Ιδιωτικά πανεπιστήμια;

Γεράσιμος Κουζέλης, Κυριακάτικη Αυγή, 03/12/2006

Στο επί της αρχής ερώτημα αν θα πρέπει ο συνταγματικός χάρτης της χώρας να περιλαμβάνει διάταξη που να απαγορεύει ρητά τη "σύσταση ανωτάτων σχολών από ιδιώτες" δεν θα ήθελα να απαντήσω. Αφενός γιατί δεν είναι της επιστημονικής μου αρμοδιότητας, αφετέρου όμως γιατί ένα τέτοιο ερώτημα είναι κατά τη γνώμη μου παραπλανητικό. |Δεν |τίθεται τέτοιο ζήτημα αρχής και κάθε κριτική αυτού του είδους ("χαρακτηριστικό του αναχρονισμού μας", "πού αλλού ακούστηκε να", "μνημείο γραφειοκρατικής ή κρατικιστικής λογικής") παραπέμπει στην ταυτολογική διαπίστωση ότι πρόκειται για το σύνταγμα της Ελλάδας και όχι για οικουμενικό σχέδιο κοινωνικού συμβολαίου. Επομένως κάλλιστα θα μπορούσε η διάταξη αυτή να απουσιάζει αν οι συγκεκριμένες συνθήκες, οι σχετικές δηλαδή με την οργάνωση της εκπαίδευσης στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία, δεν την καθιστούσαν απαραίτητη.

Το σκεπτικό που οδήγησε στη διατύπωση των σχετικών με το δημόσιο χαρακτήρα της ανώτατης εκπαίδευσης παραγράφων του άρθρου 16 δεν το γνωρίζω. Μπορούμε όμως να ανασυγκροτήσουμε τη λογική που κατέστησε αναγκαίο στα σύγχρονα ελληνικά δεδομένα τον αποκλεισμό των ιδιωτικών πανεπιστημίων εξετάζοντας πού οδηγεί και τι εξυπηρετεί η απορρύθμιση του δημοσίου πανεπιστημίου και η προβολή της θολής ουτοπίας του υποτιθέμενου ανταγωνισμού ποιοτήτων μεταξύ δημοσίων και ιδιωτικών ΑΕΙ. Κι αυτό γιατί οι συνθήκες δεν άλλαξαν --ενάντια σε κάθε επίφαση εκσυγχρονιστικού λόγου και σε κάθε προσπάθεια προβολής συγκυριακών δυσλειτουργιών ή έστω δυσλειτουργιών του νομικού πλαισίου στην ίδια τη |δομή| των εκπαιδευτικών σχέσεων. Οι συνθήκες αυτές καθορίζονται από την ιδιότυπη "πίεση" για εκπαίδευση και από την αντίστοιχή της διόγκωση μιας κερδοφόρου αγοράς εκπαιδευτικών προϊόντων. Δεν χρειάζεται να μακρηγορήσει κανείς για να πείσει σχετικά με τον ιδιότυπο χαρακτήρα αυτής της αγοράς, συγκρινόμενο με ό,τι γνωρίζουμε από άλλα κράτη. Αυτή όμως ήταν και είναι η ελληνική κατάσταση, η ελληνική εκπαιδευτική ιδιομορφία που σε κάθε συγκριτική προσέγγιση αντιμετωπίζεται ως "στρέβλωση". Αμφισβητεί κανείς ότι η αποκαλούμενη "παραπαιδεία" αποτελεί καθοριστική (αν όχι την κυρίαρχη) διάσταση της θεσμικής οργάνωσης των εκπαιδευτικών σχέσεων στη σημερινή Ελλάδα;

Αν επομένως, και ανεξαρτήτως ρητών προθέσεων, υπάρχει μια λογική στη ρητή απαγόρευση των ιδιωτικών πανεπιστημίων, η λογική αυτή είναι |ορθώς| αμυντική, υπηρετεί τη διασφάλιση της ίδιας της ύπαρξης ανώτατης εκπαίδευσης εντός συνθηκών που τείνουν να την αναιρέσουν. Το άρθρο 16 εξασφαλίζει την ανώτατη εκπαίδευση εξαιρώντας την από την ένταξη σε μία αγορά που εκ της συστάσεώς της θα την μετέτρεπε σε κάτι πολύ διαφορετικό, σε ενδεχομένως καλό σχολείο, αλλά πάντως σχολείο. Αυτό όμως θα χρειαστεί να το εξηγήσω και με άλλους όρους. Ας είναι όμως σαφές ότι δεν επιχειρηματολογώ επί οικουμενικών αρχών και ότι επομένως δεν θεωρώ ότι θα πρέπει να απαντήσω σε ρητορικά ερωτήματα του τύπου "γιατί είναι δυνατόν στην Αμερική και όχι εδώ;" ή "τι έχετε εναντίον του Χάρβαρντ;". Απλώς δεν έχουμε και δεν μπορούμε να έχουμε ελληνικά ιδιωτικά πανεπιστήμια --τονίζω |πανεπιστήμια| και όχι τριτοβάθμια σχολεία-- για λόγους παραπλήσιους με εκείνους για τους οποίους δεν έχουμε γηγενείς ινδιάνους, δεν υπήρξε μεγάλη πορεία προς τη Δύση ή δεν αναπτύχθηκε η "προτεσταντική ηθική" -- κρίμα ίσως, αλλά σε αυτή την κοινωνία αναφέρεται το σύνταγμα.

Ότι η διατύπωση της παραγράφου 8 του άρθρου 16, η διατύπωση "Η σύσταση ανωτάτων σχολών από ιδιώτες απαγορεύεται" --τελεία-- υπηρετεί ένα μείζονα |αμυντικό| στόχο, προστατεύοντας το πανεπιστήμιο από την προοπτική κατάλυσής του εντός του επιχειρηματικού καθεστώτος των ιδιωτικών "εκπαιδευτηρίων" --όπως τα αποκαλεί η ίδια παράγραφος-- φαίνεται και από το γεγονός ότι ο συντακτικός νομοθέτης θεωρεί ότι η ρητή αυτή αρνητική οροθέτηση του πανεπιστημίου είναι απαραίτητη, παρά το ότι έχει ήδη προσδιορίσει σαφώς στην παράγραφο 5 θετικά το καθεστώς του. Σύμφωνα με τη γνωστή αυτή παράγραφο: "Η ανώτατη εκπαίδευση παρέχεται αποκλειστικά από ιδρύματα που αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου με πλήρη αυτοδιοίκηση".

Να κάτι που επιμελώς αποσιωπάται από τις περισσότερες εισηγήσεις υπέρ της μεταβολής του νομικού καθεστώτος των πανεπιστημίων (ακόμα και κάποιων που την υποστηρίζουν για να στηρίξουν το δημόσιο πανεπιστήμιο): το καθεστώς του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου συναρτάται άμεσα με την πλήρη αυτονομία των ΑΕΙ. Δεν είναι άλλωστε διόλου τυχαίο ότι η προωθούμενη κατ ευφημισμό μεταρρύθμιση αφορά και τις δύο όψεις αυτού του καθεστώτος. Η ιδιωτικοποίηση προϋποθέτει |και| επιβάλλει την κατάλυση της αυτοδιοίκησης. Κάθε άλλο παρά αντιφατικός είναι ο λόγος που από τη μια κόπτεται υπέρ της επιχειρηματικότητας και του αγοραίου ανταγωνισμού στην πανεπιστημιακή εκπαίδευση και από την άλλη ενισχύει στο έπακρο τον κρατικό έλεγχο κάθε δραστηριότητας και επιλογής της ακαδημαϊκής ζωής των δημοσίων πανεπιστημίων (όπως συστηματικά προτείνει το νέο νομοσχέδιο).

Το ερώτημα που τίθεται δεν είναι απλώς "τι θα έπρεπε να είναι τα πανεπιστήμια αν όχι νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου;" αλλά και "πώς θα μπορούσε να εξασφαλιστεί η πλήρης αυτοδιοίκηση αν όχι υπ αυτό το νομικό καθεστώς;". Οι δύο διαστάσεις δεν μπορούν κατά τη γνώμη μου να αποσυνδεθούν. |Μόνο| ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου μπορεί το πανεπιστήμιο να διατηρήσει την ουσιαστική του αυτονομία, να παραμείνει δημοκρατικό στην οργάνωσή του και να διασφαλίσει την ακαδημαϊκή ελευθερία που αποτελεί τον όρο ύπαρξής του -- και πάλι ως πανεπιστημίου και όχι τριτοβάθμιου εκπαιδευτηρίου. (Επαναλαμβάνω: υπό τις υπάρχουσες συνθήκες της ελληνικής κοινωνίας και όχι υπό όρους αξιωματικής εξιδανίκευσης.) Το συγκεκριμένο νομικό καθεστώς αποτελεί την πολιτειακή εγγύηση εκείνης ακριβώς της αυτονομίας που συνιστά την ιδιαίτερη και καθοριστική αξία του νεωτερικού πανεπιστημίου.

Αντιλαμβάνομαι επομένως τις ενστάσεις όσων επιθυμούν να αντικαταστήσουν τις κοσμικές αρχές και την πολιτειακή αυτή εγγύηση με την αρχή μιας υπερβατικά εκπορευόμενης από την απόλυτη γνώση μοναστηριακής ιεραρχίας, να ζήσουν δηλαδή τις ευκαιρίες που έχασαν στον καθ ημάς Μεσαίωνα (και πρόκειται για δυνάμεις που δεν θα πρέπει να υποτιμήσουμε ενθυμούμενοι πώς πριν από είκοσι χρόνια πρωτοεμφανίστηκε αυτό το "αγνό" ενδιαφέρον για την αποδέσμευση του πανεπιστημίου από τον κρατικό κλοιό). Αντιλαμβάνομαι εξίσου και το ενδιαφέρον όσων με οποιοδήποτε κίνητρο, ταπεινό ή υψηλό, επιθυμούν να "επιχειρήσουν", καθώς εύλογα δεν χρειάζονται ούτε αυτοδιοικούμενα ιδιωτικά πανεπιστήμια ούτε ετεροδιοικούμενα δημόσια, γιατί απλώς δεν θα είχαν τι να τα κάνουν. Αντιλαμβάνομαι ακόμα και τη συνέπεια της κυβερνητικής πολιτικής που μέσω άκρατου κρατισμού και κατάλυσης της αυτονομίας επιδιώκει να καταστήσει δυνατή την ίδρυση και κερδοφορία ιδιωτικών τριτοβάθμιων εκπαιδευτηρίων. Δεν αντιλαμβάνομαι όμως τα επιχειρήματα υπέρ της μεταβολής του νομικού καθεστώτος εν ονόματι της αυτονομίας.

Νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου σημαίνει εταιρεία. Και προφανώς δεν μπορεί να αποσυνδεθεί αυτό το νομικό καθεστώς από την "αυθεντία" αλλά και την όποια, έστω και νομοθετικά περιορισμένη, αυθαιρεσία του ιδιώτη. Αν δεν απατώμαι, καμία οικονομική θεωρία δεν αποσυνδέει τον παραγωγικό-συντονιστικό από τον εξουσιαστικό - "δεσποτικό" χαρακτήρα του ιδιοκτήτη ή έστω του διαχειριστή. Το ποιος ασκεί και πώς ασκεί τη διοίκηση στο πανεπιστήμιο δεν αφορά μόνο τεχνικά ζητήματα, αφορά εξίσου τη διδασκαλία και την έρευνα, την ακαδημαϊκή ελευθερία, τους στόχους, τα περιεχόμενα, τις προτεραιότητες, τις επιλογές και επομένως την ίδια τη γνώση --το τι θα ορίζεται και τι θα επιδιώκεται ως παραγόμενη γνώση. Ως ιδιωτική εταιρεία το πανεπιστήμιο --τριτοβάθμιο εκπαιδευτήριο πλέον-- δεν μπορεί παρά να αποσκοπεί στην κυκλική αναπαραγωγή εμπορεύσιμης "γνώσης", διαφορετικά δεν έχει λόγο ύπαρξης. Δεν είναι λοιπόν και πάλι διόλου τυχαίου ότι αυτή η συζήτηση περί πανεπιστημιακών εταιρειών αναπτύσσεται εντός μιας συγκυρίας στην οποία η ίδια η έννοια της επιστημονικής γνώσης αμφισβητείται ριζικά υπέρ της κατάρτισης και των "δεξιοτήτων".

Τα συνήθη αντεπιχειρήματα όσων, παρά την προφανή αυτή σύνδεση του εταιρικού πλαισίου με την κατάλυση της αυτονομίας και δυνάμει του πανεπιστημιακού χαρακτήρα της παραγόμενης γνώσης, επιμένουν στην αναγκαιότητα της μεταβολής του νομικού καθεστώτος είναι δύο.

Σύμφωνα με το πρώτο, ο κρατισμός του ασφυκτικού και ανορθολογικού ελέγχου από την πλευρά του υπουργείου αποτελεί μεγαλύτερο πρόβλημα. Μόνον που αυτό δεν αποτελεί ζήτημα που θα απαιτούσε συνταγματική ρύθμιση. Το συνταγματικό πλαίσιο δεν είναι περιοριστικό, απεναντίας εγγυάται την αυτοδιοίκηση. Οι νόμοι που υλοποιούν αυτή την επιταγή είναι στρεβλοί και εναντίον αυτών πρέπει να στραφούμε. Μήπως όμως προέρχεται το πρόβλημα από την επόμενη διάταξη της παραγράφου 5; Διαβάζουμε εκεί: "Τα ιδρύματα αυτά [δηλαδή τα δημόσια και αυτοδιοικούμενα πανεπιστήμια] τελούν υπό την εποπτεία του κράτους, έχουν δικαίωμα να ενισχύονται οικονομικά από αυτό και λειτουργούν σύμφωνα με τους νόμους που αφορούν τους οργανισμούς τους". Τι λοιπόν δεν είναι σχεδόν αυτονόητο στη διατύπωση αυτή; Προφανώς όχι η κρατική οικονομική ενίσχυση, ούτε όμως και η λειτουργία βάσει οικείων οργανισμών. Αποτελεί ασφυκτικό περιορισμό η κρατική εποπτεία; Αυτή δεν είναι που κατά τα άλλα απαιτείται από τους ίδιους κύκλους ώστε να περιοριστεί η ασυδοσία και αυθαιρεσία στο καθεστώς που διέπει τα ποικιλόμορφα κολέγια; Ή μήπως πάλι είναι το "δημόσιο λογιστικό" Μήπως θα έπρεπε να ανοίξουμε διάπλατα την πόρτα στο ανεξέλεγκτο των αποφάσεων των όποιων διαχειριστών, όταν μάλιστα πρόκειται για δημόσιο χρήμα; Μας είναι σε όλους γνωστές οι στρεβλώσεις και δυσλειτουργίες που προκύπτουν από τον |τρόπο| εφαρμογής των όρων του δημόσιου αυτού λογιστικού. Ας επιμείνουμε στην άμεση αλλαγή αυτού του τρόπου και όχι στην μετάβαση στο ιδιωτικό λογιστικό. Κι αν η εμπειρία των "Ειδικών λογαριασμών" προτείνεται με τόση ευκολία ως "εναλλακτική", χρειάζεται να θυμίσω από πού ξεκίνησαν οι ατασθαλίες που έστειλαν συναδέλφους μας στα δικαστήρια ή να προτείνω σε κάποιο δαιμόνιο δημοσιογράφο να "ξεσκονίσει" τους διορισμούς και τις μονιμοποιήσεις που έγιναν απ αυτό το "παράθυρο"

Το δεύτερο αντεπιχείρημα είναι κατά τα φαινόμενα το κρισιμότερο: νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου δεν σημαίνει απαραίτητα εταιρεία, υπάρχουν και τα κοινωφελή ιδρύματα. Γιατί όμως και βάσει ποιας λογικής θα επιδιώκαμε ένα πανεπιστήμιο, έστω ως κοινωφελές ίδρυμα, αλλά υπαγόμενο στο ιδιωτικό και όχι στο δημόσιο δίκαιο; Ως δυνάμει ανεξέλεγκτο; Γιατί αναφορικά με τον διοικητικό έλεγχο και εν τέλει την εξουσία της διαχείρισης που διαχέεται παντού, αναιρώντας την ακαδημαϊκή ελευθερία, τα δεδομένα παραμένουν τα ίδια είτε πρόκειται για κερδοσκοπικό είτε για μη κερδοσκοπικό οργανισμό.

Παραμένει το κατά τη γνώμη μου εξωτικό επιχείρημα σχετικά με τους καλοπροαίρετους, υπεράνω κάθε ιδίου συμφέροντος, χορηγούς. Ως κοινωνιολόγου τίποτα δεν μου είναι πιο "ύποπτο" από το λόγο περί ανιδιοτελών χαρισματικών οραματιστών. Οι περίφημοι αυτοί δωρητές που, γνωρίζοντας τη "μιζέρια" του ελληνικού δημοσίου και τη γραφειοκρατική "εξαθλίωση" των κρατικών πανεπιστημίων, θα χρηματοδοτούσαν γενναία ένα ιδιωτικό (και μόνο ιδιωτικό) εκπαιδευτικό ίδρυμα για να καταστεί πρότυπο πανεπιστημιακής αριστείας --ενάντια σε όλη την παράδοση των μεγάλων εθνικών δωρητών-- δεν είναι παρά οι χορηγοί που όλοι καλά γνωρίζουμε. Ο ολοκληρωτικής νοοτροπίας λόγος που τους υποστηρίζει ως "πεφωτισμένους" παραβλέπει συστηματικά την πραγματικότητα των αντίστοιχων ιδρυμάτων. Ή μήπως θα μας φαινόταν "φυσικό" να διδάσκουμε υποχρεωτικά τη θεωρία και τα συγγράμματα κάποιου από αυτούς τους δωρητές αν έγραφε και θεωρία ή να δεχόμαστε τα μέλη της οικογένειάς του ως αριστείνδην μέλη ΔΕΠ;

Στο σημείο αυτό γίνεται συνήθως η επίκληση της ισχύος του ανταγωνισμού. Ο ανταγωνισμός θα υποκαταστήσει την ανάγκη ελέγχου. Δεν θα αναφερθώ στις συνθήκες ανάπτυξης του διαβόητου "ελεύθερου" ανταγωνισμού στην ελληνική ιδιωτική οικονομία. Ποιος είναι όμως αυτός ο ανταγωνισμός για τον οποίο μας μιλάνε οι υποστηρικτές των ιδιωτικών πανεπιστημίων; Αν όντως πρόκειται για τον ανταγωνισμό προϊόντων εντός μιας διαφοροποιημένης αγοράς, τότε θα πρέπει να αποσαφηνίσουμε πώς θα οριστεί εντός αυτής της αγοράς το προϊόν της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης. Θα είναι το πτυχίο; Επενδύουμε δηλαδή σε έναν ανταγωνισμό που κατ ανάγκη θα αφορά την ευκολία, την ταχύτητα και το χαμηλό κόστος των σπουδών -- και που όλα αυτά θα εξασφαλίζονται με την αντίστοιχη μείωση του κόστους παραγωγής και την αύξηση της παραγωγικότητας των εργαζομένων στο πανεπιστήμιο, νοούμενων πλέον ως διεκπεραιωτών; Ή θα είναι η "γνώση", η παραγωγή της οποίας θα υπόκειται σε ανάλογους όρους μείωσης του κόστους παραγωγής της με αποτέλεσμα και πάλι τη συρρίκνωσή της σε αναπαραγωγικές (φροντιστηριακές κατ ουσία) διαδικασίες σχολικού τύπου; "Όχι", μας λένε, "ο ανταγωνισμός θα αφορά την ποιότητα". Το αόρατο χέρι θα περιορίζει μαγικά το ενδιαφέρον των ανιδιοτελών επενδυτών στην παραγωγή ποιοτήτων. Ακόμα όμως κι αν δεχτούμε την ειδυλλιακή αυτή υπόθεση, πώς και από ποια σκοπιά κρίνονται και συγκρίνονται αυτές οι παραγόμενες ποιότητες; Οι όποιες αρχές επιβαλλόμενης αξιολόγησης δεν θα μπορούσαν εδώ να έχουν άλλη ισχύ πέραν εκείνης που προτάσσει το ενδιαφέρον, τη χρηστική και ανταλλακτική επιλογή του πελάτη. Έχοντας αποκλείσει από τη θέση του πελάτη την ίδια την πολιτεία και το σύστοιχό της δημόσιο συμφέρον, δεν μένει παρά ο αγοραστής των υπηρεσιών. Οπωσδήποτε ένα ποσοστό αυτής της πελατείας προτάσσει αξίες συμβατές με την πανεπιστημιακή γνώση και εκπαίδευση, όπως το κάνει και τώρα στα σεμινάρια μας, ιδιαίτερα στο μεταπτυχιακό επίπεδο. Το υπόλοιπο όμως; Τώρα τις πανεπιστημιακές αυτές αξίες τις καλλιεργεί το ίδιο το δημόσιο πανεπιστήμιο. Ποιος εγγυάται την παραγωγή και αναπαραγωγή τους όταν η ζήτηση δεν θα είναι εξασφαλισμένη; Πώς και γιατί οι φοιτητές και οι αγοραστές γονείς τους θα επιλέγουν τις συμβατές με την |πανεπιστημιακή| γνώση προσφερόμενες ποιότητες, πώς θα τις διακρίνουν και βάσει ποιας προηγούμενης προπαίδειας θα τις γνωρίζουν και θα τις αναγνωρίζουν; Πώς εντέλει μπορούν να κρίνουν όταν εμείς οι ίδιοι, ως κατ εξοχήν αρμόδιοι και ειδικοί, δυσκολευόμαστε τόσο να τις προσδιορίσουμε στην ίδια μας τη δουλειά, όπως φαίνεται από τη συγκρότηση των προγραμμάτων σπουδών μας; Θα τις έχει μονομερώς και δογματικά προσδιορίσει το σύστημα "διασφάλισης της ποιότητας" και οι γραφειοκρατικές ρυθμίσεις του "ενιαίου ευρωπαϊκού πανεπιστημιακού χώρου" Και έστω πως ναι, για πόσο -- σε μια διαρκώς μεταβαλλόμενη κοινωνική και τεχνολογική πραγματικότητα; Άλλωστε, αν είναι να δεχτούμε μια τόσο ασφυκτικά ρυθμισμένη ακαδημαϊκή οργάνωση, γιατί να μην δεχτούμε την εποπτεία του κράτους και τη διαπραγμάτευση των γνωστικών αξιών της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης εντός του πλαισίου της ακαδημαϊκής κοινότητας με την "εγγύηση του δημοσίου" (όπως λέει και το σήμα δημοφιλούς εκπομπής);

Βλέπουμε για μια ακόμα φορά πως η μετάβαση από το δημόσιο στο ιδιωτικό πανεπιστήμιο συνοδεύεται κατ ανάγκη από την κατάλυση της αυτοτέλειάς του. Ή, για να είμαι ακριβέστερος, πως η δημιουργία ιδιωτικών πανεπιστημίων δεν συνεπάγεται μόνο τον έλεγχο της ακαδημαϊκής ζωής αυτών των ιδρυμάτων από τους ιδιοκτήτες τους, αλλά προϋποθέτει ταυτοχρόνως ένα άκρως άκαμπτο και δεσμευτικό πλαίσιο του συνόλου της ακαδημαϊκής ζωής και τον πλήρη διοικητικό έλεγχο |και| των δημοσίων πανεπιστημίων. Η καθαρή λογική αυτού του σχήματος φέρνει στην επιφάνεια ένα άλλο καταλυτικό, υποτίθεται, επιχείρημα των υποστηρικτών των ιδιωτικών πανεπιστημίων, την επιτυχή λειτουργία ιδιωτικών σχολείων.

Πράγματι, ο πυρήνας του συνόλου των αλλαγών που πλαισιώνουν την αλλαγή του άρθρου 16 είναι η μετατροπή των πανεπιστημίων σε τριτοβάθμια σχολεία. Και ως τέτοια μπορούν όντως να αφεθούν στην ιδιωτική πρωτοβουλία, καθώς σε αυτά δεν τίθεται καν ζήτημα ακαδημαϊκής ελευθερίας. Η γνώση που χειρίζονται τέτοιου είδους εκπαιδευτήρια μπορεί εν πολλοίς να θεωρείται δεδομένη και αναπαράξιμη, δεν συγκροτείται εντός της εκπαιδευτικής διαδικασίας ως ερευνητικής, όπως στο καθαυτό πανεπιστήμιο. Η λειτουργία τέτοιων εκπαιδευτηρίων προϋποθέτει ένα εθνικό αναλυτικό πρόγραμμα σπουδών και προς αυτή την κατεύθυνση μοιάζουν να κινούνται όλες οι προτεινόμενες σήμερα ρυθμίσεις. Και πράγματι γνωρίζουμε από την ελληνική εμπειρία ότι η γραμμική μετάδοση μιας τέτοιας σχολικής γνώσης μπορεί επιτυχώς να ανατεθεί σε ιδιωτικά ιδρύματα, όπως και η καλλιέργεια εκ των προτέρων προσδιορίσιμων "δεξιοτήτων" ή η "κατάρτιση" βάσει προδιαγεγραμμένων προτύπων.

Υπάρχουν κατηγορίες πανεπιστημιακών σπουδών που θα μπορούσαν σε κάποιο βαθμό να υποταχθούν σε αυτή τη λογική, εκεί που το κοινωνικό γνωστικό ενδιαφέρον θα μπορούσε εν μέρει να αναχθεί σε τεχνικό ή καθαρώς εργαλειακό -- σπουδές δηλαδή που οδηγούν σε συγκεκριμένα και προφανώς γνωστικά συρρικνωμένα τεχνικά ή θεραπευτικά επαγγέλματα εφαρμογής, ή πάλι μεταπτυχιακές σπουδές διαχειριστικού περιεχομένου που προϋποθέτουν προηγούμενη κατοχή των εργαλείων της αντίστοιχης τέχνης, προηγούμενη συγκρότηση των φοιτητών ως επιστημόνων. Ποιος όμως τα χρειάζεται αυτά τα ανωτατοποιημένα σχολεία και σε ποιο ποιοτικό ανταγωνισμό μπορούν να συμβάλουν; Και κυρίως γιατί θα πρέπει να τους αποδοθεί το καθεστώς του πανεπιστημίου αν η αγορά ήδη τα αποδέχεται όπως υπάρχουν σήμερα (από τα μεταπτυχιακά του ΣΕΒ έως τις ενδοεπιχειρησιακές καταρτίσεις της νέας οικονομίας);

Η λογική της διεύρυνσης της σχολικής κατάρτισης τείνει να εντάξει |και| το πανεπιστήμιο στη νέα αγορά των |ευκαιριών| που χαρακτηρίζει τη φάση της νεωτερικότητας που διανύουμε, να μετατρέψει δηλαδή το δικαίωμα στη μόρφωση σε συναγωνισμό ως προς την εκμετάλλευση παρεχόμενων ευκαιριών και μάλιστα υπό όρους οικονομικής δυνατότητας συμμετοχής. Να θυμίσω άλλωστε πως και το συνταγματικό "δικαίωμα στην οικονομική ενίσχυση" των δημοσίων πανεπιστημίων επιδιώκεται να αντικατασταθεί από |ευκαιρίες| χρηματοδότησης που θα τους δίνονται ανάλογα με την ικανοποίηση των πελατών τους.

|* Κείμενο ομιλίας που έγινε σε εκδήλωση για τα ιδιωτικά πανεπιστήμια που οργάνωσε στις 22.11.06 ο Σύλλογος ΔΕΠ της Σχολής Νομικών, Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών|

Θέμα επικαιρότητας:
Παιδεία

Σύνολο: 264 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι