Φόβοι για νέες αυξήσεις επιτοκίων στην Ευρωζώνη

Ελίζα Παπαδάκη, Κυριακάτικη Αυγή, 10/12/2006

"Οι άνθρωποι που ασκούν το ίδιο επάγγελμα σπάνια βρίσκονται μαζί, ακόμα και για να ευθυμήσουν και να διασκεδάσουν, όταν όμως συναντώνται η συζήτησή τους καταλήγει σε μια συνωμοσία κατά του κοινού ή σε κάποιο σχέδιο για να αυξήσουν τις τιμές."

Την άποψη αυτή είχε διατυπώσει ο πρώτος θεμελιωτής της οικονομικής επιστήμης Άνταμ Σμιθ το 18ο αιώνα - σε μιαν εποχή που δεν λειτουργούσαν ακόμα οργανωμένες ενώσεις συμφερόντων, επιχειρηματικών ή καν εργατικών, και ο ίδιος φοβόταν ότι κάθε τέτοια απόπειρα θα εμπόδιζε το "αόρατο χέρι" της αγοράς να οδηγεί στα καλύτερα αποτελέσματα ευημερίας για το κοινωνικό σύνολο.

Την υπενθύμισε, εισάγοντας χιουμοριστικά μιαν ομιλία του σε διεθνή συγκέντρωση τραπεζιτών με θέμα την ολοκλήρωση των χρηματοοικονομικών αγορών στην Ευρώπη, ο αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας Λουκάς Παπαδήμος πριν ενάμιση μήνα, για να αμφισβητήσει φυσικά αμέσως ότι ίσχυε σε εκείνην την περίπτωση. Χωρίς υπερβολική σαρκαστική διάθεση όμως θα μπορούσαμε να μεταφέρουμε τη ρήση του Σμιθ στη σύνοδο της διοίκησης της ΕΚΤ της περασμένης Πέμπτης, όπου, βέβαια, συμμετείχε ο ίδιος ο κ. Παπαδήμος: Ως προς το δεύτερό της σκέλος οπωσδήποτε έχει εφαρμογή, αφού οι κεντρικοί τραπεζίτες του ευρώ συνήλθαν στη Φρανκφούρτη για να αυξήσουν το επιτόκιο, την τιμή δηλαδή του χρήματος, κατά ένα τέταρτο της μονάδας από προχθές, αλλά και για να εκπονήσουν ένα "σχέδιο" για τις επόμενες αυξήσεις.

Όσον αφορά το πρώτο σκέλος, αν δηλαδή πρόκειται για "μια συνωμοσία κατά του κοινού", οι γνώμες μπορεί να διίστανται. Επιχειρήματα για να το υποστηρίξει κανείς προσέφερε πάντως ο ίδιος ο πρόεδρος της ΕΚΤ Ζαν-Κλοντ Τρισέ: Στη συνέντευξη Τύπου αμέσως μετά τη συνεδρίαση έκανε λόγο για το ενδεχόμενο να συμφωνηθούν μεγαλύτερες αυξήσεις μισθών το 2007, καλώντας εργοδότες και συνδικάτα να το αποτρέψουν. Και επέμενε, εξ ονόματος της διοίκησης της ΕΚΤ, σε πιο ανησυχητικές εκτιμήσεις για τον κίνδυνο του πληθωρισμού τα επόμενα δύο χρόνια, παρόσο θεμελιώνουν οι τελευταίες μακροοικονομικές προβλέψεις των εμπειρογνωμόνων της ίδιας της ΕΚΤ και των δώδεκα εθνικών κεντρικών τραπεζών της Ευρωζώνης. Ο εκβιασμός να μην ακολουθήσουν τη βεβαιωμένη και σημαντική άνοδο της παραγωγικότητας οι καθηλωμένοι για μια δεκαετία και πλέον πραγματικοί μισθοί, στη Γερμανία ιδίως, για να μην προκαλέσουν υψηλότερα επιτόκια που θα ανέκοπταν πάλι την οικονομική μεγέθυνση, ήταν φανερός.

Απειλείται πληθωρισμός ή οικονομική κάμψη;

Η αύξηση του κεντρικού επιτοκίου του ευρώ στο 3,5% την περασμένη Πέμπτη, η έκτη συνεχόμενη κατά 0,25% από τον περασμένο Δεκέμβριο, αναμενόταν ως βέβαιη - ο ίδιος ο κ. Τρισέ είχε φροντίσει γι αυτό - και δεν έφερε ιδιαίτερες αντιδράσεις. Εξαίρεση αποτέλεσαν οι Γάλλοι σοσιαλιστές, με επικεφαλής την υποψήφια πρόεδρο Σεγκολέν Ρουαγιάλ, η οποία την ίδια μέρα δήλωνε από το βήμα του συνεδρίου του Ευρωπαϊκού Σοσιαλιστικού Κόμματος στο Οπόρτο ότι "δεν ανήκει στον κ. Τρισέ να αποφασίζει για το μέλλον των οικονομιών μας, αλλά στους δημοκρατικά εκλεγμένους ηγέτες", και ότι "η ΕΚΤ πρέπει να υποτάσσεται σε πολιτικές αποφάσεις, της ευρωομάδας (των υπουργών Οικονομικών της Ευρωζώνης), αλλά και του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου". Πρόκειται όμως σήμερα για αποκλειστικά γαλλική εμμονή, "για κενή εθνική ρητορική", σύμφωνα με τη Le Monde, που στο χθεσινό κύριο άρθρο της υπογράμμιζε ότι ακόμα και μια άνοδος των τιμών κατά 2% υπονομεύει το βιοτικό επίπεδο των φτωχότερων ιδίως στρωμάτων, συνιστώντας στον πολιτικό κόσμο να ασχοληθεί σοβαρότερα με το κόστος ζωής.

Αλλά πέρα από το πάγιο θεσμικό ζήτημα των εξουσιών (που ανάγεται στη συνθήκη του Μάαστριχτ, και ενώ θα μπορούσε, δεν λύθηκε με το Ευρωσύνταγμα), το πρόβλημα για την υπόλοιπη Ευρωζώνη δεν είναι το επιτόκιο 3,5%, ένα επίπεδο για το οποίο δεν φαίνεται να αμφισβητείται η άποψη της ΕΚΤ ότι (ακόμα) εξακολουθεί να στηρίζει την οικονομική μεγέθυνση. Είναι οι ενδεχόμενες περαιτέρω αυξήσεις τους επόμενους μήνες, που πράγματι ανησυχούν πολιτικούς, επιχειρηματίες και συνδικάτα, γιατί θα κινδύνευαν τελικά να πνίξουν την ανάκαμψη και να ξαναφέρουν διόγκωση της ανεργίας. Στη Γερμανία, εκτός από παράγοντες του SPD, τη διαφωνία τους εκφράζουν και γνωστοί οικονομικοί αναλυτές: "Αν υπάρξει πράγματι άνοδος της παραγωγικότητας στην Ευρωζώνη, η ΕΚΤ θα είναι από τους τελευταίους που θα το αντιληφθούν", ειρωνευόταν ο επικεφαλής οικονομολόγος της Bank of America για την Ευρώπη, καθώς η άνοδος της παραγωγικότητας επιτρέπει να αυξάνονται τα εισοδήματα χωρίς πληθωριστικές επιπτώσεις. Αλλά συνάδελφός του από την επενδυτική τράπεζα Dresdner Kleinwort έβλεπε απαισιόδοξος ότι "με τη φοβία για τον πληθωρισμό που διακατέχει την ΕΚΤ, ποτέ δεν θα μπορέσει η Ευρωζώνη να αναπτυχθεί με ρυθμούς πολύ ταχύτερους από 2%".

Σε ασκήσεις σημειολογίας επιδίδονταν τις τελευταίες μέρες αναλυτές και δημοσιογράφοι, προσπαθώντας από τις διατυπώσεις του κ. Τρισέ να συναγάγουν ποιες θα είναι οι επόμενες κινήσεις της τράπεζας. Κάποιοι έβλεπαν τη νέα αύξηση του επιτοκίου στο 3,75% ήδη το Φεβρουάριο, περισσότεροι την ανέμεναν το Μάρτιο, μερικοί θεωρούσαν ότι κατόπιν η άνοδος θα ανασταλεί, άλλοι πίστευαν ότι μέχρι τον Αύγουστο θα έχουμε φτάσει στο 4%. Και αρκετοί συσχέτιζαν την προοπτική με το ενδεχόμενο η κεντρική τράπεζα των ΗΠΑ να μειώσει τα επιτόκια του δολαρίου μπροστά στην επιβράδυνση της αμερικανικής οικονομίας. Μια πρόσθετη αφορμή απογοήτευσης από τον κ. Τρισέ ήταν άλλωστε η άρνησή του να κάνει οποιοδήποτε σχόλιο για την έντονη ανατίμηση του ευρώ έναντι του δολαρίου το τελευταίο διάστημα, πέρα από το να επαναλάβει παλαιά του τοποθέτηση κατά των απότομων και άτακτων μεταβολών στις ισοτιμίες.

Οι καλές προβλέψεις που δεν ασπάζεται η ΕΚΤ

Σαφώς κάτω από το 2% κυμάνθηκε το τελευταίο τρίμηνο ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη (1,7% το Σεπτέμβριο, 1,6% τον Οκτώβριο, 1,8% το Νοέμβριο), καθώς υποχωρούσαν οι διεθνείς τιμές του πετρελαίου. Οι προβλέψεις του επιτελείου του Ευρωσυστήματος, των εμπειρογνωμόνων δηλαδή της ΕΚΤ και των εθνικών κεντρικών τραπεζών, που ανακοινώθηκαν την περασμένη εβδομάδα είναι βελτιωμένες έναντι του Σεπτεμβρίου. Έτσι δίνουν ένα φάσμα, όπως συνηθίζουν, με μέση τιμή 2,2% για το 2006 (αντί 2,4%), 2% για το 2007 (αντί 2,4%), και 1,9% για το 2008.

Οι τελευταίες αυτές προβλέψεις, που δείχνουν σαφή τάση προς σταθερότητα των τιμών, όπως την ορίζει η ΕΚΤ (χαμηλότερα αλλά κοντά στο 2%), συμπίπτουν σχεδόν με τις προβλέψεις που εξέδωσαν το Νοέμβριο η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και ο ΟΟΣΑ: 2,2%, 2,1% και 1,9% / 2,2%, 1,9% και 1,8% αντίστοιχα. Του ΔΝΤ είναι υψηλότερες, αλλά είχαν εκδοθεί το Σεπτέμβριο.

Βελτιωμένες έναντι του Σεπτεμβρίου είναι και οι προβλέψεις των εμπειρογνωμόνων για την ετήσια άνοδο του ΑΕΠ της Ευρωζώνης: 2,7% το 2006, 2,2% το 2007, 2,3% το 2008. Η ιδιωτική κατανάλωση θα αυξηθεί κατά 2%, 1,8% και 2%, οι επενδύσεις κατά 4,9%, 4%, 3,4%, οι εξαγωγές κατά 8%, 5,8%, 5,8% (μέσες τιμές φασμάτων προβλέψεων).

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι