Με τους πολίτες κατά του λαού

Το ΠΑΣΟΚ της νέας εποχής

Ανδρέας Πανταζόπουλος, Κυριακάτικη Αυγή, 03/12/2006

Στόχος του βιβλίου είναι να περιγράψει και να αναλύσει το εγχείρημα του Γ. Παπανδρέου, από τη στιγμή που αυτός ανέλαβε την ηγεσία του ΠΑΣΟΚ, δύο μήνες πριν από τις εκλογές του 2004. Θα θυμάστε, φαντάζομαι, ότι τότε, στη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας, ο Γ. Παπανδρέου αναφερόταν διαρκώς στην ανάγκη της συμμετοχής των πολιτών στα κοινά, μιλούσε για τη συμμετοχική δημοκρατία, για την αποκέντρωση και τη διαβούλευση. Αρκετοί ήταν αυτοί που ισχυρίζονταν ότι όλα αυτά που επικαλείτο ο νέος ηγέτης του ΠΑΣΟΚ ήταν ένα τρυκ, ένα κόλπο προκειμένου να κάνει να ξεχαστούν τα προβλήματα του άμεσου παρελθόντος, της σημιτικής οκταετίας, ιδιαίτερα της δεύτερης τετραετίας (2000-2004), ότι όλα αυτά εντάσσονταν σε μία καλοσχεδιασμένη επιχείρηση γοητείας των ψηφοφόρων του ΠΑΣΟΚ, και ευρύτερα του εκλογικού ακροατηρίου, σε μία επικοινωνιακή "μιντιακή καταιγίδα", όπως χαρακτηριστικά λεγόταν. Ότι δηλαδή όλα αυτά ήταν μία "προπαγάνδα" η οποία γινόταν για να ξανακερδίσει το ΠΑΣΟΚ τις εκλογές και, κατά τα ειωθότα, να ξεχαστεί αμέσως μετά από ενδεχόμενη νίκη του.

Το ΠΑΣΟΚ βέβαια δεν κέρδισε τις εκλογές, ωστόσο όλα όσα έλεγε ο ηγέτης του συνέχισε να τα υπερασπίζεται και μετά από αυτές. Αυτός ήταν και ο λόγος για τον οποίο προσπάθησα να δω από πιο κοντά την προσωπική πολιτική διαδρομή του Γ. Παπανδρέου, τις κατά καιρούς πολιτικές του απόψεις, ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 80, στο φόντο βέβαια των κοινωνικών και πολιτικών εξελίξεων. Και το εντυπωσιακό σε όλη αυτή τη διαδρομή, από τότε μέχρι και σήμερα, είναι η φανατική, στα όρια της ιδεοληψίας, εμμονή του στα ίδια θέματα: στη συμμετοχή, στην αποκέντρωση, στη διαβούλευση, στο διάλογο, έννοιες και πρακτικές τις οποίες θεωρούσε ως μονόδρομο προκειμένου τόσο το ίδιο το ΠΑΣΟΚ όσο και το πολιτικό σύστημα να ανακτήσουν την εμπιστοσύνη των πολιτών. Από κοινού με την ταυτόχρονη και αδιάπτωτα επαναλαμβανόμενη άρνησή του στο συγκεντρωτικό και πελατειακό κράτος, στην υπεράσπιση ενός δημοκρατικού, "ανοιχτού" κόμματος. Με δυο λόγια, ο Γ. Παπανδρέου, με τον δικό του τρόπο, αν και κληρονόμος μιας βαριάς κληρονομιάς, θέλησε και επιχείρησε να την αμφισβητήσει. Φέροντας στην επιφάνεια μία νέα συμμετοχική, "απελευθερωτική" θεματική.

Στο βιβλίο υποστηρίζω, μεταξύ άλλων, ότι η νέα αυτή θεματική, ως στρατηγική ανασυγκρότησης τόσο του ΠΑΣΟΚ όσο και του πολιτικού συστήματος, παρουσιάζει μία σειρά σοβαρών αποκλίσεων από την ίδια την πραγματικότητα, τόσο αυτήν του ΠΑΣΟΚ όσο και του ελληνικού πολιτικού συστήματος. Ότι τα προβλήματα κατανόησης του τι θέλει, επιτέλους, να κάνει ο Γ. Παπανδρέου, του τι σημαίνει "Γιώργο, άλλαξέ τα όλα", το γιατί το ΠΑΣΟΚ δεν έχει κοινωνικοπολιτικό στίγμα, όλα αυτά συνδέονται άμεσα με τον τρόπο που ο ηγέτης του ΠΑΣΟΚ διαβάζει την πραγματικότητα. Θα υποστηρίζαμε, συνοψίζοντας, ότι τα προβλήματα με αυτή τη νέα συμμετοχική θεματική είναι δύο ειδών:

1. Δεν κατόρθωσε να γίνει εύκολα κατανοητή όχι μόνον από τον εκλογικό περίγυρο του ΠΑΣΟΚ, τους εν δυνάμει ψηφοφόρους του, αλλά και από πολλά μέλη του, ακόμα και από αρκετά στελέχη του. Η δυσκολία συνίσταται αφενός στο γεγονός ότι η ελληνική πολιτική κουλτούρα είναι "συντηρητική". Με αυτό θέλω να πω ότι τόσο η ελληνική πολιτική ελίτ όσο και η κοινωνία των πολιτών δεν έχουν εθισθεί σε συμμετοχικές πρακτικές ή, καλύτερα, οι όποιες συμμετοχικές πρακτικές κατά τη διάρκεια της μεταπολίτευσης περνούσαν σχεδόν αποκλειστικά μέσα από τα πολιτικά κόμματα. Αφετέρου, αυτή η μείζονα απουσία συνήργησε, μεταξύ και άλλων παραγόντων, στο γεγονός ότι τα σημερινά αιτήματα κοινωνικής διεκδίκησης, διαμαρτυρίας, να είναι ουσιαστικά αποσυνδεδεμένα, με την ίδια την ευθύνη των "φυσικών" ηγεσιών τους, σχεδόν από κάθε "ποιοτικό" αίτημα συμμετοχής, συναπόφασης. Ακόμα και η προβολή και η διεκδίκηση θεσμικών αιτημάτων αποσυσχετίζεται από κάθε θεσμική διαδικασία συναπόφασης μέσα στη διάρκεια, διαδικασία η οποία από κοινού με την σύγκρουση που προϋποθέτει, επιβάλλει, ταυτόχρονα, και την αποδοχή του συμβιβασμού ανάμεσα στους παράγοντες οι οποίοι καλούνται να συναποφασίσουν. Με την έννοια αυτή, το πασοκικό αίτημα - πρόταγμα της "ευθύνης", της λεγόμενης "κοινωνικής συνευθύνης", το οποίο μάλιστα θεωρείται και ως η έδρα ενός νέου διαδικασιακού "πατριωτισμού", δεν μπορεί να γίνει κατανοητό. Το αποτέλεσμα είναι να προσλαμβάνει μία καθαρά ηθικιστική συνδήλωση, αφού αδυνατεί ως μία εκ των άνω ρητορική εκφορά να επενδυθεί σε εκ των κάτω προερχόμενες κοινωνικές πρακτικές. Εδώ, αυτή η αδυναμία κοινωνικής κατανόησης και ενεργητικής πλαισίωσης μιας νέας πολιτικής πρότασης αποδεικνύει ότι δεν αρκεί η όποια ενδεχόμενη ορθότητά της προκειμένου αυτή να πετύχει στην υλοποίησή της, αλλά αυτό που χρειάζεται είναι να μπορεί να επιφέρει πραγματικά ρήγματα σε ένα παραδοσιακό, ένα κληρονομημένο πλέγμα κοινωνικών και πολιτικών πρακτικών: χρειάζονται, με άλλα λόγια, κοινωνικές δυνάμεις που θα πάρουν πάνω τους την υπόθεση της "συνευθύνης", και τέτοιες δυνάμεις απουσιάζουν. Οι διαβόητες μη κυβερνητικές οργανώσεις, καθώς και τα κοινωνικά κινήματα, μέσα στο πλαίσιο της "αδύναμης" ελληνικής κοινωνίας των πολιτών, είναι ουσιαστικά, δηλαδή πολιτικά, ανύπαρκτες, προκειμένου να ενσαρκώσουν με το απαιτούμενο ειδικό πολιτικό βάρος μία αξιόπιστη διαδικασία θεσμικής ανανέωσης, τουλάχιστον έτσι όπως την φαντάζεται ο ηγέτης του ΠΑΣΟΚ. Σε κάθε περίπτωση, η όποια διακεκομμένη, αφανής τους ύπαρξη δεν ταυτίζεται με την έκφραση μαζικών κοινωνικών συμφερόντων. Μπορούμε, στο σημείο αυτό, να εντοπίσουμε, με σχετική άνεση, ότι η εκ των άνω, εκ μέρους του Γ. Παπανδρέου, βολονταριστική προαγωγή τους ως προνομιακών κοινωνικών υποκειμένων του μετασχηματισμού των πολιτικών κομμάτων και του πολιτικού συστήματος προσκρούει σε μία θεμελιακή παρανάγνωση της ελληνικής πραγματικότητας. Διατείνομαι ότι είναι αυτή η παρανάγνωση, η οποία οφείλεται στην ιδεοληπτική εμμονή σε ένα "μοντέλο", αυτό της "συμμετοχικής δημοκρατίας", η οποία εξηγεί τη μη κατανόηση της συμμετοχικής θεματικής από την εν δυνάμει κοινωνική βάση του ΠΑΣΟΚ, αλλά και από τα μέλη και πολλά από τα στελέχη του.

2. Αλλά μία παρανάγνωση δεν επιτρέπεται να αποκρύψει μία άλλη. Το δεύτερο και εξίσου σημαντικό πρόβλημα με αυτή τη νέα θεματική περί συμμετοχικής δημοκρατίας (όπως και αν αυτή κάθε φορά μετονομάζεται: απλή συμμετοχή, κοινωνική συνευθύνη, κοινωνική λογοδοσία, ειδικό βάρος που αποδίδεται στην αποκέντρωση και την Αυτοδιοίκηση, ειδικό βάρος που αποδίδεται στις τοπικές κοινωνίες των πολιτών, στις ΜΚΟ και στα κοινωνικά κινήματα, στην ηλεκτρονική τους δικτύωση κ.λπ.) αφορά τις προϋποθέσεις της στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης. Εξηγούμαι: Ο Γ. Παπανδρέου ξεκινά από ορισμένες βασικές παραδοχές: ότι οι παραδοσιακές λειτουργίες και ο ρόλος του έθνους-κράτους (όπως π.χ. η άσκηση κοινωνικής πολιτικής) μπροστά στην παγκοσμιοποίηση έχουν σε πολύ μεγάλο βαθμό υπονομευθεί~ ότι πλέον λόγω παγκοσμιοποίησης είμαστε όλοι πολίτες ενός πλανητικού χωριού, όπου τα εθνικά σύνορα δεν παίζουν σημαντικό ρόλο~ ότι, γι αυτό το λόγο, δεν έχει νόημα να παλεύουμε για την "λαϊκή κυριαρχία", για την "εθνική ανεξαρτησία", όπως τις εννοούσαμε στο παρελθόν~ ότι οι κοινωνικοί αγώνες και οι κοινωνικές συγκρούσεις δεν είναι πλέον εθνικές αλλά διεθνικές, πλανητικές~ ότι οι συγκρούσεις αυτές δεν είναι ταξικές, δεν αντιπαραθέτουν τη μία τάξη έναντι της άλλης, τους "φτωχούς" ενάντια στους "πλούσιους", αλλά μάλλον διαταξικές, εγκάρσιες και αξιακές, όπου τα συμφέροντα υποκαθίστανται βαθμηδόν από τις αξίες~ ότι σήμερα δεν υπάρχουν μεγάλα και συμπαγή συλλογικά σώματα, όπως οι τάξεις ή ο "λαός", αλλά μόνον ή κυρίως άτομα τα οποία συμμετέχουν ταυτόχρονα σε πολλές κοινότητες και ταυτότητες. Κάποιος, παραδείγματος χάρη, είναι εργάτης στο επάγγελμα, μουσουλμάνος στο θρήσκευμα, όπου δεν είναι σίγουρο ποια από αυτές τις ταυτότητές του είναι η πλέον ισχυρή, αυτή η οποία τον ευαισθητοποιεί και τον κινητοποιεί περισσότερο. Κάποιος άλλος, ή κάποια άλλη, είναι γυναίκα, εργαζόμενη, και μητέρα, όπου τα προβλήματα που αντιμετωπίζει δεν είναι μόνο ή δεν είναι τόσο μισθολογικά, αλλά σχετίζονται με το φύλο της ή με τις υποχρεώσεις της ως μητέρας. Οι παραδοσιακές ταυτότητες έτσι φαίνονται να έχουν αλλάξει, τα αιτήματα να έχουν διαφοροποιηθεί, και επιπλέον ο καθένας προσπαθεί να βρει έναν ατομικό τρόπο για να τα πραγματοποιήσει, δεν βλέπει δηλαδή το άτομο την προσίδια εξέλιξή του μέσα από τη γενικότερη, τη συλλογικότερη εξέλιξη της κοινωνικής ομάδας ή τάξης στην οποία ανήκει. Αν σε όλα αυτά προσθέσουμε, βέβαια, και την κρίση την οποία διέρχεται η πολιτική, αν προσθέσουμε την πολιτική αδιαφορία, την άποψη δηλαδή ότι "όλοι οι πολιτικοί ίδιοι είναι", πράγμα το οποίο συνιστά βασικό στοιχείο μιας ανιούσας κοινωνικής απονομιμοποίησης της αντιπροσωπευτικής πολιτικής, τότε βρισκόμαστε μπροστά στο σύνολο των αιτιών που επικαλείται ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ. Αιτίες οι οποίες, κατ αυτόν, επιβάλλουν την ανάγκη να μεταρρυθμισθεί το πολιτικό σύστημα, οι θεσμοί, τα κόμματα (που πρέπει να πάψουν να είναι ηγετοκεντρικά και να γίνουν πλουραλιστικά, να οργανωθούν δικτυακά με τη βοήθεια του Διαδικτύου), τα συνδικάτα, να συντριβεί το συγκεντρωτικό και παλαιοκαπιταλιστικό κράτος και να εισέλθουν νέοι και άφθαρτοι παράγοντες όπως οι ΜΚΟ, οι ανθρωπιστικές οργανώσεις και τα κοινωνικά κινήματα για να το ανανεώσουν. Με δυο λόγια, η ελληνική κοινωνία πρέπει να πάψει να είναι "κλειστή" και "φοβική", να γίνει μια "ανοικτή" κοινωνία, μια κανονιστικά συγκροτημένη "πολυπολιτισμική" κοινωνία των πολιτών, να μην φοβάται το νέο και το διαφορετικό, τον μετανάστη κ.λπ.

Σε όλα αυτά υπάρχει μία δόση αλήθειας. Πράγματι, αρκετά πράγματα αλλάζουν λόγω παγκοσμιοποίησης. Και σε ό,τι αφορά τις λειτουργίες του έθνους-κράτους και στη σχέση των πολιτών με την πολιτική, με τα κόμματα και με τους θεσμούς. Ωστόσο, αυτό που κατά τη γνώμη μου δεν αλλάζει ή, έστω, μέχρι τώρα δεν έχει ακόμα αλλάξει, είναι το γεγονός ότι οι κοινωνικές διαιρέσεις και οι κοινωνικές συγκρούσεις εξακολουθούν να υπάρχουν και να εκδηλώνονται |μέσα| σε εθνικό πλαίσιο, |μέσα στο πλαίσιο του έθνους-κράτους οι πολίτες κατανοούν την έκφραση και διεκδίκηση των συμφερόντων τους και είναι αυτά τα τελευταία, τα συμφέροντα, τα κοινωνικά συμφέροντα (οι αυξήσεις, η ανεργία, η φτώχεια) που συνεχίζουν να αποτελούν τη βάση της πολιτικής και όχι κάποιες αφηρημένες, και αποκομμένες από συμφέροντα, ανθρωπιστικές "αξίες" (η ανθρωπιά, η αλληλεγγύη). Θέλω, δηλαδή, να πω ότι ακόμα εξακολουθούν να υπάρχουν κοινωνικές τάξεις, ότι εξακολουθεί να υπάρχει "|λαός|", ότι ένας ολόκληρος κόσμος θέλει να αισθάνεται και να είναι προστατευμένος από ένα αποτελεσματικό κράτος και από πολιτικούς που ενδιαφέρονται γι αυτόν. Ότι για πάρα πολλούς, για τους περισσότερους, οι "αξίες" που επικαλείται ο ηγέτης του ΠΑΣΟΚ έχουν νόημα μόνον όταν γίνονται "πολιτική", όταν αυτή ανταποκρίνεται σε υπαρκτές κοινωνικές ανάγκες.

Αντίθετα, για τον Γ. Παπανδρέου, όπως είπα πριν, και πολιτικά μιλώντας, ούτε τάξεις, ούτε λαός υφίστανται. Αυτό που υπάρχει δεν είναι ο εργάτης, ο αγρότης, ο μικροαστός, κ.λπ., αλλά ο |πολίτης|, ένα άτομο δηλαδή το οποίο υπάρχει υπερβαίνοντας τα όποια προσωπικά του συμφέροντα, τα συμφέροντα της κοινωνικής ομάδας στην οποία ανήκει, προσδιορίζεται και από άλλες ασχολίες του και ανάγκες του: ο πολίτης αυτός το πρωί εργάζεται στο σπίτι του μπροστά στον προσωπικό του ηλεκτρονικό υπολογιστή, το απόγευμα ασχολείται με τις δραστηριότητες μιας μη κυβερνητικής οργάνωσης και το βράδυ κρατά εναλλάξ με άλλους γείτονές του στο σπίτι του τα παιδιά της γειτονιάς όταν οι γονείς τους εργάζονται. Θέλω να πω ότι τέτοιος πολίτης δεν υπάρχει, δεν υπάρχει, εννοώ, ως κρίσιμο κοινωνικό μέγεθος, ο οποίος να μοιράζει το χρόνο του ανάμεσα στην προσωπική του εργασία, τη φιλανθρωπική δραστηριότητα και την κοινωνική ευθύνη. Αλλά και αν ακόμα υπήρχε, ο πολίτης αυτός ποτέ, κατά τη γνώμη μου, δεν μπορεί να πάψει να αναζητά την κρατική μέριμνα, την κρατική κοινωνική πολιτική, αναθέτοντάς την στη φιλανθρωπία, σε μια κοινοτιστικής υφής φιλανθρωπία.

Γιατί η φιλανθρωπία ενδέχεται να είναι καλό πράγμα, να είναι μία "αξία", μία "ηθική" στάση, ωστόσο, η φιλανθρωπία, στη γλώσσα του Γ. Παπανδρέου: η "ανθρωπιά", η "αλληλεγγύη", δεν μπορεί να αντικαταστήσει την πολιτική, για παράδειγμα |την ευθύνη του κράτους| (στην υγεία, στην παιδεία), |τη δημόσια μέριμνα έναντι όλων των πολιτών|. Ούτε τα κόμματα μπορούν, ούτε και πρέπει θα έλεγα, να μετεξελιχθούν σε ιντερνέτ-καφέ: τα κόμματα υπάρχουν για να εκφράζουν αντίθετα και αντίπαλα κοινωνικά συμφέροντα, μέσα από τέτοια κόμματα λειτουργεί η δημοκρατία. Τα κόμματα, οι κομματικές οργανώσεις δεν είναι φιλανθρωπικές οργανώσεις, ούτε "σχολειά" που δίνουν μόρφωση στον πολίτη, δεν είναι Κέντρα Επαγγελματικής Κατάρτισης στις νέες τεχνολογίες. Τα κόμματα, αλλά και η δημοκρατία, ζουν μέσα από συγκρούσεις διαφορετικών ιδεολογιών και προγραμμάτων, όχι από μία γενικευμένη συναίνεση και μεταξύ τους σύγκλιση, ακόμα και εξομοίωση. Η σημερινή κρίση της πολιτικής και των πολιτικών οφείλεται έως έναν σημαντικό βαθμό, ακριβώς, σε αυτή τη σύγκλιση, στην ανυπαρξία αξιόπιστων εναλλακτικών λύσεων μπροστά σε σημαντικά προβλήματα. Όταν δεν υπάρχουν οι διαφορές ανάμεσα τους, τότε ορισμένοι σπεύδουν να επινοήσουν νέες υποτίθεται μεθόδους, νέες διαδικασίες για την επίλυσή τους: μιλάνε για συμμετοχή του πολίτη, για τη συνευθύνη του στη λύση των προβλημάτων, και στην πραγματικότητα εννοούν ότι επαφίεται στις πρωτοβουλίες της λεγόμενης κοινωνίας των πολιτών να υποκαταστήσει το μεγάλο κενό που αφήνει η απόσυρση του κράτους, θα έλεγα η αυξανόμενη ιδιωτικοποίηση του κράτους. Αναρωτιέμαι: αν δεν θα έπρεπε να αναζητήσουμε και εδώ, σε αυτή δηλαδή την διαδικασιακή συναινετική σύγκλιση ανάμεσα σε αριστερά/δεξιά, βασικούς λόγους για την άνοδο φαινομένων πολιτικού κυνισμού και ακροδεξιού λαϊκισμού, που έχουν ήδη κάνει την εμφάνισή τους και στην Ελλάδα, πού θα έπρεπε να τους αναζητήσουμε; Στην κακία των ανθρώπων;

Νομίζω ότι το βασικό πρόβλημα με τη νέα αυτή θεματική του Γ. Παπανδρέου είναι ότι και πάλι διαβάζει λάθος την πραγματικότητα, εθνική και διεθνή, σε κοινωνικό αλλά και πολιτισμικό επίπεδο. Πράγματι πολλά πράγματα έχουν αλλάξει τα τελευταία 10-15 χρόνια, ωστόσο, η φτώχεια, η ανεργία, οι κοινωνικές ανισότητες υποχρεώνουν έναν ολόκληρο κόσμο να συνεχίζει να λειτουργεί και να συμπεριφέρεται σε μεγάλο βαθμό όπως παλιότερα, γιατί όχι μόνον όλος αυτός ο κόσμος προσδιορίζεται από τις |ανάγκες| του, αλλά αυτές, και αυτό είναι το σημαντικότερο, συγκροτούνται, εκφράζονται και απευθύνονται |μέσα| σε μία γνωστή πολιτική δομή που είναι αυτή η οποία περι-ορίζεται από το έθνος-κράτος, και όχι το "πλανητικό χωριό", ούτε την Τοπική Αυτοδιοίκηση. Ο κοινωνικός αυτός κόσμος δεν προσδιορίζεται κυριαρχικά από τα |ενδεχόμενα ενδιαφέροντά του ή τις όποιες κρυμμένες αξίες του|. Και είναι οι ανάγκες αυτές, μαζί με την έκφρασή τους, αλλά ακόμα και οι όποιες μικρές σήμερα προσδοκίες, οι οποίες είναι πολλές και οι οποίες συνεχίζουν να ενώνουν τους ανθρώπους. Ο λόγος του Γ. Παπανδρέου περιγράφει μία κοινωνική κατάσταση η οποία απευθύνεται σε μία κοινωνική μειοψηφία, είναι ένας λόγος ο οποίος ,έτσι όπως εκφέρεται, στις σημερινές συνθήκες στη χώρα μας, αφορά πρωτίστως μερίδα, περισσότερο ή λιγότερο μικρή, της μεσοαστικής τάξης, δεν μπορεί να συγκινήσει ή έστω να αποσπάσει την ενεργητική εμπιστοσύνη μιας μεγάλης λαϊκής πλειοψηφίας. Ο λόγος του ηγέτη του ΠΑΣΟΚ είναι υπεραισιόδοξος, είναι υπέρμετρα προοδευτικός, είναι η εκούσια θετική δεξίωση της παγκοσμιοποίησης, θέλει να ξεκόψει από το οτιδήποτε θυμίζει το παρελθόν. Η χρήση του τελευταίου, όταν επιχειρείται, είναι επιλεκτική, εργαλειακή, αποκοινωνινικοποιημένη και ταυτόχρονα αποϊστορικοποιημένη, πάντα για να νομιμοποιούνται οι πρωτοβουλίες του παρόντος. Καλώς ή κακώς δεν είναι αυτή η σημερινή ελληνική πραγματικότητα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι εξακολουθούμε να βρισκόμαστε στο 1974, στο 1981 ή και στο 1989. Αυτή είναι και η βασική αιτία για την οποία δεν γίνεται ο λόγος αυτός κατανοητός. Γιατί δεν αντιστοιχεί στην πραγματικότητα.

Δεν έγινε όλη η κοινωνία, όχι μόνο η ελληνική αλλά και η ευρωπαϊκή, μία απέραντη "μεσαία τάξη" , οι εθνικές κοινωνικές διαιρέσεις εξακολουθούν να είναι οι πιο σημαντικές, γύρω από αυτές συνεχίζει να συγκροτείται η πολιτική, οι όποιες άλλες διαιρέσεις που αφορούν "αξίες" είναι, θα λέγαμε, κατά κάποιο τρόπο, και με κίνδυνο να σοκάρουμε, δευτερεύουσες, είναι "εντάσεις" οι οποίες επικάθονται πάνω σε ήδη συγκροτημένες εθνικές διαιρέσεις, οι οποίες βέβαια και αυτές μεταλλάσσονται, ωστόσο συνεχίζουν να συνιστούν την έδρα ανασυγκρότησης της πολιτικής: δεν μπορεί, παραδείγματος χάρη, να επανιδρυθεί ένα κόμμα ή να αναμορφωθεί ένα πολιτικό σύστημα με εξ άμβωνος συνθήματα που επικαλούνται την ανθρωπιά, το σεβασμό του "διαφορετικού", το διάλογο, ακόμα και την αποκέντρωση, όπως κάνει ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ. Η "δίκαιη κοινωνία" που ο Γ. Παπανδρέου επικαλείται θα έπρεπε να σημαίνει μία κατ αρχήν επιλογή συμφερόντων: με ποιους είσαι, με ποιες κοινωνικές ομάδες, με ποιες τάξεις, χωρίς, ωστόσο, μία τέτοια επιλογή να φυλακίζει το φορέα της σε σεχταριστικές και ξεπερασμένες πρακτικές. Μία τέτοια επιλογή, επιπλέον, πρέπει να γίνεται κατανοητή από την κοινωνία, από τους συγκεκριμένους ανθρώπους στους οποίους απευθύνεται: να προτείνει συγκεκριμένες λύσεις σε συγκεκριμένα θέματα, χωρίς, ταυτόχρονα, να στερείται μιας "γεύσης του μέλλοντος". Ο πολιτικός και ο κομματικός λόγος δηλαδή οφείλουν να αντιστοιχούν και να επηρεάζονται και από τα "πάθη και από τα συμφέροντα". Αλλά για να συμβεί αυτό, ο κομματικός λόγος οφείλει να αντανακλά και να οικειοποιείται διαλεκτικά τα πάθη, να μην τα στιγματίζει με συνοπτικές διαδικασίες και να μην παραγνωρίζει τα συμφέροντα. Μόνο μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο μπορεί και επιβάλλεται να γονιμοποιούνται οι "αξίες", ο σεβασμός του "άλλου", του "διαφορετικού", των "μεταναστών" κ.λπ. Η γλώσσα της πολιτικής πρέπει να είναι σαφής και γειωμένη στην πραγματικότητα, μία πραγματικότητα η οποία δεν είναι και τόσο πολύπλοκη όσο ισχυρίζονται ορισμένοι.

* |Ο Α. Πανταζόπουλος είναι λέκτορας στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ. Το παρόν κείμενο εκφωνήθηκε στην εκδήλωση για την παρουσίαση του βιβλίου του |Με τους πολίτες κατά του λαού. Το ΠΑΣΟΚ της νέας εποχής|, Εστία, 2006, που πραγματοποιήθηκε στην αίθουσα της ΕΣΗΕΑ στις 21/11/2006 με τη συμμετοχή των Ε. Βενιζέλου, Γ. Βούλγαρη, και Α. Καρακούση.|

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι