Οι τέσσερις ευρωπαϊκές προτεραιότητες που αγνοούμε

Ελίζα Παπαδάκη, Κυριακάτικη Αυγή, 17/12/2006

Στο περιθώριο της προχθεσινής ευρωπαϊκής συνόδου κορυφής ωθήθηκε η έκθεση για την πρόοδο των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που υπέβαλε στους 25 ηγέτες η Επιτροπή. Μπροστά στα καυτά θέματα της ενταξιακής πορείας της Τουρκίας, του ευρωσυντάγματος που ξανανοίγει, των μεταναστών, η στρατηγική της Λισσαβώνας μοιάζει με γραφειοκρατική υπόθεση που λίγο αξίζει το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης. Οι δείκτες που παραθέτει η έκθεση έχουν όμως κρίσιμη σημασία για την προοπτική της ανάπτυξης και της κοινωνικής ευημερίας. Για την Ελλάδα ορισμένοι που αφορούν την απασχόληση, τη φτώχεια και το περιβάλλον διατηρούνται εξαιρετικά προβληματικοί.

Είναι αλήθεια ότι από το 2000 που υιοθετήθηκαν οι φιλόδοξοι στόχοι της στρατηγικής της Λισσαβώνας οι συνεχώς επαναλαμβανόμενες συστάσεις να ανοίξουν οι ευρωπαϊκές αγορές -και μάλιστα στις υπηρεσίες (Μπολκεστάιν!) και στην ενέργεια- αλλά και τα μέτρια έως φτωχά αποτελέσματα σε αρκετές χώρες, στην απασχόληση ιδίως, κάθε άλλο παρά ενθουσιασμό μπορούσαν να εμπνεύσουν στις κοινωνίες της Ευρώπης. Σε μας, ειδικότερα, μάλλον αγνοούνταν.

Η αναδιατύπωση των στόχων όμως σε τέσσερις βασικές προτεραιότητες από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο τον περασμένο Μάρτιο, όταν στα μέσα της δεκαετίας έγινε σαφές ότι η Ευρώπη ήταν αδύνατο να γίνει έως το 2010 "η πιο ανταγωνιστική, βασισμένη στη γνώση, οικονομία του κόσμου", εξόπλισε με μια χρήσιμη πυξίδα τις εθνικές κυβερνήσεις καθώς και τις πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις κάθε χώρας για να επεξεργάζονται στόχους και μέτρα, να αξιολογούν συγκριτικά την πορεία τους, να μαθαίνουν από τις εμπειρίες των άλλων. Προϋπόθεση για να λειτουργήσει μια τέτοια "πυξίδα" θα ήταν, βέβαια, η ουσιαστική ενημέρωση της κοινής γνώμης για το τι επιδιώκεται και τι διακυβεύεται, αλλά, αν υπήρχε, μαζί με τους άλλους, και κάποιος δείκτης που να μετρά τον βαθμό ενημέρωσης, είναι αρκετά βέβαιο ότι στην Ελλάδα θα ερχόμασταν τελευταίοι...

Τις τέσσερις βασικές αυτές προτεραιότητες θα άξιζε τουλάχιστον να τις συζητήσουμε:

1. Περισσότερες επενδύσεις στη γνώση και την καινοτομία. Στην έκθεσή της η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επισημαίνει ότι δεν αρκεί να τεθούν υψηλότεροι στόχοι για τις επενδύσεις στην έρευνα και την ανάπτυξη, χρειάζεται και να μετατρέπονται οι επενδύσεις αυτές σε νέα προϊόντα και υπηρεσίες. Και αυτό, συνεχίζει, εν πολλοίς εξαρτάται από τη διαμόρφωση κατάλληλων συνθηκών για τη στήριξη της καινοτομίας, όπου κάνει λόγο για τον εκσυγχρονισμό της ανώτατης εκπαίδευσης και ισχυρότερες συνδέσεις στο "τρίγωνο της γνώσης: επιχειρήσεις, πανεπιστήμια, ερευνητικά κέντρα".

Η οξεία ιδεολογική διαμάχη ως προς το τελευταίο σκέλος στη χώρα μας δεν αναιρεί την αναγκαία προϋπόθεση να αυξηθούν δραστικά οι επενδύσεις στη γνώση, στην Παιδεία δηλαδή και την έρευνα. Εδώ θεωρητικά όλοι συμφωνούμε, εκτός από την εκάστοτε κυβέρνηση, που αλλιώς κατανέμει τα κονδύλια του προϋπολογισμού, με αποτέλεσμα να παραμένουμε τελευταίοι: Μόλις το 0,63% του ΑΕΠ έφθανε το 2003 η εγχώρια ακαθάριστη δαπάνη για έρευνα και ανάπτυξη (για τα επόμενα χρόνια δεν δώσαμε καν στοιχεία) έναντι 1,86% στην Ε.Ε. των 25. Για το 2010 ο ευρωπαϊκός στόχος είναι 3% (τον ξεπερνούν ήδη οι σκανδιναβικές χώρες), ο εθνικός, που ανακοίνωσε η κυβέρνηση Καραμανλή, 1,5%, αλλά ακόμα και αυτός βρίσκεται μόνο στα χαρτιά. Αξιολογώντας το ελληνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων, η έκθεση αναφέρεται σε προτάσεις για τη δημιουργία "πόλων καινοτομίας", "επιχειρηματικών εκκολαπτηρίων" κ.ά., παρατηρώντας ότι βρίσκονται σε πρώιμο στάδιο και η αποτελεσματικότητά τους μένει να φανεί.

2. Απελευθέρωση του επιχειρηματικού δυναμικού, ιδίως των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, που αναγνωρίζονται ως η μεγάλη πηγή μελλοντικής απασχόλησης στην Ευρώπη. Η έκθεση υπογραμμίζει εδώ το κόστος της γραφειοκρατίας για τις επιχειρήσεις (για να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους προς το Δημόσιο), το οποίο εκτιμάται στο 3,5% του ΑΕΠ της Ε.Ε. των 25. Μια μείωση αυτού του κόστους κατά 25% θα επέφερε μιαν αύξηση του ΑΕΠ κατά 1,5%, υπολογίζει, θεωρώντας την εφικτή.

Για τη στήριξη των επιχειρήσεων, όμως, όλη η έμφαση της ελληνικής κυβερνητικής πολιτικής δόθηκε στη μείωση των φορολογικών συντελεστών (που περισσότερο φαίνεται να ευνόησε κάποια επιχειρηματικά εισοδήματα παρά τη λειτουργία των επιχειρήσεων). Η έκθεση την καταγράφει, μαζί με τη διεύρυνση του ωραρίου των εμπορικών καταστημάτων και κάποιαν απλούστευση στην έκδοση αδειών. Τονίζει όμως ότι χρόνος και κόστος για να ξεκινήσει μια επιχείρηση παραμένουν υψηλά, ενώ καμία πληροφόρηση δεν δόθηκε για τον αριθμό των διαδικασιών που απαιτούνται για να προσληφθεί ο πρώτος εργαζόμενος.

3. Μεγαλύτερη προσαρμοστικότητα των αγορών εργασίας στη βάση της "ευελιξίας με ασφάλεια". Η αντίληψη αυτή, σύμφωνα με την έκθεση, υπόσχεται να αντιμετωπίσει τον εντεινόμενο διεθνή ανταγωνισμό, τη γήρανση του πληθυσμού, τις αλλαγές του τρόπου ζωής: Αντί να προστατεύονται θέσεις εργασίας, στόχος είναι να προστατεύεται ο εργαζόμενος, ώστε να αντεπεξέρχεται στις γρήγορες αλλαγές και να διασφαλίζει σίγουρη απασχόληση, σύστημα που λειτουργεί ήδη με επιτυχία σε ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες.

Πρόκειται για ιδεολογικό "ταμπού" στη χώρα μας, που δεν έχει επιτρέψει καμία σχετική συζήτηση. Αξιόπιστη στήριξη των εργαζομένων στη μετάβασή τους σε νέες δουλειές, που κατά την έκθεση θα αποτελούσε προϋπόθεση, δεν υφίσταται. Ούτε άλλες σοβαρές πρωτοβουλίες για την απασχόληση αναλαμβάνονται όμως. Η δαπάνη για ενεργητικές πολιτικές είναι χαμηλή και φθίνει, το σύστημα φόρων και παροχών δεν συνδέεται με την ενίσχυση της απασχόλησης, σαφής στρατηγική για να συγκρατούνται οι εργαζόμενοι μεγαλύτερης ηλικίας στη δουλειά δεν υπάρχει, παρατηρεί η έκθεση. Και ως ιδιαίτερα σημαντική τονίζει την ανάγκη να αυξηθεί η δημόσια δαπάνη για την Παιδεία προς τον εθνικό στόχο του 5% του ΑΕΠ, να διασφαλιστεί αποτελεσματική χρήση αυτών των πρόσθετων πόρων και να εφαρμοστεί η νομοθεσία για τη διά βίου μάθηση.

4. Ενέργεια και κλιματική αλλαγή. Είναι σήμερα σαφές ότι ο πλανήτης μας θερμαίνεται ταχύτερα από ποτέ λόγω ανθρωπίνων δραστηριοτήτων, δέχεται η έκθεση. Για να περιοριστεί η άνοδος της θερμοκρασίας σε 2 βαθμούς Κελσίου πρέπει να αναλάβουμε παγκόσμια δράση τώρα, τονίζει: στην Ευρώπη να μεταβούμε σταθερά σε ένα ενεργειακό μοντέλο χαμηλού άνθρακα, να προαγάγουμε την ενεργειακή αποτελεσματικότητα και τις ανανεώσιμες πηγές, στην πρωτοπορία των καινοτόμων βιομηχανιών.

Αλλά η Ελλάδα έχει ακόμη μεγάλα προβλήματα να επιλύσει στις υποδομές για το περιβάλλον: να κλείσει παράνομες χωματερές, να λειτουργήσει εγκαταστάσεις καθαρισμού λυμάτων, ενώ θα απαιτηθούν σημαντικές επενδύσεις για να εφαρμόσει την οδηγία για την πρόληψη και τον έλεγχο της ρύπανσης, παρατηρεί η έκθεση. Όσον αφορά τις ανανεώσιμες πηγές, διοικητικά και τεχνικά προβλήματα καθυστερούν την προώθησή τους, αν και έχουν παρθεί κάποιες θετικές πρωτοβουλίες...

Ποιες μεταρρυθμίσεις;

Την "πολιτική των μεταρρυθμίσεων" έχει αναγάγει σε κεντρικό της σύνθημα η κυβέρνηση Καραμανλή, ένα σύνθημα με εξαιρετικά θολό περιεχόμενο, που απευθύνεται σε δύο κατηγορίες παραληπτών: Στην πρώτη, την ελληνική κοινή γνώμη των δημοσκοπήσεων, προσπαθεί να πάρει με το μέρος της όλους όσους αισθάνονται ότι "δεν πάει άλλο έτσι" και είναι πρόθυμοι να συμφωνήσουν γενικά ότι χρειάζονται αλλαγές, είτε πρόκειται π.χ. για τα πανεπιστήμια είτε για τον ΟΤΕ, χωρίς να αποσαφηνίζεται με ποιο σκοπό, κάτω από ποιες προϋποθέσεις και με ποιες συνέπειες: για να απομονώσει κάθε οργανωμένη ομάδα που έχει άποψη για τον χώρο της και αντιστέκεται σε αυθαίρετες και κατά κανόνα κακοσχεδιασμένες επεμβάσεις που την θίγουν. Προφανής επιδίωξη, να ξαναπάρει την πλειοψηφία στις επερχόμενες εκλογές. Αλλά έτσι ακυρώνει και δυσφημίζει κάθε έννοια μεταρρύθμισης.

Απέναντι στη δεύτερη κατηγορία, μεγάλα επιχειρηματικά συμφέροντα, εγχώρια και ξένα, διεθνείς οργανισμούς, τα κοινοτικά όργανα, διατυπώνει προτάσεις αναμασώντας, σαν μέτριος μαθητής που μισοαποστήθισε το μάθημα, παγκόσμια καθιερωμένες παραδοχές, από όπου απουσιάζει κάθε συγκροτημένη πολιτική. Και τα μεν επιχειρηματικά συμφέροντα, ενώ τους κλείνει το μάτι ότι δουλεύει υπέρ τους, επωφελούνται βέβαια, αλλά δεν πείθονται. Γι αυτό έχουμε γίνει παράδεισος για επενδύσεις εμπορικών αλυσσίδων, άντε και τουρισμού ή τραπεζών, αλλά σοβαρότερων απαιτήσεων καινοτόμους κλάδους και ανάπτυξη τεχνολογιών, στην ανανεώσιμη ενέργεια και στο περιβάλλον για παράδειγμα, δεν βλέπουμε. Η δε Ευρωπαϊκή Επιτροπή πείθεται ακόμη λιγότερο, όπως μπορούμε να διαβάσουμε, παρ όλη τη διπλωματική γλώσσα, στην αξιολόγηση του Εθνικού Προγράμματος Μεταρρυθμίσεων.

Εύγλωττο είναι το γράφημα της έκθεσης:

Καλή επίδοση σε σύγκριση με τον μέσο όρο της Ε.Ε. των 25 εμφανίζουμε σε τρεις ποσοτικούς δείκτες, όπου η εικόνα θα ήταν διαφορετική αν περιλάμβαναν και ποιοτική διάσταση -στην παραγωγικότητα το επίπεδο εκπαίδευσης των νέων και τις επιχειρηματικές επενδύσεις- καθώς και στο συγκριτικά χαμηλότερο επίπεδο των τιμών.

Υστερούμε στο ποσοστό απασχόλησης, ιδίως των γυναικών (46,1% έναντι 56,1%), με εξαίρεση τους άνδρες μεγαλύτερης ηλικίας, ενώ έχουμε πολύ υψηλότερη μακροχρόνια ανεργία, και πάλι στις γυναίκες (8,9% έναντι 4,5%).

Επίσης πολύ περισσότεροι απειλούνται από τη φτώχεια μετά τις κοινωνικές μεταβιβάσεις (το 20% του πληθυσμού, έναντι 16%).

Στις δαπάνες για έρευνα και ανάπτυξη είμαστε αόρατοι...

Χειρότεροι είμαστε, τέλος, και στους τρεις περιβαλλοντικούς δείκτες κατανάλωσης ενέργειας: τις συνολικές εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου, την ενεργειακή ένταση της οικονομίας και τον όγκο των μεταφορών ως προς το ΑΕΠ.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι