Αστυνομική βία και δικαστικός έλεγχος

Επανάληψη κρουσμάτων

Νίκος Παρασκευόπουλος, Ελευθεροτυπία, 13/12/2006

Η αστυνομική βία στη Θεσσαλονίκη κατά του Κύπριου φοιτητή επιβεβαίωσε γνώμες διάχυτες στην ελληνική κοινωνία. Από τη μια πλευρά, οι περισσότεροι αστυνομικοί ασκούν ευσυνείδητα τα καθήκοντά τους. Από την άλλη, κάποιοι εκτρέπονται και τελούν σοβαρά εγκλήματα κατάχρησης εξουσίας. Εκτός όμως από τους πολλούς καλούς και τους μεμονωμένους που εκτρέπονται, αναγνωρίζεται και βαραίνει μια ενδιάμεση κατηγορία: όπως δείχνει η επανάληψη των κρουσμάτων, έχουν διαμορφωθεί ομάδες «γνωστών - αγνώστων» οργάνων, που χτυπούν και ύστερα, έχοντας «ξεχάσει» την ανάληψη ευθύνης -πρώτο μάθημα στον απλό στρατιώτη- καλύπτονται πίσω από την πλάτη των νομιμοφρόνων συναδέλφων τους. Για το κράτος δικαίου και τη δημόσια ασφάλεια, ακόμη και για την πολιτική ζωή, επείγει να ελεγχθούν οι ομάδες αυτές. Κάτι είναι βέβαιο: χωρίς τη λειτουργία ελεγκτικών θεσμών και μηχανισμών η πρόληψη της επανάληψης των κρουσμάτων είναι αδύνατη. Λειτουργούν όμως στην πράξη οι έλεγχοι αυτοί ή είναι εικονικοί; 1

Οι υπουργοί Δημόσιας Τάξης, φυσικοί αποδέκτες της λαϊκής δυσφορίας, έχουν όντως κορυφαίες ευθύνες. Κανείς τους διαχρονικά δεν ανέδειξε την αστυνομική βία ως σημαντικό για το κράτος δικαίου πρόβλημα, ενώ κατά καιρούς έχει χυθεί λάδι στη φωτιά («είστε το κράτος, οι πραίτωρες» κ.λπ.). Ο κ. Πολύδωρας πάντως σε ένα σημείο είχε δίκιο: τα κρούσματα κατάχρησης βίας αποπροσανατολίζουν από τις θετικές δραστηριότητες της Αστυνομίας και υπονομεύουν το έργο της. Εν τω μεταξύ, ο Εσωτερικός Διοικητικός Ελεγχος της Αστυνομίας (με τις ΕΔΕ) είναι εξαιρετικά μεγαλόκαρδος και συναδελφικός. Η Υπηρεσία Εσωτερικού Ελέγχου της Αστυνομίας επίσης μετέχει σε ένα άλλο κλίμα της εποχής: προσανατολίζεται κυρίως στον έλεγχο παρεκτροπών και εγκλημάτων με οικονομικό αντίκρισμα, κι όχι στον έλεγχο της βίας. Από τον παραπάνω σύντομο κατάλογο πηγών ελέγχου, ωστόσο, και από τις επίκαιρες αναφορές στους σχετικούς ελεγκτικούς μηχανισμούς, κάτι λείπει: αποσιωπάται η δομική ευθύνη του κυριότερου θεσμού που καλείται να ελέγχει την αστυνομική αυθαιρεσία: η ευθύνη της ποινικής Δικαιοσύνης.

Κατά καιρούς, σαν από τύχη, πληροφορείται ο πολίτης ότι κάποιος αστυνομικός, που διώκεται για μια πράξη κακομεταχείρισης είχε και στο παρελθόν επιβαρυνθεί με ανάλογες κατηγορίες, αλλά οι ποινικές κυρώσεις ήταν «χαϊδευτικές». Στη μνήμη συγκρατούνται μόνο οι πιο εκκωφαντικές από τις «στοργικές» αυτές μεταχειρίσεις, όπως ο χαρακτηρισμός της εξ επαφής θανάτωσης ενός Σέρβου μαθητή που χάζευε τις βιτρίνες στη Θεσσαλονίκη ως ανθρωποκτονίας εξ αμελείας! Διαβάζουμε επίσης ότι διεθνείς οργανισμοί (π.χ. το Συμβούλιο της Ευρώπης) διαπιστώνουν τον υπερβολικά διστακτικό χαρακτήρα της δικαστικής διερεύνησης των αστυνομικών ευθυνών στην Ελλάδα. Στη συνέχεια όμως αλλάζουμε σελίδα, απωθώντας τα δυσάρεστα. Μια αναδρομική έρευνα πάντως θα μπορούσε να είναι πολύτιμη: να αναζητηθούν οι αποφάσεις ποινικών δικαστηρίων της χώρας, που είχαν ως αντικείμενο πράξεις αστυνομικής βίας· να εξακριβωθεί το ποσοστό των αθωώσεων και των ευνοϊκών ή δυσμενών επιμετρήσεων ποινής· να γίνουν συγκρίσεις, να διατυπωθούν ενστάσεις, να εξαχθούν κάποια συμπεράσματα.

Με μια γενίκευση: οι ποινικές καταδίκες και μάλιστα οι αυστηρές ενισχύουν το εξουσιαστικό πρόσωπο της Πολιτείας. Το ίδιο ισχύει με τις απαλλακτικές ή προνομιακά ελαφρές ποινικές κρίσεις για διάφορους «πραίτωρες». Αυτές όμως ακριβώς οι κρίσεις, ενώ αφθονούν, δεν αξιολογούνται στη χώρα μας ούτε υπηρεσιακά, ούτε επιστημονικά. Τα κριτικά άρθρα2, οι τεκμηριωμένες απορίες του Συνηγόρου του Πολίτη, οι έντονες διαμαρτυρίες των δικηγορικών συλλόγων, η αυτοκριτική στα πλαίσια των δικαστικών ενώσεων, ξεχωρίζουν ως εξαιρέσεις στον κανόνα της σιωπής, των εγκωμιασμών και των προαγωγών.

Κι όμως, αλλού (και μάλιστα εκεί που δεν υποπτευόμαστε) η ανάλογη κριτική είναι αιχμηρή. Ο τίτλος π.χ. ενός ενδιαφέροντος άρθρου σε αμερικανικό νομικό περιοδικό («Η σύμπραξη δικαστών στην παραγωγή άστοχων καταδικών») είναι από μόνος του εύγλωττος.3 Ο συγγραφέας δεν διστάζει να θυμίσει ότι οι δικαστές είναι οι κύριοι δράστες στο δράμα της καταδίκης ενός αθώου ή της δυσανάλογης ποινής· ότι η δικαστική λειτουργία ανήκει στις περισσότερο βίαιες δημόσιες λειτουργίες και ότι κάθε λέξη του ποινικού δικαστή μπορεί να σημαίνει πόνο, χρόνια εγκλεισμού ή ακόμη (σε χώρες όπως οι ΗΠΑ) και θάνατο. Με ρεαλιστικό τρόπο ο Η. Sherrer τονίζει ότι η ασκούμενη από τα δικαστήρια βία διαφέρει άρδην κατά τους όρους νομιμότητας αλλά όχι κατ αποτέλεσμα προσβολής από αυτήν των κατ επανάληψιν (serial) εγκληματιών. Την αποκαλεί «σιδηρογροθιά με βελούδινο γάντι». Το θέμα που εξετάζουμε εδώ πάντως δείχνει ότι η σιδηρογροθιά και το βελούδινο γάντι εναλλάσσονται.

Παρά τη δραστικότητά της η κρίσιμη ποινική αξιολόγηση των αποδείξεων θωρακίζεται με ένα τεκμήριο, ότι «το νόμιμα ορισμένο δικαστικό όργανο ενεργεί πάντοτε ορθά». Τεκμήριο, που μπορεί να αναχθεί μόνο στον μοναρχικό κανόνα «ο βασιλιάς δεν μπορεί να κάνει λάθος» ή στο αλάθητο του Πάπα. Ο έλεγχος των λαθών αποκλείεται εξ αρχής, καθώς στα συνοπτικά σκεπτικά των αποφάσεων δεν εκτίθενται βέβαια οι ενδόμυχες σκέψεις (πολιτικές, κοινωνικές, ατομικές πωλώσεις κ.λπ.) που εμπνέουν τον δικαστή. Οι συνήγοροι υπεράσπισης, που πασχίζουν να τις μαντεύσουν από διάφορες λεπτομέρειες της δίκης, δεν έχουν θεσμική δυνατότητα αντίδρασης. Πρακτικά ελέγχονται από το δικαστήριο, χωρίς να ισχύει και το αντίστροφο. Οσο για τα Εφετεία, διορθώνουν κάποιες από τις πρωτοβάθμιες αστοχίες, χωρίς βέβαια να είναι έργο τους η αξιολόγηση εκείνων που τις διέπραξαν.

Σε κάθε περίπτωση, μετά την τελεσίδικη ποινική κρίση η ουσιαστική αστοχία για την αθωότητα ή την ενοχή, είναι μέγεθος νομικά αδιάφορο.

Το φαινόμενο της απόλυτης «ασυλίας» του δικαστή, που καταδικάζει έναν αθώο, είναι διεθνές. Κατά το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ, για παράδειγμα, η ασυλία αυτή «όντως ισχύει... ώστε οι δικαστές να είναι ελεύθεροι να ασκούν το λειτούργημά τους με ανεξαρτησία και χωρίς φόβο συνεπειών».4 Η πράξη όμως είναι πιο πολύπλοκη. Ο δικαστής που καταδικάζει τον πολίτη, καθώς και εκείνος που κρίνει ευνοϊκά τον αστυνομικό, δεν έχουν τίποτε να φοβηθούν. Εκτεθειμένοι είναι μόνον όσοι αθωώνουν πολίτες.

Πάντοτε υπάρχει η αίσθηση ότι όσοι δηλώνουν «έχω απόλυτη εμπιστοσύνη στη Δικαιοσύνη», κρύβουν απλώς τις ανησυχίες τους· κάποιοι μάλιστα επιδιώκουν τις «καλές εντυπώσεις» για το πρόσωπό τους, εν όψει των ποινικών εκκρεμοτήτων τους. Στην πραγματικότητα, οι περισσότεροι θεωρούν τις αίθουσες των δικαστηρίων χώρους επικίνδυνους για αθώους ανθρώπους και μάλλον φιλικούς για δράστες κατάχρησης εξουσίας. Μόνον η ίδια η νομολογία των ποινικών δικαστηρίων μπορεί να συμβάλει στην αλλαγή αυτών των αντιλήψεων.

1. Διεθνής προβληματισμός: J. Cheung, Police Accountability, The Police Journal 78 (2005) 3-36.

2. Βλ. π.χ. Ε. Συμεωνίδου - Καστανίδου, Αστυνομική βία και ανθρώπινα δικαιώματα, Ποινική Δ/νη 2003.

1352 κ.ε., R. Parent, The Police Use of Deadly Force, The Police Journal 79 (2006) 230 κ.ε.

3. Η. Sherrer, North Kentucky L.R. 30 (2003) 539 κ.ε

4. Pierson v. Ray, 386 U.S. 553.4

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι