Ποιος θα καταλάβει την Ισλανδία;

Κίµων Χατζημπίρος, Ελευθεροτυπία, 29/11/2006

Οι αρχαίες ελληνικές πόλεις γκρέμιζαν τα τείχη όταν οι αθλητές επέστρεφαν ως ολυμπιονίκες: τι χρειάζονταν οι αμυντικές υποδομές σε μια πόλη που διέθετε τόσο ικανούς ανθρώπους; Αντίθετα, το σημερινό ελληνικό κράτος ξοδεύει το υστέρημά του για στρατιωτικό εξοπλισμό: γιατί να επενδύσει στην παιδεία και την κοινωνική πρόνοια όταν μπορεί να έχει αμυντικά υπερόπλα;

Η ανεπιφύλακτη αποδοχή των υπέρογκων στρατιωτικών δαπανών έχει μακρά ιστορία και συνδέεται με εθνικιστικά σύνδρομα από την ίδρυση του σύγχρονου ελληνικού κράτους. Η χρησιμοποίηση των εκάστοτε οικονομικών δυνατοτήτων για την ενίσχυση της στρατιωτικής του δύναμης θεωρήθηκε δεδομένος στόχος.

Μετά τη μεταπολίτευση, η πατριωτική αντίληψη που προώθησε ο Α. Παπανδρέου επέβαλε την αβασάνιστη υπερψήφιση του αμυντικού σκέλους των προϋπολογισμών, ανεξαρτήτως κυβέρνησης. Με τη μυθολογία περί «ανάδελφου έθνους», η άποψη ότι μόνο τα όπλα εξασφαλίζουν την επιβίωση γίνεται αυτονόητη. Ετσι, τα συμφέροντα των μεσαζόντων, συνεπικουρούμενα από «στρατηγικούς αναλυτές», πετυχαίνουν τη μεγιστοποίηση των αμυντικών δαπανών. Σήμερα π.χ. διασπείρονται ανησυχίες για το «ντεμαράζ τουρκικών εξοπλισμών», τη «μελλοντική απειλή του αόρατου αεροσκάφους», τις «επιπτώσεις στο ισοζύγιο δυνάμεων του Αιγαίου», «την απώλεια της μάχης των αεροπλάνων 5ης γενιάς». Με κατάλληλες παρεμβάσεις, εύστοχοι κονδυλοφόροι φροντίζουν για την τροφοδοσία της Λόκχιντ στο Τέξας και των άλλων προμηθευτών με δισεκατομμύρια ευρώ. Από την άλλη μεριά, ουδέποτε αναπτύχθηκε ένας ευρύς και τεκμηριωμένος δημόσιος διάλογος περί της ουσίας των αντιθέσεων με τους γείτονες, περί των πραγματικών δικαιωμάτων στον εναέριο χώρο κ.λπ.

Τα πανάκριβα θωρακισμένα οχήματα, φρεγάτες και μαχητικά αεροπλάνα υποτίθεται ότι προσφέρουν, προτού καταλήξουν ως άχρηστα ρυπογόνα παλιοσίδερα, το συλλογικό αγαθό της άμυνας έναντι των εξωτερικών εχθρών. Αραγε, χρησίμευσαν πραγματικά για την αποτροπή κάποιας εχθρικής επίθεσης που θα είχε εκδηλωθεί; Μήπως θα μπορούσαν να υποκατασταθούν από μια αποτελεσματικότερη εξωτερική πολιτική; Είναι τόσο απαραίτητη η διαιώνιση ενός κλίματος έντασης, όπως π.χ. η κατάσταση πολέμου με την Αλβανία που τυπικά διατηρήθηκε επί δεκαετίες ή η γενική επιστράτευση που καταργήθηκε μόλις πριν από λίγα χρόνια; Πάντως, εκεί όπου σταματά η λογική αρχίζουν οι στρατιωτικές δαπάνες. Η Ελλάδα ξοδεύει το διπλάσιο του μέσου όρου των χωρών του ΝΑΤΟ, ως ποσοστό του ΑΕΠ, παραμένει η μόνη χώρα που αύξησε τις κατά κεφαλήν αμυντικές δαπάνες τα τελευταία χρόνια, είναι παγκοσμίως ο τρίτος εισαγωγέας εξοπλισμών σε απόλυτα μεγέθη μετά την Κίνα και την Ινδία. Ο ένας στους 19 Ελληνες εργαζομένους ανήκει στο στρατιωτικό προσωπικό, έναντι ενός στους 40 για το ΝΑΤΟ.

Ωστόσο, μόνο σποραδικές και αδύναμες φωνές μιλούν για μεγάλη, έστω και μονομερή, μείωση των εξοπλισμών. Εντυπωσιακότερη η απουσία της φωνής της Εκκλησίας, που υποτίθεται ότι πρώτη θα έπρεπε να ζητήσει ένα δρόμο λιγότερο βίαιο και πιο ειρηνικό για την αντιμετώπιση των εχθρών. Αντίθετα, εκκλησιαστικοί παράγοντες πρωταγωνιστούν στην πολιτική ενίσχυσης του «φιλοχρίστου στρατού». Σπανίως πάντως προβάλλεται ένα αίτημα για διαφορετική αμυντική πολιτική, ακόμα και από τα πιο συνετά δημόσια πρόσωπα, από ανθρώπους της τέχνης και του πνεύματος, προοδευτικούς αγωνιστές ή άλλους παράγοντες με επιρροή.

Η Ισλανδία, κράτος-νησί στον Βόρειο Ατλαντικό, με έκταση λίγο μικρότερη από την Ελλάδα και πληθυσμό περίπου 300.000, έχει κατά κεφαλήν εισόδημα από τα υψηλότερα στον κόσμο. Η χώρα αυτή, μέλος του ΝΑΤΟ, δεν διατηρεί ένοπλες δυνάμεις. Προφανώς αποτελεί ιδανικό και εύκολο στόχο επίθεσης, ωστόσο δεν επιλέγει τα στρατιωτικά μέσα για να υπερασπίσει τον πλούτο και τον πολιτισμό της. Εχοντας ταραχώδη Ιστορία, με εμφύλιους πολέμους, επιδρομές πειρατών, κατάκτηση από ξένες δυνάμεις, εν τούτοις διατήρησε ισχυρή δημοκρατική παράδοση, η εκπαίδευση ήταν πάντα εξαιρετικά διαδεδομένη και η λογοτεχνική παραγωγή μοναδική σε πλούτο και αξία.

Γιατί, άραγε, κανείς δεν απειλεί να κατακτήσει την Ισλανδία; Μόνο επειδή δεν περιβάλλεται από κακούς γείτονες ή δεν βρίσκεται «σε ρευστό γεωστρατηγικό περιβάλλον»; Μήπως παίζουν θετικό ρόλο και άλλοι παράγοντες, σχετικοί με τη σοβαρή και εποικοδομητική διεθνή συμπεριφορά της, το υψηλό πνευματικό της επίπεδο, τον σεβασμό που εμπνέει στον υπόλοιπο κόσμο;

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι