Ήδη πληρώναμε τον χαμηλότερο φόρο εισοδήματος στην Ευρώπη

Ελίζα Παπαδάκη, Κυριακάτικη Αυγή, 26/11/2006

Ο φόρος εισοδήματος στην Ελλάδα είναι αναλογικά ο χαμηλότερος στην Ευρώπη. Για ποιο λόγο τον μειώνει κι άλλο η κυβέρνηση, όταν δηλώνει αδυναμία να αυξήσει τις δημόσιες δαπάνες για την Παιδεία, την Υγεία, την κοινωνική πολιτική; "Υλοποιούμε μια κεντρική μας δέσμευση" είπε ο υπουργός Οικονομίας Γιώργος Αλογοσκούφης ανακοινώνοντας τις νέες ρυθμίσεις. Προεκλογικά η Νέα Δημοκρατία είχε υποσχεθεί επίσης την αύξηση των δαπανών για την Παιδεία στο 5% του ΑΕΠ από το πενιχρό σημερινό 3,1%, την επαρκή χρηματοδότηση του ΕΣΥ, την καταπολέμηση της φτώχειας που πλήττει το 20% του πληθυσμού, της ανεργίας. Αλλά από τις ελαφρύνσεις προσδοκά προφανώς περισσότερες ψήφους αδιαφορώντας για τη διάλυση κάθε δημόσιας πολιτικής.

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της εισηγητικής έκθεσης του προϋπολογισμού, τα φετινά δημόσια έσοδα από τον φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων μόλις αγγίζουν το 4,7% του ΑΕΠ. Το 2005, για το οποίο τα στοιχεία θεωρούνται οριστικά, έφθασαν το 4,6% του ΑΕΠ. Στη συνέντευξη Τύπου, όπου παρουσίασε την αύξηση του αφορολογήτου ορίου, τα νέα κλιμάκια και τους συντελεστές, ο κ. Αλογοσκούφης απέφυγε να απαντήσει πόσο θα μειωθούν με τις ρυθμίσεις αυτές τα έσοδα από τον επόμενο χρόνο, χωρίς πάντως να αμφισβητήσει ότι θα μειωθούν. Αν άλλωστε αναχθεί στο αναθεωρημένο ΑΕΠ, όπως μάλλον και επίσημα θα υπολογίζεται από του χρόνου, ο φόρος εισοδήματος φυσικών προσώπων συρρικνώνεται σε ένα 3,7%.

Σε συγκριτικούς πίνακες που έχει δημοσιεύσει ο ΟΟΣΑ για το 2002, η Ελλάδα είχε το χαμηλότερο ποσοστό (τότε 5%), με αμέσως επόμενη την Πορτογαλία (6%). Ακολουθούσαν, μεταξύ 6,8% και 7,6%, το Λουξεμβούργο, η Ισπανία, η Ολλανδία, η Ιρλανδία, η Γαλλία. Στη Γερμανία ήταν 9%, στην Αυστρία 10% (όσο και στις ΗΠΑ!), στη Βρετανία 10,6%, στην Ιταλία 10,9%. Μεταξύ 14,3% και 15,3% είχαν η Φινλανδία, το Βέλγιο και η Σουηδία. Τέλος στη Δανία, όπου όμως δεν καταβάλλονται χωριστά εισφορές για την κοινωνική ασφάλιση, ο φόρος εισοδήματος των φυσικών προσώπων έφθανε το 26% του ΑΕΠ.

Την πολύ χαμηλή συμβολή του φόρου εισοδήματος στα έσοδα του ελληνικού κράτους συνηθίζουμε να αποδίδουμε στην εκτεταμένη φοροδιαφυγή νομίζοντας κατά τα άλλα ότι τα εισοδήματα στη χώρα μας φορολογούνται βαριά. Κάνουμε όμως λάθος. Αναμφίβολα η φοροδιαφυγή αποτελεί μείζον πρόβλημα, αλλά έχουμε επίσης ένα από τα υψηλότερα αφορολόγητα όρια που εφαρμόζονται στην Ευρώπη.

Αφορολόγητα όρια - συντελεστές

Συγκριτική μελέτη του γερμανικού υπουργείου Οικονομικών για το έτος 2005 καταγράφει (σωστά) το αφορολόγητο όριο ατομικού εισοδήματος στην Ελλάδα στα 9.500 ευρώ και στα 11.000 ευρώ ειδικά για τους μισθωτούς. Για την ίδια χρονιά καταγράφει αφορολόγητο όριο:

Στη Γερμανία: 7.663 ευρώ, και από εκεί και πάνω επιβαλλόταν φόρος με πρώτο συντελεστή 15%.

Στη Βρετανία: 4.895 στερλίνες που ισοδυναμούσαν με 7.119 ευρώ, πρώτος συντελεστής 10%.

Στο Βέλγιο: 5.660 ευρώ. Από τα 6.950 ευρώ και πάνω πρώτος συντελεστής 25% για την κεντρική κυβέρνηση, συν ένα ποσοστό για τους ΟΤΑ: 1,75% για το Δήμο Βρυξελλών).

Στη Γαλλία: 4.334 ευρώ. Από τα 8.524 ευρώ και πάνω πρώτος συντελεστής 6,83% για την κεντρική κυβέρνηση συν 8% για τους ΟΤΑ, άθροισμα 14,83%.

Στην Ισπανία: 3.400 ευρώ. Από τα 4.080 ευρώ και πάνω πρώτος συντελεστής 15%.

Σε όλες τις παραπάνω χώρες, ένας σχετικά χαμηλόμισθος εργαζόμενος με ετήσιες ακαθάριστες αποδοχές 13.000 ευρώ χωρίς άλλα εισοδήματα πλήρωσε πέρυσι σημαντικά υψηλότερο φόρο εισοδήματος από τον αντίστοιχο Έλληνα, όπως φαίνεται στον πίνακα που υπολογίσαμε με βάση τα στοιχεία αυτά.

Παραπλήσιο με το ελληνικό ήταν το αφορολόγητο όριο στο Λουξεμβούργο, που έχει υπερδιπλάσιο κατά κεφαλήν εισόδημα: 9.750 ευρώ. Πρώτος συντελεστής 8% συν 0,2% για το ταμείο ανεργίας από τα 11.400 ευρώ.

Επίσης στην Αυστρία: 10.000 ευρώ, όπου επιβάλλεται φόρος 38,33% μετά τα 25.000 ευρώ.

Υψηλότερο ήταν στη Φινλανδία: 11.999 ευρώ, όπου από τα 15.400 ευρώ επιβάλλεται φόρος 10,5% για την κεντρική κυβέρνηση και 18,3% για τους ΟΤΑ, συνολικά 28,3%.

Στη Σουηδία το αφορολόγητο όριο για τον φόρο προς την κεντρική κυβέρνηση ήταν πολύ υψηλό: 298.600 κορώνες που αντιστοιχούσαν σε 31.673 ευρώ, με συντελεστή κατόπιν 20% για εισοδήματα από μισθωτή εργασία ή επάγγελμα και 30% για εισοδήματα από κεφάλαιο. Αλλά προς τους ΟΤΑ καταβάλλεται φόρος ήδη μετά το εισοδηματικό όριο των 1.230 ευρώ, 31,6% κατά μέσο όρο.

Πολύ χαμηλό αφορολόγητο όριο είχαν μερικά από τα νέα κράτη μέλη της Ε.Ε.: γύρω στα 1.000 ευρώ η Τσεχία, η Λετονία και η Λιθουανία, γύρω στα 2000 ευρώ η Σλοβακία και η Σλοβενία. Στην Κύπρο φθάνει όμως τις 10.000 λίρες, που αντιστοιχούσαν σε 17.432 ευρώ.

Σε μερικές χώρες δεν έχει θεσπιστεί αφορολόγητο όριο. Η Πορτογαλία φορολογούσε τα εισοδήματα από 4.351 ευρώ και πάνω με πρώτο συντελεστή 10,5% παρέχοντας όμως μια μείωση φόρου 224,84 ευρώ.

Το 5,2% των φορολογουμένων πλήρωσαν το 57,3% του φόρου!

Η περιήγηση ανά την Ευρώπη δείχνει πόσο περισσότερο συμμετέχουν οι πολίτες άλλων χωρών, από τα χαμηλά εισοδήματα ξεκινώντας, στην καταβολή του φόρου εισοδήματος. Η συμμετοχή αυτή θεμελιώνει και την αξίωσή τους για δημόσια αγαθά και καλές κοινωνικές υπηρεσίες, εφόσον οι ιδιοι έμπρακτα και συνειδητά τα χρηματοδοτούν. Εκεί μάλιστα όπου μεγάλο μερίδιο του φόρου διοχετεύεται απ ευθείας στην τοπική αυτοδιοίκηση μπορούν καλύτερα να ελέγχουν ότι οι φόροι που πληρώνουν πιάνουν τόπο.

Ακριβώς στην αντίθετη κατεύθυνση σπρώχνει την ελληνική κοινωνία η κυβέρνηση, όταν ο κ. Αλογοσκούφης επαίρεται ότι, απαλλάσσοντας με το νέο αφορολόγητο όριο άλλους 180.000 υπόχρεους, πέτυχε "συνολικά 3.300.000 μισθωτοί και ελεύθεροι επαγγελματίες (να μην) υπόκεινται σε καμία φορολογία εισοδήματος". Αυτό το εντάσσει μάλιστα στην "προσπάθεια δικαιότερης αναδιανομής του εθνικού πλούτου"!

Μήπως κάνει λάθος ο υπουργός στις μετρήσεις του; Στο Στατιστικό Δελτίο Φορολογικών Δεδομένων οικονομικού έτους 2005 οι φορολογούμενοι στους οποίους αναλογούσε μηδενικός φόρος κλίμακας ήσαν ήδη 3.385.773, το 61,5% όσων υπέβαλαν δήλωση, οι οποίοι είχαν δηλώσει μέσο εισόδημα 6.526,5 ευρώ. Αλλά σε αυτούς περιλαμβάνεται μεγάλος αριθμός χαμηλοσυνταξιούχων. Από την άλλη πλευρά η Στατιστική Υπηρεσία ανεβάζει σε 4,4 εκατομμύρια το σύνολο των απασχολουμένων, μισθωτών και επαγγελματιών / επιχειρηματιών, το πρώτο εξάμηνο φέτος. Αν από αυτούς τα 3,3 εκατομμύρια, το 75% δηλαδή, απαλλάσσονται, ο φόρος εισοδήματος αφορά μόνο το 25% όσων έχουν οικονομική δραστηριότητα. Και αυτό σημαίνει ότι αφορά μια μειονότητα 12% του πληθυσμού των ενηλίκων και όχι την κοινωνία. Έτσι όμως πρακτικά αναιρείται.

Η τάση αυτή της αναίρεσης -που μεταφράζεται στο σύνθημα ότι πληρώνει μόνον όποιος δεν μπορεί να κάνει αλλιώς- προϋπήρχε άλλωστε: Το 2005, σύμφωνα με το Δελτίο Φορολογικών Δεδομένων, 287.104 φορολογούμενοι, το 5,2% όσων υπέβαλαν δήλωση, πλήρωσαν το 57,3% του φόρου εισοδήματος. Είχαν δηλώσει μέσο εισόδημα 57.716,8 ευρώ και πλήρωσαν μέσο φόρο 13.293,5 ευρώ, δηλαδή το 23% του εισοδήματός τους. Αυτό συνέβη καθώς για το εισόδημά τους από 23.000 ευρώ και πάνω ενέπιπταν στον ανώτατο συντελεστή 40%, αλλά ταυτόχρονα έκαναν χρήση εκπτώσεων και μειώσεων που προέβλεπε ο νόμος. Μια μέση φορολογική επιβάρυνση 23% για το πλουσιότερο -κατά δήλωση- 5,2% των φορολογουμένων δεν είναι διόλου υπερβολική. Στο Βέλγιο, για παράδειγμα, ο ανώτατος συντελεστής 53,5% αρχίζει να επιβάλλεται από εισόδημα 30.840 ευρώ και στην Ιρλανδία ο ανώτατος συντελεστής 42% από τα 29.400 ευρώ (στοιχεία για το 2005). Ούτε θα ήταν όμως λογικό να θέλει κανείς να αποσπάσει από αυτό το 5,2% των φορολογουμένων ακόμα μεγαλύτερο κομμάτι του συνολικού φόρου εισοδήματος.

Το στρεβλό στον ελληνικό φόρο εισοδήματος είναι ότι όλοι οι υπόλοιποι συνεισφέρουν τόσο λίγο: το 20,7% του φόρου το κατέβαλε το επόμενο 6% -333.172 φορολογούμενοι- κατά μέσο όρο το 12,7% του εισοδήματος που δήλωσαν, και άλλα τόσα περίπου, το 22%, πλήρωσαν 1,5 εκατομμύριο φορολογούμενοι, σε κλιμάκια που εκτείνονταν από το 2% μέχρι το 10% του εισοδήματός τους.

Από τον συνολικό φόρο εισοδήματος φυσικών και νομικών προσώπων τα νομικά πρόσωπα, δηλαδή οι επιχειρήσεις, κατέβαλαν το 2005 το 42% (4,9 δισ. ευρώ, που αντιστοιχούν στο 2,7% του ΑΕΠ), και αυτή η αναλογία δύσκολα μπορεί να αυξηθεί πάγια, καθώς μάλιστα η κερδοφορία των επιχειρήσεων αυξομειώνεται. Η απάντηση του ελληνικού φορολογικού συστήματος είναι οι έμμεσοι φόροι, μαζί με τις περιστασιακές ρυθμίσεις, αμνηστίες κ.λπ. που εφαρμόζουν όλες οι κυβερνήσεις.

Αλλά οι έμμεσοι φόροι, πέρα από το ότι θεωρούνται άδικοι, πολύ περισσότερο προσλαμβάνονται από τους καταναλωτές ως στοιχείο ενσωματωμένο στην τιμή των αγαθών και υπηρεσιών που αγοράζουν, που αποδίδεται ή δεν αποδίδεται από τους πωλητές στο κράτος, παρά ως συμβολή τους στη χρηματοδότηση δημοσίων αναγκών.

Αν δεν καταπολεμηθούν οι αντιλήψεις για τους φόρους που τροφοδοτεί η σημερινή κυβέρνηση, η ελληνική κοινωνία δεν θα μπορέσει να χρηματοδοτήσει δημόσια αγαθά.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι