την ισχυρότερη κινητήρια δύναμη για την ανάπτυξη στο μέλλον, υποστηρίζει.

Δυσκολία στην οποία δεν υπεισέρχεται ο Φιτουσί στο άρθρο του (Le Monde, 7/11), είναι ωστόσο οι σοβαρές διαφωνίες για τη χρήση της πυρηνικής ενέργειας, η οποία προβάλλεται έντονα τελευταία ως "εναλλακτική" στις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου από τα ορυκτά καύσιμα, ενώ συνεπάγεται πολύ πιο άμεσους κινδύνους τρομακτικών καταστροφών: αποτελεί σημαντικό στοιχείο της ενεργειακής πολιτικής της Γαλλίας, στη Γερμανία η απόφαση του 1998 να κλείσουν οριστικά όλοι οι πυρηνικοί σταθμοί ως το 2012 επανεξετάζεται, στην Ευρωπαϊκή Ένωση έχει τεθεί προς συζήτηση, ενώ την επέκταση της δυναμικότητάς της, από 368 γιγαβάτ σήμερα σε 519 γιγαβάτ το 2030, εισηγείται η παγκόσμια έκθεση για την ενέργεια που δημοσίευσε την περασμένη εβδομάδα η Διεθνής Υπηρεσία Ενέργειας.

Αλλά από τη Γαλλία επίσης, και μάλιστα από επιστήμονες της Επιθεώρησης Ατομικής Ενέργειας, ήρθε πρόσφατα η διαβεβαίωση ότι η ηλιακή τελικά θα επιβληθεί: όχι ως ιδεολογική επιλογή ή για περιβαλλοντικούς λόγους αλλά επειδή θα είναι οικονομικά αποδοτικότερη. Αν σήμερα το παραγόμενο φωτοβολταϊκά ηλεκτρικό ρεύμα κοστίζει 0,25-0,50 ευρώ η κιλοβατώρα, δύο έως τέσσερις φορές ακριβότερα από το τιμολόγιο της EDF (της γαλλικής ΔΕΗ), ως το 2030 θα έχει πέσει κάτω από 0,10 ευρώ, σύμφωνα με τις προβολές του γαλλικού Ινστιτούτου Ηλιακής Ενέργειας. Η παγκόσμια αγορά φωτοβολταϊκών κυττάρων αυξάνεται ραγδαία, κάπου 40% το χρόνο, και αυτό δημιουργεί οικονομίες κλίμακας, ενώ προχωρούν και τεχνικές βελτιώσεις. Το 40% της παγκόσμιας δυναμικότητας βρίσκεται στην Ιαπωνία, με παραγωγή 3,7 εκατομμύρια κιλοβάτ στα τέλη του 2005.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι