Ξέπλυμα χρήματος: Κάτι συμβαίνει εδώ...

Διεύρυνση της ποινικής απειλής

Νίκος Παρασκευόπουλος, Ελευθεροτυπία, 15/11/2006

Το ξέπλυμα του βρώμικου χρήματος εντάσσεται στα κορυφαία θέματα που απασχολούν την παγκόσμια πολιτική σκηνή. Προσοχή: όχι μόνο την αντεγκληματική πολιτική, αλλά τους ευρύτερους σχεδιασμούς των μεγάλων δυνάμεων.

Μετά την έναρξη της νέας χιλιετίας και με τις συνθήκες της παγκοσμιοποίησης, η πρόταξη ενός είδους εγκλήματος στην ατζέντα της διεθνούς πολιτικής δεν εκπλήσσει κανέναν. Υπάρχουν εγκλήματα που μπορούν να πλήξουν όλο τον πληθυσμό της Γης (τα «λησμονούμενα» εγκλήματα κατά του περιβάλλοντος, κατά πρώτο λόγο η τρομοκρατία και τα εγκλήματα πολέμου κατά δεύτερο) και άλλα που επηρεάζουν τις εθνικές εκλογές (διαφθορά). Το επίπεδο της ασφάλειας επηρεάζει καθοριστικά την καθημερινότητα.

Το πιο καινούργιο όμως είναι ότι, από την άλλη πλευρά, και η αστυνόμευση και η ποινή φαίνονται να απειλούν πια τον μέσο πολίτη.

Καταλαβαίνει λοιπόν ο καθένας γιατί το μεγάλο αμφιθέατρο που φιλοξένησε τις εργασίες του 4ου συνεδρίου της Ενωσης Ελλήνων Ποινικολόγων στη Θεσσαλονίκη ήταν κατάμεστο, με πυκνή μάλιστα συμμετοχή νέων. Το θέμα, το ξέπλυμα χρήματος, δεν αφορά πια μόνο τους αρμόδιους, αλλά όλους. Τα πορίσματα αναμένονται, σπεύδω όμως να εκθέσω και εδώ λίγες προσωπικές σκέψεις που εξηγούν, πιστεύω, τη σημασία της συζήτησης.

Το ξέπλυμα χρημάτων που προέκυψαν από εγκληματικές δραστηριότητες πλήττει σε βάθος την κοινωνική ζωή: αναπαράγει και ενισχύει το οργανωμένο έγκλημα (π.χ. το εμπόριο ναρκωτικών), δημιουργεί εξουσιαστικούς μηχανισμούς και ανισότητες, διαταράσσει τις χρήσιμες κανονικότητες της οικονομίας. Μια ποινική παρέμβαση, επομένως, υποκείμενη στις εγγυήσεις του κράτους δικαίου, είναι αναγκαία και κοινωνικά ευπρόσδεκτη. Η εξέλιξη που καταγράφεται, ωστόσο, σε όλες τις χώρες και οι παρενέργειες προκαλούν δέος. Τα νέα νομοθετήματα απορρυθμίζουν πάγιες λειτουργίες της Δικαιοσύνης και καταλήγουν να ελέγχουν τη συμπεριφορά του μέσου πολίτη, δηλαδή τις πλειοψηφίες εντός των Δημοκρατιών. Ισως φανεί υπερβολική η γνώμη αυτή στον απροετοίμαστο αναγνώστη, γι αυτό προσπαθώ στη συνέχεια να την τεκμηριώσω.

Η επερχόμενη με το νέο διεθνές πλαίσιο καταστολής του ξεπλύματος απορρύθμηση αφορά κατ αρχάς τη νομοθεσία. Οι νομοθέτες των κρατών της Γης οδηγούνται να ψηφίζουν θεσμικά κείμενα προδιαμορφωμένα με αποτελεσματικό τρόπο από επιτροπές που ανήκουν στη γραφειοκρατία των ισχυρών εξουσιών. Η ελληνική νομοθεσία, για παράδειγμα, κατευθύνεται από τις οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ενωσης, οι οδηγίες ακολουθούν προηγούμενες διακηρύξεις πολιτικής («κοινές δράσεις») του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, οι τελευταίες της συστάσεις της FATF (Financial Action Task Force), ενός οργάνου δηλαδή των επτά ισχυρών βιομηχανικών κρατών (G7, ήδη G8). Ετσι η FATF, ένα συλλογικό όργανο χωρίς δικαιοπαραγωγική αρμοδιότητα και νομιμοποίηση εκπροσώπησης των εξουσιαζομένων, γίνεται ο ουσιαστικός ποινικός «νομοθέτης».

Τις ευθύνες για την εξέλιξη αυτή δεν τις ανακαλύπτουμε μόνο στα Κοινοβούλια. Από κάποιους βουλευτές μπορεί να ψηφίζεται καλόπιστα ένα ποινικό νομοθέτημα που θέτει στο στόχαστρό του σοβαρά εγκλήματα, όπως το ξέπλυμα κερδών. Οι τελικές επιπτώσεις αποκαλύπτονται μόνο μετά από μια ευρύτερη πολιτικοκοινωνική θεώρηση.

Η απορρύθμιση, ωστόσο, αφορά, εκτός από τη νομοθεσία, και την απονομή της ποινικής δικαιοσύνης. Στην ομαλή λειτουργία της τελευταίας και ιδίως στην ενάσκηση των δικαιωμάτων του ανθρώπου συμβάλλει σημαντικά η δυνατότητα καθενός πολίτη να επιλέγει και να εμπιστεύεται τον δικηγόρο του. Το δικηγορικό έργο όμως και η αναγκαία εμπιστοσύνη πελάτη-δικηγόρου υπονομεύονται με κάποιες «πρωτοφανείς και απίστευτες», κατά την έκφραση του αντιπροέδρου της Ενωσης Ποινικολόγων, Π. Τσιρίδη, ρυθμίσεις: ο συνήγορος υποχρεώνεται να αναφέρει, και μάλιστα κρυφά από τον πελάτη του, τις συναλλαγές του τελευταίου που θα θεωρήσει ύποπτες· προωθείται έτσι ένα «δίκτυο δικηγορικών πληροφοριών» στη θέση του δικηγορικού απορρήτου.

Το ίδιο πάντως νομοθέτημα για το ξέπλυμα χρήματος παραγκωνίζει με κάποιες διατάξεις του έναν ακόμη βασικό πυλώνα της ποινικής δικαιοσύνης και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων: την αρχή της αναλογίας ανάμεσα στην ευθύνη για το συγκεκριμένο έγκλημα και στην κύρωση. Προβλέπει βαρειές ποινές κάθειρξης για πράξεις ξεπλύματος που συνδέονται με ελαφριά εγκλήματα που συναντώνται συχνά στις καθημερινές συναλλαγές. Ο παραγκωνισμός αυτός της αναλογικότητας ακολουθεί ένα ισχυρό ρεύμα του παγκοσμιοποιημένου κατασταλτικού συστήματος. Διάφοροι θεσμοί και πολιτικές (μηδενική ανοχή, πριμοδότηση ενόχων με ατιμωρησία εφόσον παράσχουν πληροφορίες, συνδιαλλαγές με ενόχους ακόμη και σε βαριά εγκλήματα, προκαθορισμένες ποινές τύπου «τρεις καταδίκες ίσον ισόβια», δήμευση περιουσίας χωρίς ενοχή του ιδιοκτήτη κ.λπ.) αποσυνδέουν την ποινή από την αρχή της αναλογίας. Η ποινική εξουσία αποδεσμεύεται από κάθε όριο. Σε τελική ανάλυση, όμως, έτσι εγκαταλείπεται ο στόχος της δίκαιας ποινής και παρακάμπτεται η επικράτεια της Δικαιοσύνης.

Η κυριότερη πάντως παρενέργεια των νομοθετημάτων για το ξέπλυμα χρήματος είναι η διεύρυνση του κοινωνικού κύκλου των ποινικά ελεγχόμενων πράξεων: Η εισαγόμενη δυσαναλογία ευθύνης και ποινής, αλλά και η εξάρτηση του ποινικού ελέγχου από ασαφείς όρους-προϋποθέσεις (π.χ. ύποπτες ή ασυνήθιστες συναλλαγές) ενεργοποιούν εύκολα τα εργαλεία της ποινικής εξουσίας. Απομένει να αναρωτιόμαστε, μήπως η παράπλευρη ζημιά στον κοινωνικό ιστό ήταν στην πραγματικότητα κύριος στόχος του ιδρυτικού κανόνα.

Στο εξής, όλο και περισσότερα σημεία ελέγχου θα προκαθορίζουν την ελευθερία όλο και περισσότερων πολιτών. Δικηγόροι, υπάλληλοι τραπεζών και άλλοι επαγγελματίες φορτώνονται με ρόλους που οι ίδιοι απεύχονται. Καλούνται να δυσπιστούν και να αναφέρουν αρμοδίως, για να μην αντιμετωπίσουν ποινικές κυρώσεις οι ίδιοι. Στο όνομα της ασφάλειας, που θα μπορούσε όμως να είχε διαφυλαχθεί μέσα στα κατακτημένα δικαιοκρατικά όρια, η κοινωνική συνοχή δίνει τη θέση της στην αλληλοεπιφύλαξη και στη μοναξιά του ατόμου. Η δημοκρατία κλονίζεται, επειδή παύει να υπάρχει δήμος: ένα άθροισμα εξατομικευμένων πολιτών, εξαρτημένων από πιστωτικές κάρτες και ευάλωτων από την ποινική απειλή, είναι προγραμματισμένο να χάσει το ελεύθερο φρόνημά του, τους ουσιαστικούς όρους της ψήφου του και της πολιτικής του συμμετοχής.

«Μακάριοι οι πτωχοί τω χρήματι»: όσοι δεν έχουν χρήματα να διακινήσουν, δεν θα κινδυνεύουν από τους ελέγχους. Τα πράγματα όμως είναι πολύ σοβαρά. Γίνεται ενθαρρυντικό λοιπόν το γεγονός ότι οι δικηγορικοί σύλλογοι, όχι μόνο της χώρας μας αλλά πανευρωπαϊκά, καθώς και οι επιστημονικές ενώσεις, αντιστέκονται στην αποδόμηση της υπεράσπισης και της δικαιοσύνης.

Οι εισηγήσεις στο συνέδριο των ποινικολόγων, που τεκμηρίωσαν τις επιμέρους ανησυχίες ήταν τόσες, ώστε να μη χωρούν εδώ συγκεκριμένες παραπομπές. Περιορίζομαι να μεταφέρω τη βασική ιδέα του προέδρου της Ενωσης, Χρ. Αργυρόπουλου, ότι η αναζήτηση ενός χαμένου παραδείσου ασφάλειας δεν δικαιολογεί τον παραγκωνισμό της ελευθερίας, λυδίας λίθου της ευρωπαϊκής αξιολογίας και αξιοπιστίας.

* Καθηγητής Νομικής στο ΑΠΘ.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι