Μειονότητες και μετανάστες στην Ελλάδα

Mε αφορμή το συνέδριο του Κέντρου Ερευνών Μειονοτικών Ομάδων

Δημήτρης Χριστόπουλος, Κυριακάτικη Αυγή, 10/12/2006

Ιδιαιτερότητες και μειονότητες στην Ελλάδα...

Οι άνθρωποι που είναι φορείς μιας εθνικής ιδεολογίας, έχουν την τάση, με τρόπο εμβληματικό, να αναφέρονται σε γνωρίσματα που οι ίδιοι θεωρούν "δικά τους", με τρόπο θαυμαστικό, αλλά ακόμη και απαξιωτικό: κατά κανόνα, θεωρούν πως είναι εθνικά ιδιαίτεροι. Πόσες και πόσες φορές δεν έχουμε ακούσει κουβέντες περί "ελληνικών ιδιαιτεροτήτων"

Δεν θα πρέπει πάντως να εκπλήσσει ότι, τελικά, τα γνωρίσματα που υποτίθεται πως συνθέτουν την ιδιαιτερότητα μιας εθνικής κοινότητας αντανακλούν εξίσου την κοινωνική, ταξική ή άλλη ένταξη των ανθρώπων, παρά αποκλειστικά την εθνική ή πολιτισμική τους καταγωγή. Τελικώς, ο λόγος ο οποίος κατά κόρον εντοπίζει διαφορές και ιδιαιτερότητες περί του εαυτού με όρους εθνικούς είναι του συρμού, επειδή αυτά που θεωρεί (ότι είναι) δικά του, ανήκουν ως γνωρίσματα και σε άλλους. Ή, ακριβέστερα: άλλοι τα θεωρούν ως δικά τους γνωρίσματα επίσης.

Όμως, αυτός ο λόγος που εμμένει στις "περί εαυτού" ιδιαιτερότητες έχει ακόμη ένα χαρακτηριστικό: Επειδή πιστεύει πως το συλλογικό υποκείμενο που (υποτίθεται πως αποκλειστικά) εκφράζει είναι απολύτως "ιδιαίτερο", το θεωρεί ως εξ ορισμού μη συγκρίσιμο. Δηλαδή, με τρόπο ακαταμάχητο, ασύγκριτο. Δεν έχει να μάθει τίποτε από τους άλλους καθώς ό,τι κι αν οι άλλοι κάνουν δεν ανταποκρίνονται στις δικές του, παραδόξως, καθολικές ιδιαιτερότητες.

Τέλος, έχει ενδιαφέρον να αναδειχθεί ότι ο κατεξοχήν στερεοτυπικός και κοινότοπος λόγος περί εαυτού παρουσιάζει ένα ακόμη πρόβλημα. Αυτοαναφερόμενος, ασύνειδα ή ενσυνείδητα, αποκρύπτει ή τουλάχιστον δεν αντιλαμβάνεται τις πραγματικά ιδιαίτερες πτυχές που κάθε συλλογικότητα ξεδιπλώνει. Με τον κίνδυνο να απλοποιήσουμε λίγο την κουβέντα, θα λέγαμε ότι το κοινό μας γνώρισμα το θεωρούμε ιδιαίτερο, ενώ το όντως ιδιαίτερο απλώς το παρακάμπτουμε ή το αποσιωπούμε.

Κάπως έτσι είναι τα πράγματα με τις μειονότητες στην Ελλάδα: ο κυρίαρχος λόγος λέει πως στη χώρα μειονότητες δεν υπάρχουν και πως αυτό είναι ελληνική ιδιαιτερότητα. Τίποτε όμως το πολύ ιδιαίτερο στη διαπίστωση αυτή: και αλλού δεν αναγνωρίζονται μειονότητες, με αποτέλεσμα πολύς κόσμος να πιστεύει ότι απλώς δεν υπάρχουν. Η ιδιαιτερότητα της ελληνικής περίπτωσης (π.χ. σε σχέση με τη συγκρίσιμη με αυτή γαλλική), εντοπίζεται ακριβώς στο καθεστώς επιβεβλημένης λήθης και σιωπής, σε σχέση με τα μειονοτικά. Η σιωπή αυτή έχει επιβληθεί με αδιαπραγμάτευτο τρόπο από τα ελληνικά μετεμφυλιακά καθεστώτα και συνεχίζεται μετά τη μεταπολίτευση, αδιάλειπτα, ανεξαρτήτως κυβερνητικών αλλαγών. Η επιβολή της σιωπής έχει δυστυχώς οδηγήσει ακόμη και στην ποινικοποίηση του λόγου που εκφράζει κάτι αντίθετο με την κυρίαρχη θέση.

Πάντως, τον τελευταίο καιρό τα πράγματα έχουν αρχίσει να αλλάζουν ή τουλάχιστον κάτι φαίνεται να κινείται προς αυτή την κατεύθυνση.

Το πανεπιστημιακό ενδιαφέρον για τις μειονότητες

Πριν έξι χρόνια, και ύστερα από πρωτοβουλία του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου, μια ομάδα ερευνητών από το χώρο του Κέντρου Ερευνών Μειονοτικών Ομάδων (ΚΕΜΟ) εκλήθησαν να διοργανώσουν ένα σεμιναριακό μάθημα στο πανεπιστήμιο με θέμα "Μειονότητες". Τελικώς, υπό την ευρύτερη αυτή θεματική, διοργανώθηκαν δύο μαθήματα: το ένα "Μειονότητες στην Ευρώπη" και το άλλο "Μειονότητες στην Ελλάδα". Το σεμινάριο αυτό εδραιώθηκε. Διήρκησε τελικώς τρία χρόνια, με σημαντική συμμετοχή φοιτητών και πανεπιστημιακών, και έκτοτε ανήκει στο πρόγραμμα σπουδών του εν λόγω τμήματος. Ήταν το πρώτο μάθημα, που --τουλάχιστον καθ όσον γνωρίζει ο γράφων--, πραγματοποιήθηκε στον χώρο της ανώτατης εκπαίδευσης στην Ελλάδα με συστηματική στόχευση τη διεπιστημονική μελέτη του μειονοτικού φαινομένου στη χώρα μας.

Δεν χρειάζεται μνήμη ελέφαντα για να φέρουμε στο νου μας ότι το ζήτημα "μειονότητες στην Ελλάδα" μέχρι πριν μερικά χρόνια ανήκε κυριολεκτικά στα δημοσίως "ανήκουστα", υπό δύο έννοιες: αφενός μεν επειδή, κατά το κράτος, "μειονότητες δεν υπάρχουν", άρα δεν νοείται λόγος περί αυτών, αφετέρου δε επειδή η οποιαδήποτε αναφορά στο ζήτημα εκλαμβάνονταν ως κατά κυριολεξία "ανήκουστη" --βλέπε απαράδεκτη-- πρόκληση.

Έκτοτε, κύλησε νερό στο αυλάκι. Οι προκλήσεις έγιναν τόσες πολλές που έπαψαν να είναι "ανήκουστες", ενώ ολοένα και περισσότερα πανεπιστημιακά τμήματα διαφόρων κατευθύνσεων στο χώρο της κοινωνικής επιστήμης στη χώρα αφιερώνουν συστηματικά θεματικές σεμιναρίων στα μειονοτικά ζητήματα, ενίοτε δε και ολόκληρα μαθήματα. Μια κρίσιμη μάζα Ελλήνων φοιτητών ασχολούνται σε επίπεδο μεταπτυχιακών και διδακτορικών σπουδών στην Ελλάδα και στο εξωτερικό με τέτοια ζέση πλέον με τα θέματα αυτά, σε βαθμό που κανείς εύλογα θα πίστευε ότι η σχετική ενασχόληση κάθε άλλο παρά ταμπού πλέον είναι, αλλά μόδα. Ταυτόχρονα, από το τέλος το Ψυχρού Πολέμου και έπειτα, η μελέτη της μετανάστευσης δεν είναι απλώς ένα υπό διαμόρφωση πεδίο κοινωνικής έρευνας αλλά ένα από τα πλέον συστηματικά και διεπιστημονικά συγκροτημένα "area studies" στο χώρο της κοινωνικής θεωρίας στην Ευρώπη, αλλά και στη χώρα μας.

Το φαινόμενο των ιστορικών μειονοτήτων και αυτό της μετανάστευσης δεν είναι άσχετα. Η μελέτη τους μπορεί να υπαχθεί σε κοινές μεθοδολογικές προοπτικές και αφετηρίες, στο βαθμό που προσεγγίζουμε τα φαινόμενα της ετερότητας μέσα από συγκεκριμένα ιστορικά συμφραζόμενα. Αυτά, σε τελευταία ανάλυση, οριοθετούν τις σχετικές έννοιες. Για το λόγο αυτό εξάλλου, και η θεσμική αντιμετώπιση ιστορικών μειονοτήτων και μεταναστών διεθνώς τείνει να κινείται σε συγκλίνουσες κανονιστικές κατευθύνσεις. Είναι ενδεικτικό ότι πλέον πολλοί διεθνείς οργανισμοί όταν αναφέρονται σε μειονότητες αναφέρονται και στους μετανάστες (Επιτροπή Δικαιωμάτων του Ανθρώπου του ΟΗΕ, ΟΑΣΕ).

Η διεθνής κινητικότητα σε σχέση με τα μειονοτικά και μεταναστευτικά ζητήματα μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου δεν ήταν δυνατόν να αφήσει ανεπηρέαστη την Ελλάδα. Η επιβίωση/αναβίωση ή ακόμη και η πολιτική ριζοσπαστικοποίηση του παραδοσιακού μειονοτικού λόγου δείχνει πως πλέον η επιβεβλημένη λήθη που κυριαρχούσε στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα είναι πλέον μια εξαντλημένη συνταγή. Οι μεταψυχροπολεμικές εξελίξεις αφορούσαν και αφορούν άμεσα και την Ελλάδα. Η χώρα, από τις αρχές της δεκαετίας του 90, συμμετέχει στα ευρωπαϊκά και διεθνή φόρα με τη αμήχανη θέση να συζητάει ακουσίως ζητήματα που για χρόνια ολόκληρα ήταν απλώς "ανύπαρκτα". Η ετερότητα (ξανα)γίνεται ορατή: είτε ως περιφερειακή εστία μειονοτικής συσπείρωσης και αντιπαράθεσης (Θράκη) είτε ως τοπική κίνηση προστασίας γλωσσών, πολιτισμών και εθνοτικών ταυτοτήτων που ηγεμονικά παραγκωνίζονται (Δυτική και Κεντρική Μακεδονία). Είναι πλέον προφανές πως στη χώρα υπάρχει κάτι ποιοτικά και ποσοτικά ισχυρότερο από "μια μειονότητα, τη μουσουλμανική της Θράκης". Προς επίρρωσιν του ισχυρισμού αυτού, αρκεί και μια βόλτα στο κέντρο της πρωτεύουσας αλλά και σε πολλές πλατείες της ελληνικής υπαίθρου...

Ταυτόχρονα λοιπόν με την αναβίωση του διεθνούς πολιτικού και ακαδημαϊκού ενδιαφέροντος για τις ιστορικές μειονότητες, το τέλος του Ψυχρού Πολέμου ακολουθείται από μείζονες μεταναστεύσεις πληθυσμών, οι οποίες, ανάμεσα σε άλλα, ανατρέπουν κατεστημένες δομές και προσλήψεις στις χώρες προέλευσης και υποδοχής των μεταναστών. Η Ελλάδα της μετανάστευσης είναι πλέον γεγονός και η αναφορά στην "πολυπολιτισμικότητα" έχει γίνει κοινός τόπος του ελληνικού πολιτικού και ακαδημαϊκού λόγου.

Οι προηγούμενες ανακατατάξεις αντανακλώνται και στο πεδίο της έρευνας κα του στοχασμού σχετικά με τα φαινόμενα ετερογένειας που εντοπίζονται στον ελληνικό χώρο. Η δημιουργία του Κέντρου Ερευνών Μειονοτικών Ομάδων το 1996 είναι ενδεικτική της ανάδυσης αυτού του νέου προβληματισμού σχετικά με την ετερότητα.

Φέτος, με αφορμή τα δέκα χρόνια από την ίδρυση του, το Κέντρο Ερευνών Μειονοτικών Ομάδων διοργανώνει συνέδριο με τίτλο: |"Διεπιστημονικές προσεγγίσεις του μειονοτικού και μεταναστευτικού φαινομένου: η ελληνική συγκυρία μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου".|

Το συνέδριο φιλοδοξεί να εστιαστεί σε θεματικές που άπτονται του ενδιαφέροντος όλων των πειθαρχιών και γνωστικών αντικειμένων που ασχολούνται με τα ζητήματα ιστορικών μειονοτήτων και νέων μεταναστευτικών κοινοτήτων. Οι επιμέρους θεματικές του συνεδρίου, που ανταποκρίνονται στις συνεδρίες του, είναι οι ακόλουθες:

1. Ιθαγενές και ξένο: έννοιες, διαστάσεις, παραστάσεις. 2. Το εμπειρικό αντικείμενο της έρευνας σχετικά με τη μετανάστευση. 3. Συνέχειες και ρήξεις των πολιτικών στη μειονότητα της Θράκης. 4. Εκπαίδευση και ετερότητα: Στάσεις και αντιστάσεις. 5. Η θρησκεία ως πολιτικό διακύβευμα 5. Γλώσσες και πολιτισμός. 6. Αντικρίζοντας το σήμερα και το αύριο της μετανάστευσης. 7. Τα όρια του έθνους υπό διαπραγμάτευση: ιθαγένεια, ομογένεια, διασπορά. 8. Η ετερότητα ως "υποκείμενο". 9. Δημόσιος λόγος και πολιτική κουλτούρα. 10. Απόπειρες κανονιστικής ερμηνείας. 11. Κοινωνική θεωρία και μεθοδολογία της έρευνας. 12. Μειονότητες και μετανάστες στην Ελλάδα: αναστοχασμός.

Το συνέδριο είναι ανοιχτό στο κοινό και θα γίνει στο Αμφιθέατρο "Σάκης Καράγιωργας" του Παντείου Πανεπιστημίου το Σαββατοκύριακο 15-17 Δεκεμβρίου 2006. Το αναλυτικό του πρόγραμμα, καθώς και οι περιλήψεις των εισηγήσεων βρίσκονται στην ιστοσελίδα του ΚΕΜΟ (www.kemo.gr). Μέσω της διοργάνωσής του, το ΚΕΜΟ επιδιώκει να συμβάλει στην εδραίωση αυτού του σύγχρονου κριτικού ερευνητικού λόγου, απαλλαγμένου από ιδεολογικές αγκυλώσεις και "εθνικώς ορθές" πολιτικές σκοπιμότητες σχετικά με το μειονοτικό και μεταναστευτικό φαινόμενο. Εξάλλου, αυτή είναι και η συνολική στόχευση του ΚΕΜΟ από τη στιγμή της ίδρυσής του.

* Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας Παντείου Πανεπιστημίου, ιδρυτικό μέλος του ΚΕΜΟ.

ΣΥΝΕΔΡΙΟ

Διεπιστημονικές προσεγγίσεις του μειονοτικού και μεταναστευτικού φαινομένου:

η ελληνική συγκυρία μετά το τέλος του ψυχρού πολέμου

Με αφορμή τα δέκα χρόνια από την ίδρυση του Κέντρου Ερευνών Μειονοτικών Ομάδων

15-17 Δεκεμβρίου 2006, Αμφιθέατρο "Σάκης Καράγιωργας"

ΠΑΝΤΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ - Λεωφόρος Συγγρού, Αθήνα

Πληροφορίες: www.kemo.gr

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι