Το Πράσινο Βιβλίο για τις εργασιακές σχέσεις και η flexicurity

Γιάννης Κουζής, Κυριακάτικη Αυγή, 17/12/2006

Γενικές παρατηρήσεις

1) Το κείμενο του Πράσινου Βιβλίου της Ένωσης για τον εκσυγχρονισμό του εργατικού δικαίου που διαμορφώνει το πλαίσιο της σχετικής συζήτησης ενόψει του Λευκού Βιβλίου που θα ακολουθήσει και θα λάβει τον χαρακτήρα των κατευθύνσεων πολιτικής στο εν λόγω αντικείμενο, έχει ως στόχο τον συντονισμό του περιεχομένου του εργατικού δικαίου των χωρών μελών στο πλαίσιο της απόπειρας προσαρμογής του στους υιοθετημένους όρους με τους οποίους συντελείται η προοπτική ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων η οποία απαιτεί την ριζική μεταρρύθμιση των κανόνων που διέπουν την αγορά εργασίας. Αυτή η μεταρρύθμιση επιχειρείται με την υιοθέτηση πρακτικών που καταγράφονται ήδη σε εθνικό επίπεδο σύμφωνα με τις οποίες εισάγονται στην εργατική νομοθεσία στοιχεία που διαπνέονται ολοένα και περισσότερο από τους κανόνες του εμπορικού δικαίου και του δικαίου του ανταγωνισμού. Αυτές οι πρακτικές οδηγούν σε μια αισθητή διαφοροποίηση από την βασική αρχή που διέπει την παραδοσιακή αντίληψη και σύλληψη των κανόνων του εργατικού δικαίου που είναι η προστασία του αδύνατου πόλου της εργασιακής σχέσης, της εργασίας, ως εκδήλωση πολιτικών περιορισμού των ανισοτήτων που απορρέει από μια φύσει άνιση σχέση και ως εργαλείο επίτευξης βελτίωσης των όρων πρωτογενούς κατανομής πλούτου.

2) Οι επιχειρούμενες αλλαγές αποβλέπουν στην χαλάρωση των κανόνων προστασίας της εργασίας, κυρίως ως προς τα δικαιώματα των εργαζομένων σε περίπτωση απόλυσης, επιδιώκοντας τις μέγιστες δυνατές συναινέσεις και με διακηρυγμένο στόχο την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και την καταπολέμηση της ανεργίας εφ όσον κρίνεται ότι η "άκαμπτη" εργατική νομοθεσία αποτελεί ανασταλτικό παράγοντα για την υλοποίηση της. Στο πλαίσιο μάλιστα αυτό αντλούνται αποσπασματικά εμπειρίες από χώρες (π.χ. σκανδιναβικές) απομονώνοντας επιλεκτικά στοιχεία επιμέρους παρεμβάσεων και αγνοώντας μια σειρά σημαντικότατων παραμέτρων της ασκούμενης μακροοικονομικής πολιτικής (π.χ. φορολογικό σύστημα) και μακρόχρονων υποδομών για την δημιουργία όρων κοινωνικής συνοχής και προστασίας της ανεργίας στις χώρες αυτές. Σε αυτό το πλαίσιο, άλλωστε, κινούνται και οι όποιες αντιεπιστημονικές απόψεις για μεταφορά και υιοθέτηση μοντέλων όταν είναι ήδη γνωστό ότι στον ευρωπαϊκό χώρο παρά τα κοινά χαρακτηριστικά που διέπουν τις χώρες της ευρωπαϊκής ηπείρου, οι ευρωπαϊκές χώρες σε γενικές γραμμές διακρίνονται σε 4 επιμέρους κατηγορίες προτύπων (σκανδιναβικό, κεντροευρωπαϊκό, βρετανικό, μεσογειακό) με επιπλέον διαφορές στο εσωτερικό κάθε κατηγορίας ενώ τελευταία προστίθεται και το πρότυπο εκείνο της ανατολικής Ευρώπης. Στη συζήτηση μάλιστα αυτή δεν είναι δυνατόν, ιδιαίτερα για την ελληνική περίπτωση, να μην λαμβάνονται υπόψη οι ιδιαιτερότητες της ελληνικής οικονομίας και της αγοράς εργασίας, όπως και το σχετικό έλλειμμα σε κοινωνικές υποδομές, γεγονός που απαιτεί προσεκτικότερες προσεγγίσεις .

3) Στο πλαίσιο των επιχειρούμενων αλλαγών η έννοια της flexicurity (ευελιξία και ασφάλεια) αποτελεί κεντρική επιλογή. Η Ένωση έχοντας υιοθετήσει την ευελιξία από τις αρχές της δεκαετίας του 90, ως βασικό εργαλείο για την πολιτική της για την ανταγωνιστικότητα και την ανεργία και στο πλαίσιο της αναζήτησης μείωσης του εργατικού κόστους, διαπιστώνει τα κοινωνικά αδιέξοδα που επιφέρει σε ένα σημαντικό μέρος του κοινωνικού σώματος η μέχρι τώρα ανάπτυξή της και, παράλληλα με τα περιορισμένα οικονομικά αποτελέσματα αυτής της πολιτικής, επιχειρεί να συνδυάσει την ευελιξία με την δημιουργία όρων ασφάλειας του εργατικού δυναμικού. Ωστόσο η κατ ουσίαν ισορροπία ανάμεσα σε αυτούς τους δύο πόλους φαίνεται εξαιρετικά δύσκολη στην πράξη, αν όχι αδύνατη. Πόσο μάλλον όταν από τις διαφαινόμενες προθέσεις η ευελιξία συνιστά προτεραιότητα (αποτελεί άλλωστε και το πρώτο συνθετικό του όρου flexicurity) η δε ασφάλεια μάλλον αποτελεί το ζητούμενο ή, για ορισμένους, το εύπεπτο υλικό προκειμένου να ενισχυθεί η ευελιξία και να συγκεντρώσει με το μέρος της τις μέγιστες δυνατές συναινέσεις. Και τούτο διότι η έννοια της flexicurity διακατέχεται από μια σοβαρή αντίφαση όταν μάλιστα αναφέρεται στο ειδικό πεδίο των εργασιακών σχέσεων και του εργατικού δικαίου. Όταν λοιπόν, η αύξηση της ευελιξίας της εργασίας αποτελεί βασικό μέσο για την μείωση του "κόστους εργασίας" για τις επιχειρήσεις, από την άλλη πλευρά η διαμόρφωση όρων ασφάλειας των ευέλικτα απασχολούμενων συνεπάγεται την παράλληλη αύξηση του εργασιακού κόστους, εφ όσον η ασφάλεια μεταφράζεται με την ενίσχυση των εργασιακών δικαιωμάτων και συνεπώς κοστίζει. Όταν μάλιστα διακηρύσσεται από την Ένωση η ανάγκη μεγιστοποίησης της ασφάλειας, μήπως τελικά η υλοποίηση του στόχου αυτού στην πράξη καθιστά ασύμφορή σε ένα βαθμό την ευελιξία, λόγω αύξησης του κόστους της, και τελικώς ακυρώνει τους λόγους καθιέρωσής της; Είναι χαρακτηριστικό άλλωστε το παράδειγμα των εργαζομένων με συμβάσεις ορισμένου χρόνου όπου η ουσιαστική εξασφάλιση των δικαιωμάτων τους κρίνεται ασύμφορη καταλήγοντας στις γνωστές νομοθετικές μεθοδεύσεις, που βιώνουν οι "συμβασιούχοι" του δημοσίου τομέα στην Ελλάδα, ενώ την ίδια στιγμή στο σύνολο σχεδόν των χωρών της Ένωσης παραβιάζεται μια βασική αρχή που διέπει και την σχετική κοινοτική οδηγία (99/70) για τις συμβάσεις ορισμένου χρόνου: εκείνη την αρχή σύμφωνα με την οποία οι συμβάσεις αυτές πρέπει να δικαιολογούνται ως προς την φύση της παρεχόμενης εργασίας που θα πρέπει να είναι πρόσκαιρη και έκτακτη ώστε να δικαιολογείται ο προσωρινός τους χαρακτήρας. Και το ερώτημα είναι αν εφαρμόζεται στην πράξη αυτή η αρχή, ή αντιθέτως χρησιμοποιούνται κατά κόρον οι προσωρινές συμβάσεις, τόσο στον ιδιωτικό όσο και στον δημόσιο τομέα, για την κάλυψη πάγιων και σταθερών αναγκών; Έτσι λοιπόν προκειμένου να μην υπάρχει αντίφαση μεταξύ θεσμικού πλαισίου και πρακτικής, την ίδια στιγμή που γίνεται επίκληση για την προώθηση της flexicurity, το κείμενο της Πράσινης Βίβλου προτείνει, ακολουθώντας το παράδειγμα εθνικών εμπειριών, την χαλάρωση του θεσμικού πλαισίου ως προς τις προϋποθέσεις προσφυγής στην ευέλικτη απασχόληση (π.χ. συμβάσεις ορισμένου χρόνου, δανεισμός προσωπικού κ.λπ.).

Η κατοχύρωση και ενίσχυση των δικαιωμάτων των εργαζομένων που απασχολούνται με ευέλικτους όρους αναμφίβολα είναι ένα θετικό εγχείρημα. Ωστόσο η διαμορφούμενη τάση, ως προς τις χώρες εκείνες που έχουν μακρά παράδοση θεσμικών κανόνων περί ευέλικτης εργασίας, είναι η χαλάρωση των όρων της θεσμικής της λειτουργίας συγκριτικά με το απώτερο παρελθόν.

Στην Ευρώπη σήμερα και ιδιαίτερα στη Ελλάδα έχει διαμορφωθεί το ανάλογο θεσμικό πλαίσιο για την λειτουργία και εφαρμογή ευέλικτων πρακτικών που συνοδεύονται με την αναγνώριση δικαιωμάτων στους ευέλικτα απασχολούμενους (συμβάσεις ορισμένου χρόνου, μερικής απασχόλησης, δανεισμός εργαζομένων κ.λπ.). Αυτό σημαίνει ότι το νομικό οπλοστάσιο για την κατοχύρωση δικαιωμάτων στην ευέλικτη εργασία έχει διαμορφωθεί σε όλες σχεδόν τις ευρωπαϊκές χώρες ώστε η επιδιωκόμενη "ασφάλεια" μέσω αυτής της διαδικασίας να έχει επιτευχθεί, ανεξάρτητα βέβαια από τον βαθμό εφαρμογής και σεβασμού των δικαιωμάτων σε τμήμα του ευέλικτου εργατικού δυναμικού το οποίο, υπό το βάρος της επισφαλούς θέσης του και της ανασφάλειας για το μέλλον, "συναινεί" στην καταστρατήγηση των αναγνωρισμένων από το νόμο δικαιωμάτων του και στην κατ΄ ανάγκην αποδοχή μιας χαμηλής ποιότητας απασχόλησης.

4) Η ευρωπαϊκή και κοινοτική νομοθεσία έχοντας σε σημαντικό βαθμό καλύψει το εύρος των ευέλικτων μορφών εργασίας για την κατοχύρωση της επιδιωκόμενης "ασφάλειας" (εκτός του δανεισμού εργαζομένων για την κοινοτική) αναζητεί σήμερα την επέκτασή της και σε άλλες πτυχές των εργασιακών σχέσεων εστιάζοντας την προσοχή της, σε εκείνο της μεταρρύθμισης του κεφαλαίου του σχετικού με |το σύστημα των ατομικών και ομαδικών απολύσεων,| το οποίο επιδιώκεται να καταστεί περισσότερο ευέλικτο μέσα από την χαλάρωση του ισχύοντος πλαισίου (μείωση των αποζημιώσεων απόλυσης, καταβολή αποζημίωσης ανεξάρτητα από την προϋπηρεσία, άρση του αιτιολογημένου χαρακτήρα των απολύσεων, μείωση του χρόνου προειδοποίησης, αύξηση του ορίου των ομαδικών απολύσεων, περιορισμός των διοικητικών υποχρεώσεων στις περιπτώσεις των ομαδικών απολύσεων). Απέναντι σε αυτής της μορφής την ευελιξία προτείνεται η καθιέρωση ενός συστήματος ασφάλειας που αφορά στους όρους διαχείρισης του προβλήματος της ανεργίας και στην δημιουργία εναλλακτικών όρων ένταξης των ανέργων στην αγορά εργασίας. Αυτό σημαίνει επαρκείς όρους επιδότησης των ανέργων (σε ύψος και διάρκεια επιδότησης) με την παράλληλη λειτουργία ενός πλέγματος παρεμβάσεων που θα στηρίζεται σε επαρκείς πόρους για την κατάρτιση και επανακατάρτιση του εργατικού δυναμικού και με την ανάληψη του κόστους μετακίνησης από το ένα καθεστώς απασχόλησης σε ένα άλλο, αντλώντας εμπειρίες από το σκανδιναβικό κοινωνικό πρότυπο που χαρακτηρίζεται και από ένα διαφορετικό σύστημα κοινωνικών υποδομών, συγκριτικά με την υπόλοιπη Ευρώπη, και με ένα αποτέλεσμα αμφιλεγόμενο ως προς ορισμένες εργασιακές και ευρύτερα κοινωνικές παραμέτρους.

Η πρόταση επομένως που χαρακτηρίζει την πλέον σύγχρονη έκφραση της flexicurity είναι η έκπτωση των δικαιωμάτων των εργαζομένων και διευκόλυνση των επιχειρήσεων ώστε να αποβάλλουν το "πλεονάζον" προσωπικό με αντιστάθμισμα την ασφαλέστερη μετάβαση στην απασχόληση και διαχείριση της περιόδου της ανεργίας. Με αυτό τον τρόπο επιδιώκεται η προφανής μείωση των δικαιωμάτων των εργαζομένων μειώνοντας το κόστος και την "γραφειοκρατία" των απολύσεων και η αναπλήρωση του δημιουργούμενου ελλείμματος με ασαφείς, ως προς την κατ ουσίαν αποτελεσματικότητα, τους όρους επανένταξης στην αγορά εργασίας και με παράλληλη μετακύλιση του κόστους διαχείρισης του δημιουργούμενου προβλήματος στο "κοινωνικό σύνολο". Αυτή η εκδοχή υιοθετούμενη σε χώρες όπως η Ελλάδα, με το ήδη σοβαρό έλλειμμα στους όρους επιδότησης της ανεργίας (από τα χαμηλότερα σε ύψος και διάρκεια επιδότηση), σε συνάρτηση και με την απουσία υποδομών στο ευρύ πεδίο της κοινωνικής πολιτικής, εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους για την κοινωνική συνοχή σε συνδυασμό και με την απορρύθμιση της εργατικής νομοθεσίας και την περαιτέρω επιδείνωση της θέσης της εργασίας η οποία θα κληθεί να αναλάβει σημαντικότατο μερίδιο χρηματοδότησης των εναλλακτικών παρεμβάσεων στο πλαίσιο μιας μονομερούς ερμηνείας της έννοιας της κοινωνικής αλληλεγγύης την οποία και θα κληθεί να επιδείξει.

Ειδικότερες παρατηρήσεις

Το κείμενο του Πράσινου Βιβλίου πραγματεύεται και μια σειρά άλλων θεμάτων που απασχολούν έντονα την ευρωπαϊκή αγορά εργασίας και απαιτούν παρεμβάσεις σε ανοιχτά πεδία για τα οποία είτε απουσιάζουν οι σχετικές ρυθμίσεις σε εθνικό επίπεδο, είτε βρίσκονται, εκεί όπου υπάρχουν, σε επίπεδο πρώτου εγχειρήματος. Χαρακτηριστικές είναι οι περιπτώσεις των απασχολούμενων στην κατηγορία της γκρίζας ζώνης μεταξύ αυτοαπασχόλησης και μισθωτής εργασίας, των υπεργολαβιών και της αδήλωτης εργασίας. Ωστόσο οι σχετικοί προβληματισμοί που αναπτύσσονται στο Πράσινο Βιβλίο, αν και κινούνται αφετηριακά από την ανάγκη επίλυσης των προβλημάτων που τα φαινόμενα αυτά δημιουργούν στο πεδίο των εργασιακών σχέσεων, στις προτάσεις που κατατίθενται, ενσωματώνονται αντιφατικές προσεγγίσεις και απόψεις που δημιουργούν ασάφειες ως προς το περιεχόμενο που επιδιώκει να προσδώσει η Επιτροπή στο Λευκό Βιβλίο που θα ακολουθήσει υπό μορφή κατευθύνσεων στα εν λόγω πεδία. Ειδικότερα:

1) Η επέκταση της προστασίας της εργατικής νομοθεσίας μέσα από την διεύρυνση των κριτηρίων καθορισμού της έννοιας της εξάρτησης σε κατηγορίες απασχολούμενων στην γκρίζα ζώνη μεταξύ αυτοαπασχόλησης και εξαρτημένης μισθωτής εργασίας και στους εργαζόμενους που ουσιαστικά βρίσκονται σε πλήρη οικονομική εξάρτηση από ένα εργοδότη, δεν φαίνεται να αποτελεί προτεραιότητα απέναντι σε μια πραγματική ακαμψία που αφορά στις θεμελιώδεις αρχές του εργατικού δικαίου. Αν και το κείμενο διαπιστώνει το πρόβλημα και καταγράφει κάποιες εθνικές πρακτικές που κινούνται στην κατεύθυνση αντιμετώπισής του διατηρεί παράλληλα επιφυλάξεις για την αναγκαιότητα σχετικών ρυθμίσεων εφ όσον αυτές θα συνέβαλαν στον περιορισμό της αυτοαπασχόλησης και θα απέτρεπαν την προσφυγή σε αυτήν από τις επιχειρήσεις ως ευέλικτη λύση στο πλαίσιο των συντελούμενων αναδιαρθρώσεων.

Επίσης το πρόβλημα της "ψευδοαυτοπασχόλησης" με την καλυμμένη αυτοαπασχόληση που υποκρύπτει εξαρτημένη εργασία με στόχο την καταστρατήγηση της εργατικής νομοθεσίας, αντιμετωπίζεται από το κείμενο ως ζήτημα που η επίλυσή του επαφίεται στα κράτη-μέλη. Η διακριτική αυτή τοποθέτηση του κειμένου της Επιτροπής σε συνδυασμό με την απουσία αναζήτησης μιας κοινά αποδεκτής νέας προσέγγισης της έννοιας της εξαρτημένης εργασίας περιβάλλει με ασάφεια το μέλλον της τυπικά ή άτυπα καλυμμένης εξαρτημένης εργασίας υπό την επίφαση της ανεξάρτητης απασχόλησης.

2) Το φαινόμενο της αδήλωτης και μαύρης εργασίας αποτελεί αντικείμενο προβληματισμού του Πράσινου Βιβλίου λόγω των κοινωνικών του παρενεργειών αλλά και τις επιπτώσεις στους όρους του οικονομικού ανταγωνισμού και τις αθέμιτες διαστάσεις του. Η αντιμετώπιση του προβλήματος αποτελεί αντικείμενο ενασχόλησης του κειμένου με προτάσεις μέτρων εθνικού χαρακτήρα και συντονισμού των κρατών-μελών για την αντιμετώπιση των στρεβλώσεων του ανταγωνισμού. Ωστόσο μεταξύ των προτεινόμενων μέτρων προβληματισμούς εγείρει η πρόταση για μετατροπή της αδήλωτης εργασίας σε νόμιμη, άποψη που ερμηνεύεται και με πρακτικές, που ήδη έχουν εφαρμοσθεί, και αφορούν στην νομιμοποίηση πτυχών της παράνομης ευελιξίας μέσα από την χαλάρωση του ισχύοντος θεσμικού πλαισίου (π.χ. ρήτρες διάβρωσης του περιεχομένου των συλλογικών συμβάσεων).

3) Τέλος ως προς ορισμένες άλλες παραμέτρους των εργασιακών σχέσεων και της διακηρυσσόμενης ανάγκης αύξησης της ευελιξίας μέσα από την περαιτέρω ανάπτυξη των ευέλικτων διευθετήσεων του εργάσιμου χρόνου και των τριμερών συμβάσεων, επισημαίνεται η ανάγκη ψήφισης της οδηγίας για τα δικαιώματα των εργαζομένων με καθεστώς δανεισμού που εκκρεμεί λόγω ασυμφωνίας στους όρους και στο περιεχόμενο της απουσίας διακρίσεων ανάμεσα σε αυτούς και στο προσωπικό της χρήστριας εταιρείας. Θετική ωστόσο κρίνεται η αναφορά περί της ανάγκης ρύθμισης σε εθνικό επίπεδο του καθεστώτος των υπεργολαβιών και της πρότασης για αναγνώριση ευθυνών για την παραβίαση της εργατικής νομοθεσίας και στις επιχειρήσεις που κάνουν χρήση υπεργολαβίας πέραν των άμεσων εργοδοτών/εργολάβων.

Συμπεράσματα

Το Πράσινο Βιβλίο για τον εκσυγχρονισμό του εργατικού δικαίου επιδιώκει την μεταρρύθμισή του με όρους που συνεπάγονται την απορρύθμισή του και τον περιορισμό των όρων προστασίας του εργαζόμενου στο πλαίσιο μιας επίδειξης αλληλεγγύης των μισθωτών, των οποίων ζητείται η συναίνεση απέναντι στους ανέργους, διευκολύνοντας τις επιχειρήσεις να μειώσουν το κόστος τους σε βάρος της ασφάλειας των εργαζομένων έναντι μιας ζητούμενης εναλλακτικής ασφάλειας, αβέβαιης αποτελεσματικότητας, και της οποίας το κόστος φαίνεται να μετακυλίεται από τις επιχειρήσεις προς το κοινωνικό σύνολο.

Πρόκειται για την εμμονή της Ένωσης σε ένα παραγωγικό μοντέλο σύμφωνα με το οποίο η εργασία εκλαμβάνεται ως κόστος, υπό το βάρος των υιοθετούμενων όρων λειτουργίας του διεθνούς ανταγωνισμού που ενοχοποιεί τον εργαζόμενο και τα δικαιώματά του. Η Ένωση αντί να στηρίζει και να ενισχύει το πλεονέκτημα του κοινωνικού της προτύπου και να επιχειρεί την προβολή και "εξαγωγή" του, επιδιώκει την εισαγωγή στοιχείων απελευθέρωσης της αγοράς εργασίας που απορρυθμίζουν ουσιώδη χαρακτηριστικά του ευρωπαϊκού εργατικού δικαίου όπως η ασφάλεια στην απασχόληση, απαλλάσσοντας τις επιχειρήσεις από βασικές υποχρεώσεις τους και ενισχύοντας το μερίδιό τους στην κατανομή του παραγόμενου εισοδήματος.

| Ο Γιάννης Κουζής διδάσκει εργασιακές σχέσεις στο Πάντειο Πανεπιστήμιο|

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι