Φόροι και φοροδιαφυγή

Μια σύντομη ιστορία που δεν διδάσκει

Ελίζα Παπαδάκη, Τα Νέα, 29/11/2006

Στις σύγχρονες κοινωνίες, το κράτος συγκεντρώνει φόρους από τους πολίτες για να χρηματοδοτεί δημόσια αγαθά, όπως είναι η παιδεία, η υγεία, η ασφάλεια, το περιβάλλον, οι βασικές υποδομές, για να ενισχύει την ανάπτυξη συμμετέχοντας στις επενδύσεις και προωθώντας την έρευνα, για να αμβλύνει τις κοινωνικές ανισότητες στηρίζοντας τους ασθενέστερους. Πρόκειται για τη συντελούμενη μέσω του κρατικού προϋπολογισμού αναδιανομή του εθνικού εισοδήματος, από τα ιδιωτικά εισοδήματα προς τα δημόσια αγαθά που απολαμβάνει ολόκληρη η κοινωνία.

Καθολική είναι στη χώρα μας η διαπίστωση ότι οι λειτουργίες αυτές δεν εκπληρώνονται διόλου ικανοποιητικά. Αυτό εν μέρει σχετίζεται με τις αδυναμίες του κρατικού τομέα στην παραγωγή των δημοσίων αγαθών και υπηρεσιών, οφείλεται όμως οπωσδήποτε και στην ανεπάρκεια των πόρων που διατίθενται για τη χρηματοδότησή τους. Το πιο κραυγαλέο παράδειγμα είναι το πολύ χαμηλό ποσοστό του ΑΕΠ, το χαμηλότερο μεταξύ των 25 χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που αντιπροσωπεύουν οι δημόσιες δαπάνες για την παιδεία. Αλλά ανεπάρκεια πόρων σημαίνει ανεπάρκεια των φόρων που πληρώνουμε. Ώς έναν βαθμό τα κενά ακόμα καλύπτονται με τους σημαντικούς πόρους που εισρέουν από την Ε.Ε., στα πλαίσια της πολιτικής της σύγκλισης ανάμεσα στα φτωχότερα και τα πλουσιότερα κράτη-μέλη. Όταν όμως, σε πολύ λίγα χρόνια, οι πόροι αυτοί θα στερέψουν, καθώς το κατά κεφαλήν εισόδημα στην Ελλάδα προσεγγίζει πλέον τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, οι ανάγκες θα φανούν εκρηκτικές.

Όπως αναγνωρίζουν όλες οι πολιτικές δυνάμεις, παγίως μεγάλο και απροσδιόριστο μέγεθος είναι στη χώρα μας η φοροδιαφυγή. Παλαιότερα έτειναν να τη δικαιολογούν με την εκτεταμένη φτώχεια και τη γενικότερη καθυστέρηση. Σε μιαν αγόρευσή του στη Βουλή στις αρχές της δεκαετίας του 80, ο τότε αρμόδιος υπουργός Γεράσιμος Αρσένης την είχε συνδέσει με μια παράδοση αντίστασης στην κεντρική εξουσία από τον καιρό της οθωμανικής κυριαρχίας. Οι όποιες προσπάθειες εκείνων των κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ να την περιορίσουν (αντικειμενικές αξίες, τεκμήρια, υποχρέωση έκδοσης αποδείξεων, ταμειακές μηχανές), αντιμετώπιζαν μαζικές αντιστάσεις, τις οποίες τροφοδοτούσε και η αντιπολίτευση της εποχής, με τις κατηγορίες της για ληστρική υπερφορολόγηση. Αυτήν την κριτική ακολουθώντας ο υπουργός Οικονομικών της κυβέρνησης Μητσοτάκη Γιάννης Παλαιοκρασσάς συνέλαβε το σχέδιο να μειώσει δραστικά τους συντελεστές, με την ιδέα ότι οι φορολογούμενοι θα εκπλήρωναν προθυμότερα τις υποχρεώσεις τους, οπότε τα δημόσια έσοδα θα αυξάνονταν - και κόντεψε να χρεοκοπήσει το κράτος. Μόνο στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 90, επειδή έπρεπε να μειωθεί το δημόσιο έλλειμμα εν όψει και της εκπλήρωσης των κριτηρίων του Μάαστριχτ για να μπει η χώρα στην ΟΝΕ, και με καθοριστική την εμμονή του Αλέκου Παπαδόπουλου ως υπουργού Οικονομικών, παρά τις εκ νέου οξύτατες αντιδράσεις, καταβλήθηκαν κάπως πιο συστηματικές προσπάθειες να περιορισθεί η φοροδιαφυγή. Το πρόβλημα δεν εξαλείφθηκε, αλλά τα φορολογικά έσοδα του κράτους αυξάνονταν, για να φθάσουν το 2000 το 26,5% του ΑΕΠ.

Έκτοτε το ποσοστό φθίνει, καθώς τα φορολογικά έσοδα δεν παρακολούθησαν τους υψηλούς σχετικά ρυθμούς αύξησης του ΑΕΠ και των εισοδημάτων. Στη δεύτερη τετραετία Σημίτη είχαν πάψει να αποτελούν προτεραιότητα, και οι φορολογικοί έλεγχοι που διενεργούνταν επί υπουργίας Νίκου Χριστοδουλάκη καταγγέλλονταν από την ανερχόμενη Νέα Δημοκρατία με τόση δημαγωγική δριμύτητα, ώστε τον πρώτο ενάμιση χρόνο αφότου ανέλαβε η κυβέρνηση Καραμανλή οι εισπράξεις ΦΠΑ κυριολεκτικά κατέρρευσαν. Παράλληλα, από το 2001 ξεκίνησε μια διαδικασία ελάφρυνσης των φόρων, η οποία εντάθηκε κατά πολύ από τον σημερινό υπουργό Γιώργο Αλογοσκούφη. Το αποτέλεσμα είναι τα φορολογικά έσοδα να εκτιμώνται φέτος στο 23% του ΑΕΠ. Αν το ελληνικό Δημόσιο διέθετε σήμερα τις 3,5 μονάδες που έχασε από το 2000, κοντά στα 7 δισ. ευρώ επιπλέον, και τις δαπάνες για την παιδεία θα μπορούσε να ανεβάσει στο απαιτούμενο 5% του ΑΕΠ και πολλές άλλες ανάγκες να καλύψει, διατηρώντας το έλλειμμα κάτω από το όριο του 3%.

Παρουσιάζοντας το νέο φορολογικό νομοσχέδιο την περασμένη εβδομάδα, ο κ. Αλογοσκούφης διατυμπάνισε ως μεγάλο επίτευγμα ότι 3,3 εκατομμύρια μισθωτοί και ελεύθεροι επαγγελματίες θα είναι πλέον εντελώς απαλλαγμένοι από τον φόρο εισοδήματος - οι τρεις στους τέσσερις δηλαδή. Αλλά έτσι στην πράξη ενθαρρύνει τη φοροδιαφυγή. Διότι περιορίζει επίσημα την υποχρέωση καταβολής του φόρου εισοδήματος, συμβολής δηλαδή στη χρηματοδότηση των δημοσίων αγαθών ανάλογα με τις δυνατότητες του καθενός, την οποία επιτάσσει το Σύνταγμα, σε μια μειονότητα. Και από αυτήν, όποιος μπορεί, θα προσπαθεί να ξεφύγει.

Αυτό δεν συμβαίνει σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπου φόρο εισοδήματος πληρώνει η πλειονότητα των πολιτών και στη συμβολή τους αυτή θεμελιώνουν την αξίωση για καλά δημόσια αγαθά και υπηρεσίες. Αλλά στη Γαλλία, στη Γερμανία, στο Βέλγιο, στη Βρετανία, στην Ισπανία το αφορολόγητο όριο βρίσκεται γύρω στο μισό του δικού μας.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι