Η μείωση των φόρων επιδεινώνει τις ανισότητες, υποβαθμίζει τα δημόσια αγαθά

Ελίζα Παπαδάκη, Κυριακάτικη Αυγή, 19/11/2006

Το κράτος συγκέντρωσε φέτος μέσα από τη φορολογία το 23% του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος: το 23% δηλαδή της αξίας του συνόλου των αγαθών και των υπηρεσιών που παρήχθησαν στη χώρα ή του συνόλου των εισοδημάτων που δημιουργήθηκαν. Το ίδιο ποσοστό, 23% του ΑΕΠ, προβλέπεται να συγκεντρώσει και ο κρατικός προϋπολογισμός για το 2007, όπως κατατέθηκε την Τρίτη στη Βουλή. Από αυτά σχεδόν το 5% του ΑΕΠ διατίθεται υποχρεωτικά για να πληρωθούν οι τόκοι του πολύ υψηλού δημοσίου χρέους. Μένει έτσι ένα 18% του ΑΕΠ περίπου για να κατανεμηθεί στις δαπάνες του τακτικού προϋπολογισμού (για τους μισθούς και τις συντάξεις του Δημοσίου, για την επιχορήγηση όλων των άλλων συντάξεων, για επιχορηγήσεις ΟΤΑ, φορέων υγείας, εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, για λειτουργικά έξοδα κ.λπ. ή, σε άλλη ταξινόμηση, για την παιδεία, την υγεία, την κοινωνική αλληλεγγύη, την άμυνα κ.λπ.). Είναι φανερό ότι για τις αυξημένες ανάγκες που προβάλλονται από όλην την κοινωνία στον κρατικό προϋπολογισμό αυτό το 18% του ΑΕΠ δεν φτάνει.

Αν μάλιστα λάβουμε υπόψη ότι για να χρηματοδοτηθούν οι μειωμένες δημόσιες επενδύσεις έχουμε ακόμα -αλλά για λίγα χρόνια- το πλεονέκτημα πόρων της τάξης του 1,8% του ΑΕΠ από την Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ άλλο 2,3% καλύπτεται με νέο δανεισμό, αυτό το 18% του ΑΕΠ καταδεικνύεται ακόμα πιο ανεπαρκές.

Διαρκής μείωση

Το ποσοστό των φορολογικών εσόδων του κράτους στο ΑΕΠ πέφτει συνεχώς από το 2000. Σύμφωνα με πίνακα της εισηγητικής έκθεσης, τα φορολογικά έσοδα αυξάνονταν ως προς το ΑΕΠ την περίοδο 1997-2000, για να φθάσουν το 2000 το 26,5% του ΑΕΠ, και έκτοτε μειώνονται: σε 25,1% και 25% του ΑΕΠ το 2001 και το 2002, σε 23,7%, 23,4% και 23,2% το 2003, το 2004 και το 2005, σε 23% φέτος. Βλέπουμε έτσι ότι μετά την αύξηση της αναλογίας των φόρων στο ΑΕΠ που συνόδευσε την προσπάθεια για την ένταξη στην ΟΝΕ, τόσο η δεύτερη κυβέρνηση Σημίτη, όσο και η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας κατόπιν, σταδιακά τη μείωναν.

Αν το κράτος διέθετε σήμερα αυτό το 3,5% του ΑΕΠ που έχει χάσει από το 2000, κάπου 7,3 δισ ευρώ επιπλέον, θα μπορούσε και τις δαπάνες για την παιδεία να αυξήσει στο επιβαλλόμενο 5% του ΑΕΠ, και τα κονδύλια για την έρευνα να διπλασιάσει, και το Εθνικό Σύστημα Υγείας που πάσχει από έλλειψη προσωπικού να ενισχύσει, και πολιτικές για την απασχόληση και την κοινωνική στήριξη των φτωχότερων να χρηματοδοτήσει.

Βέβαια, τόσο ο υπουργός Οικονομικών Γιώργος Αλογοσκούφης, όσο και ο προκάτοχός του Νίκος Χριστοδουλάκης, θα αντέτειναν (τιμώντας τη μνήμη του άρτι αποθανόντος σε βαθύ γήρας θεωρητικού της μείωσης των φόρων Μίλτον Φρίντμαν) ότι με μεγαλύτερο φορολογικό βάρος η οικονομία πιθανώς να μην αναπτυσσόταν με τους ίδιους ρυθμούς, οπότε το κράτος δεν θα είχε επιπλέον έσοδα. Αυτό ήταν και το σκεπτικό για τη γενική μείωση των φόρων που ακολούθησε (δεν αντιστάθμισαν, για παράδειγμα, την απώλεια από την ελάφρυνση της επιχειρηματικής παραγωγικής δραστηριότητας με άλλες πηγές, τη φορολόγηση των εισοδημάτων από κεφάλαια, χρηματιστηριακές συναλλαγές κ.λπ., που παραμένει μηδενική στη χώρα μας, σκανδαλίζοντας τον ίδιο τον ΟΟΣΑ).

Μόνοι με τη Λιθουανία

Αν άλλωστε υπολογίσουμε, όπως επίσημα θα γίνεται από του χρόνου, τα φορολογικά έσοδα στο αναθεωρημένο ΑΕΠ, θα δούμε ότι πέφτουν στο 18%, αφήνοντας μετά τους τόκους μόλις ένα 14% του ΑΕΠ για τη χρηματοδότηση των δημοσίων δαπανών, οπότε θα διαπιστώσουμε ότι βρισκόμαστε στον πάτο της Ευρωπαϊκής Ένωσης μαζί με τη Λιθουανία. Στην κορυφή βρίσκονται οι θαυμαστά αναπτυσσόμενες σκανδιναβικές χώρες, διαψεύδοντας θεωρίες φριντμανικής έμπνευσης.

Πρόβλημα διάρθρωσης των φόρων, αλλά και των δαπανών, στον ελληνικό κρατικό προϋπολογισμό οπωσδήποτε υφίσταται, και μεγάλο. Αλλά πριν μπούμε στη συζήτηση των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων, που απαιτούν χρόνο για να σχεδιασθούν, και πάντως αποκλείεται να υλοποιηθούν από την παρούσα κυβέρνηση, όσοι θέλουμε καλύτερα δημόσια αγαθά και θεωρούμε επιβεβλημένη την αναδιανεμητική λειτουργία του κρατικού προϋπολογισμού για τη μείωση των κοινωνικών ανισοτήτων, σε ένα πρέπει να συμφωνήσουμε: χρειάζεται να αυξηθεί, όχι να μειωθεί, το συνολικό μέγεθος των φόρων. Και αυτό σημαίνει κατ αρχάς δύο πράγματα: Πρώτον, αποφασιστική καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, που δεν είναι μόνο κυβερνητική υπόθεση των υπηρεσιών του υπουργείου Οικονομικών, αλλά και των ενεργών κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων. Και δεύτερον, την αξίωση για κάθε φόρο που κρίνεται σκόπιμο να μειωθεί, η απώλεια κρατικών εσόδων να αντισταθμίζεται από άλλες πηγές, δηλαδή με άλλους φόρους.

Οι ανακατανομές του κ. Αλογοσκούφη

Διατηρώντας της πρωτογενείς δαπάνες του τακτικού προϋπολογισμού (δαπάνες εκτός τόκων) στο 21% του ΑΕΠ, από τις οποίες οι μισές σχεδόν, το 10% του ΑΕΠ, πηγαίνουν για μισθούς και συντάξεις του Δημοσίου, οι ανακατανομές που επιχειρεί ο υπουργός Οικονομικών είναι περιορισμένες: συνολικά οι μισθοί των δημοσίων υπαλλήλων θα αυξηθούν κατά 6,6%, οι συντάξεις κατά 7,1%, ποσοστά που δεν είναι ενιαία για κάθε δημόσιο υπάλληλο ή συνταξιούχο, αφού καλύπτουν και μονιμοποιήσεις, προσλήψεις ή αύξηση του αριθμού των συνταξιούχων, ενώ για κάποιες κατηγορίες (στρατιωτικούς π.χ.) προβλέπεται προνομιακότερη μεταχείριση. Λιγότερο, κατά 5,7%, θα αυξηθούν οι μισθοί των εργαζομένων στα νοσοκομεία, οι δε εφημερίες των γιατρών του ΕΣΥ μόλις κατά 2,5%.

Μόνη θετική ανακατανομή συνιστά η αύξηση κατά 14,6% των επιχορηγήσεων των ασφαλιστικών ταμείων, από 3,9% του ΑΕΠ σε 4,2%, για να καλυφθούν εν μέρει προεκλογικές υποσχέσεις της Νέας Δημοκρατίας προς τους συνταξιούχους του ΟΓΑ και εκείνους που λαμβάνουν ΕΚΑΣ, με αύξηση 22% κατά 50 ευρώ και κατά 35 ευρώ το μήνα αντίστοιχα, και βέβαια για τις επιστροφές του ΛΑΦΚΑ. Η τελευταία αυτή δαπάνη υπέρ των ευπορότερων συνταξιούχων τη διετία 2006-2007 είναι 370 εκατομμύρια ευρώ, 54% περισσότερα από όσα διατίθενται για να αυξηθεί το ΕΚΑΣ των φτωχότερων...

Μόλις κατά 2% αυξάνονται οι υπόλοιπες επιχορηγήσεις, για τους ΟΤΑ ειδικότερα μειώνονται κατά 21,8%.

Για την παιδεία οι δαπάνες μένουν καθηλωμένες στο 3,1% του ΑΕΠ, για τις δημόσιες επενδύσεις για τρίτο έτος στο 4,4% του ΑΕΠ, το χαμηλότερο επίπεδο από το 1996 μετά τη δραστική μείωση του 2005. Για την υγεία μειώνονται από 2,7% σε 2,6% του ΑΕΠ. Για την άμυνα μαζί με τα διογκούμενα εξοπλιστικά προγράμματα προβλέπεται να μείνουν στο 2,7% του ΑΕΠ.

Αντίστροφη ανακατανομή, εις βάρος των φτωχότερων, πραγματοποιείται μέσω της φορολογίας: το 2006 οι εισπραχθέντες φόροι αυξήθηκαν κατά 6,5%, πάνω από μία μονάδα λιγότερο από το ονομαστικό ΑΕΠ (7,6%), μόλις κατά 1% οι άμεσοι, κατά 10,7% οι έμμεσοι, ενώ το 2007 προβλέπεται να αυξηθούν συνολικά κατά 7,2%, όσο και το ΑΕΠ, 4,8% οι άμεσοι, 8,8% οι έμμεσοι. Στον βαθμό που η μεγαλύτερη αύξηση των εμμέσων φόρων αποτυπώνει περιορισμό της φοροδιαφυγής, αυξημένη απόδοση δηλαδή από τις επιχειρήσεις φόρων που είχαν εισπράξει από τους καταναλωτές, είναι θετική (το 2005, υπενθυμίζεται, είχαν αυξηθεί μόλις 3,1%). Όπως θετική και για περιβαλλοντικούς λόγους πρέπει να θεωρήσουμε την προβλεπόμενη αύξηση 12,7% από την ειδική φορολογία στά καύσιμα. Αυτό δεν αναιρεί όμως την αρνητική συμβολή της χαμηλής αύξησης των αμέσων φόρων: ιδίως των επιχειρήσεων, που μειώθηκαν φέτος κατά 4,9%, χωρίς αντίστοιχη μείωση των κερδών τους, ή της περιουσίας που μειώθηκε κατά 10,6%, ενώ το 2007 προβλέπεται να αυξηθούν μόλις κατά 2,7% και 4,1% αντίστοιχα.

Ο κ. Γκαργκάνας και οι φτωχοί

Αίσθηση προκάλεσαν στη Βουλή οι αναφορές του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος Νίκου Γκαργκάνα στα δύο εκατομμύρια κατοίκους της Ελλάδας που βρίσκονται κάτω από το όριο της φτώχειας, το εισόδημά τους δηλαδή είναι μικρότερο από το 60% του διαμέσου εισοδήματος του πληθυσμού. Στην τελευταία του έκθεση ο κ. Γκαργκάνας επανήλθε σε περυσινές του επισημάνσεις για τη διατήρηση σταθερού του ποσοστού των φτωχών στον πληθυσμό τη δεκαετία 1994-2004 μεταξύ 20 και 23%.

Για την αντιμετώπιση της φτώχειας και της κοινωνικής ανισότητας εισηγείται να προχωρήσει η δημοσιονομική εξυγίανση, ώστε να διευρυνθούν τα περιθώρια στήριξης από τον προϋπολογισμό, να αναμορφωθούν οι συντάξεις και να μεταρρυθμισθεί η αγορά εργασίας και η κατάρτιση / εκπαίδευση για να αυξηθεί η απασχόληση. Ενώ αποκλείει αύξηση των φόρων, υποστηρίζει την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής. Οι "μη καταβαλλόμενοι φόροι" έφθαναν το 1997 το 15% του ΑΕΠ, αλλά το μέγεθος αυτό "σήμερα εκτιμάται ότι είναι πολύ μεγαλύτερο".

Δριμεία κριτική ΣΕΒ

Τους ήπιους και εποικοδομητικούς τόνους που είχε υιοθετήσει έναντι όλων των κυβερνήσεων μετά το 1985 εγκατέλειψε ο ΣΕΒ. Αμφισβητώντας τη διαφάνεια και την αξιοπιστία του προϋπολογισμού, επισημαίνει ότι η μη κατάρτιση τριετών προϋπολογισμών, για την οποία είχε δεσμευθεί πέρυσι ο κ. Αλογοσκούφης, "εμποδίζει την απεικόνιση των δομικών αλλαγών που διασφαλίζουν την ευημερία με κοινωνική συνοχή".

Ιδίως επικρίνει ότι δεν στηρίζονται στρατηγικές επιλογές, όπως η αύξηση και η βελτίωση της αποτελεσματικότητας των δαπανών στην παιδεία και στις επενδύσεις υποδομής. Ο υψηλός ρυθμός ανάπτυξης επαφίεται στην αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης, οπότε πιθανώς δεν θα είναι διατηρήσιμος τα επόμενα χρόνια, καθώς η μείωση του ελλείμματος επιδιώκεται με συγκράτηση των επενδύσεων.

Σε απόλυτα μεγέθη το έλλειμμα θα αυξηθεί αντιστρέφοντας την τάση των δύο τελευταίων ετών. Παραβλέπεται πλήρως η ανάγκη δημιουργίας πρωτογενών πλεονασμάτων για να μειωθεί το δημόσιο χρέος ενόψει κινδύνων από το ασφαλιστικό πρόβλημα και την άνοδο των επιτοκίων.

Σε δύσκολη θέση, ο κ. Αλογοσκούφης απέφυγε οποιοδήποτε σχόλιο πριν αναχωρήσει την Πέμπτη για τις ΗΠΑ, αν και πρόλαβε να απαντήσει με τις συνήθεις μομφές στην κριτική του ΠΑΣΟΚ.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι